Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Να ζωγραφώ μετά στοργής

 

Των Φώτων σήμερα...

Χρειάζεται πρώτα όμως να κοιτάξουμε στα σκοτάδια μας

για να μπορέσουμε έπειτα να αντιληφθούμε το Φως...


Ένας Άνθρωπος που κοίταξε στο σκοτάδι με φωτεινά μάτια ήταν ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.


Η ακόλουθη ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, αξίζει πολλά θεωρώ:


"Καλή σου νύχτα, κυρ-Αλέξανδρε"


Κρατάω εκείνο: «Το επ’ εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δε θα παύσω πάντοτε, ιδίως δε κατά τας πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας, να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστό μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά έθη». 

Τι σπουδαία αποτύπωση της Φύσης και του Φωτός και κυρίως μαζί, της Φύσης του Φωτός...


Και ένας άλλος Άνθρωπος που μέσα από τα σκοτάδια του (ήδη τυφλός από 12 ετών) κατορθώνει όχι μόνο να γεμίσει τη ζωή του με Φως, μα να το σκορπίσει απλόχερα και σε όλους εμάς γύρω του ήχο, φως και συναίσθημα.

Απολαύστε:

"Time to say Goodbye"
Andrea and Matteo Bocelli



"...Ήρθε η ώρα να πω αντίο 
σε χώρες που ποτέ δεν είδα 
και δε μοιράστηκα μαζί σου, 
και τώρα, ναι, θα τις ζήσω. 
Μαζί σου θα φύγω με πλοία 
διασχίζοντας θάλασσες 
που, ξέρω πως, 
όχι, όχι, δεν υπάρχουν πια.
Ήρθε η ώρα να πω αντίο..."

(ολόκληρη η μετάφραση εδώ)



Το Φως και τα σκοτάδια μας... Χρειαζόμαστε και τα δυο για να αντιληφθούμε τον εαυτό μας...


Ένας ποιητής είπε:

Και ένας άλλος ποιητής (δια μετάφρασης άλλου ποιητή) είπε:  



Και ένας μελωδός το απέδωσε: 




Οι θησαυροί ενός ναυαγίου (5) - Τα συναξάρια των θαλασσομαρτύρων...


Ένα διήγημα διαμάντι, από εκείνα τα πολλά του Παπα-διαμάντη, είναι "Το Ενιαύσιον Θύμα", το οποίο λούζεται στο βυθό της θάλασσας της πεζογραφίας... και προσπαθεί να ψυχογραφήσει τη θάλασσα και τα καμώματά της...


Το διήγημα καταλήγει ως εξής:

"Την ογδόην ημέραν από της εκδρομής των, τα πτώματα των δύο πνιγμένων ηλιεύθησαν πλησίον ερήμου ακτής. Το τρίτον δεν ευρέθη. 

Ω, τις θα διηγηθεί τα συναξάρια των θαλασσομαρτύρων τούτων, των βιοπαλαιστών, των αξίων παντός οίκτου και συμπαθείας; 

Κατά παν έτος η θάλασσα μάς ζητεί το θύμα της. Φρίκη και πένθος διαχύνεται ανά την μικράν μας νήσον. 

Όταν μετά την συμφοράν επανείδε τον Πάπον, όστις εφαίνετο τόσον σύννους και σοβαρός ώστε εφάνη ότι διά της συμφοράς είχε γίνει διά μιας ανήρ, η πτωχή Σειραϊνώ το Κουρτεσάκι, κλαίουσα όσα δάκρυα της είχαν μείνει από τα ιδικά της παθήματα, η πρώτη λέξις την οποίαν εύρε να του είπει ήτον: 

- Καλά που δεν επήγες μαζί, παιδάκι μου."








Μοναδικό αφιέρωμα...


Είναι κάποια αφιερώματα, που σε αποσβολώνουν. 

Σε γεμίζουν τέτοια αγαλλίαση, ωσάν να σου ανακοίνωναν ότι κέρδισες μια θέση στον Πνευματικό Παράδεισο...

Έτσι, δεν είναι κυρ-Αλέξανδρε;




Υ.Γ.: Ειλικρινά μη χάσετε αυτό το αφιέρωμα...



Μάθημα Οικονομικής Ιστορίας 2: Ο χώρος του γείτονα



Έχετε ποτέ σκεφτεί τι κοινό έχουν, ο Τόμας Μάλθους, η Φραγκογιαννού του Παπαδιαμάντη, ένας Λύκος της Στέπας και κάμποσοι λαγοί του χωριού μου;

Η απάντηση είναι απλή: όλα συνδέονται με τον απλό νόμο της φύσης, που λέει ότι ο πληθυσμός μιας ομάδας (ζώων ή ανθρώπων) εξαρτάται από την παρεχόμενη ποσότητα τροφής.

Ας ξεκινήσουμε από τον σερ Τόμας Μάλθους, ο οποίος σκόρπισε πανικό όταν πρωτοανέφερε ότι η ανθρωπότητα είναι δέσμια πολλών δινών, λόγω της έλλειψης τόσης ποσότητας τροφής, ικανής να θρέψει τα συνεχώς πολλαπλασιαζόμενα μέλη της.

Είπε: «…υπάρχει μια τάση στη φύση να ξεπερνά ο πληθυσμός κάθε δυνατό μέσο συντήρησης. Η κοινωνία […] βρίσκεται σε μια παγίδα χωρίς διαφυγή μέσα στην οποία το ανθρώπινο γενετήσιο ένστικτο σπρώχνει αναπόφευκτα την ανθρωπότητα στο χείλος του γκρεμού. […] το ανθρώπινο είδος ήταν αιώνιο καταδικασμένο να δίνει μια χαμένη μάχη μεταξύ των πολλαπλασιαζόμενων αδηφάγων στομάτων και του εσαεί ανεπαρκούς αποθέματος στην αποθήκη της Φύσης, όσο εξαντλητικά κι αν ερευνούσε κάποιος αυτή την αποθήκη.

Εδώ έχουμε έναν άνθρωπο που υπερασπίστηκε την ευλογιά, τη δουλεία, την παιδοκτονία. Έναν άνθρωπο που αποκήρυξε τη δωρεάν διανομή φαγητού σε απόρους, τους γάμους σε νεαρή ηλικία και τα ενοριακά βοηθήματα. Έναν άνθρωπο που ‘είχε το θράσος να παντρευτεί αφού έκανε κήρυγμα για τα κακά της οικογενείας’.

[...] Ως εκ τούτου, η θέση του Μάλθους δεν ήταν άσπλαχνη, αλλά εξαιρετικά ορθολογική. Εφόσον, σύμφωνα με τη θεωρία του, το βασικό πρόβλημα στον κόσμο ήταν ότι υπήρχαν πάρα πολλοί άνθρωποι, οτιδήποτε ενδεχομένως ευνοούσε τις ‘πρόωρες σχέσεις’ το μόνο που κατάφερνε ήταν να επιδεινώσει την ανθρώπινη δυστυχία. Ο άνθρωπος […] θα μπορούσε να κρατηθεί ζωντανός με τη φιλανθρωπία αλλά, εφόσον αυτός ο άνθρωπος με αυτό τον τρόπο θα αποκτούσε απογόνους, αυτή η φιλανθρωπία δεν ήταν παρά συγκαλυμμένη σκληρότητα.

Και πρόσθετε: ‘Αυτό που καθορίζει τον αριθμό των ανθρώπων είναι η ποσότητα της τροφής’. […] Αντίθετα με τον πληθυσμό, η γη δεν αναπαράγεται. Έτσι, ενώ ο αριθμός των στομάτων αυξάνεται γεωμετρικά, η ποσότητα της καλλιεργήσιμης γης αυξάνεται μόνο αριθμητικά. Και το αποτέλεσμα, φυσικά, είναι αναπόφευκτο όσο ένας συλλογισμός της λογικής: ο αριθμός των ανθρώπων αργά ή γρήγορα, θα υπερκεράσει την ποσότητα των τροφίμων.

[…] Η αδιόρθωτη και ασυμβίβαστη απόκλιση μεταξύ των στομάτων και τροφίμων μπορούσε να έχει μόνο ένα αποτέλεσμα: το μεγαλύτερο τμήμα της ανθρωπότητας θα υπέφερε πάντα από κάποιο δεινό. Διότι με κάποιο τρόπο το τεράστιο και ενδεχομένως συνεχώς διευρυνόμενο χάσμα έπρεπε να κλείσει: ο πληθυσμός, σε τελική ανάλυση, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τροφή. Γι’ αυτό υπάρχουν ανάμεσα στους πρωτόγονους έθιμα όπως η βρεφοκτονία, γι’ αυτό και ο πόλεμος, οι αρρώστιες και πάνω από όλα, η φτώχεια. Και αν αυτά δεν είναι αρκετά: ‘Ο λιμός φαίνεται να είναι η τελευταία, η πιο τρομερή διέξοδος της φύσης. Η δύναμη του πληθυσμού είναι τόσο υπέρτερη από τη δυνατότητα της γης να παράγει τα μέσα συντηρήσεως… ώστε ο πρόωρος θάνατος είναι αναπόφευκτο να πλήξει, με κάποια μορφή, την ανθρώπινη φυλή. Τα ελαττώματα του ανθρώπινου γένους είναι ενεργοί και αποτελεσματικοί παράγοντες αποδεκατισμού του πληθυσμού… Αλλά, αν αποτύχουν σ’ αυτό τον πόλεμο εξόντωσης, τότε μια σειρά από ασθένειες, επιδημίες, λοιμούς και πανούκλες ενσκήπτουν και ξεκληρίζουν χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδων. Αν και πάλι η επιτυχία δεν είναι πλήρης, καραδοκεί κάποιος γιγάντιος λιμός και, με ένα ισχυρό πλήγμα, εξισώνει τον πληθυσμό με την τροφή που υπάρχει στον κόσμο’.»

("Οι Φιλόσοφοι του Οικονομικού Κόσμου", εκδ. Κριτική, 2000)


Ο κύριος Μάλθους λοιπόν έθεσε το πρόβλημα: πάρα πολλοί άνθρωποι, και μάλιστα πάρα πολλοί φτωχοί άνθρωποι, αποτελούν τη θρυαλλίδα για μείωση του αριθμού τους, μέσω πολλών κακών που θα γεννηθούν.


Για να δούμε τώρα τι είναι αυτό που έκανε μια κυρία, ονόματι Φραγκογιαννού, ή περισσότερο γνωστή ως "Η Φόνισσα" του Παπαδιαμάντη. Αυτή η γυναίκα, πίστευε ότι το να είναι κανείς γυναίκα, είναι πηγή κακού, καθώς ο κόσμος ήταν έτσι δομημένος, που ουσιαστικά βασάνιζε, εξευτέλιζε και εν τέλει θανάτωνε μακρόσυρτα ψυχή και σώμα αυτών των δεύτερης κατηγορίας φτωχών πλασμάτων.

"Δεν έπρεπεν ημείς, ως καλοί χριστιανοί, να βοηθώμεν το έργον των Αγγέλων; [...] Τα κορίτσια της τάξεως ταύτης [=της φτωχολογιάς] είναι τα μόνα εφτάψυχα! Φαίνονται ως να πληθύνωνται επίτηδες, δια να κολάζουν τους γονείς των, απ’ αυτόν τον κόσμον ήδη. Α! όσον το συλλογίζεται κανείς, ’’ψηλώνει ο νους του!"

"Δεν το έκαμα για κακό".

"Ερευνώσα [δε] την συνείδησίν της, εν πράγμα εύρισκεν˙ ό,τι είχε κάμει και τότε και τώρα το είχε κάμει δια καλόν".


Ο υπερπληθυσμός μιας ομάδος κοινωνικά επιβαρυμένης και πάμφτωχης, όπως αυτή των άμοιρων κοριτσιών, μόνο δεινά έχει να προσφέρει. Πάλι λοιπόν, η ίδια θεματική: η φτώχεια και ο υπερπληθυσμός δημιουργούν ένα δίπολο καταστροφικό και απευκταίο. Και για αυτό η Φόνισσα πήρε το δίκαιο στους ώμους της και προσπάθησε να δώσει λύση. Ένοχη ή αθώα; Υποκινούμενη από συμφέρον ή έρμαιο της πεποίθησης ότι όλοι θέλουμε ένα καλύτερο μέλλον, ισάξια μοιρασμένο;


Και τώρα ας περάσουμε στο ζωικό βασίλειο.

Θυμάμαι τον πατέρα μου, κυνηγός λαγών, να μου μιλάει για την κοινωνία των λαγών και τις πιθανές αιτίες για τις αυξομειώσεις του πληθυσμού τους. Μεγάλη εντύπωση μου είχε κάνει το γεγονός, ότι όταν αυξάνεται ο αριθμός τους, με έναν περίεργο μηχανισμό, η φύση βρίσκει τρόπο να θέσει ένα νέο σημείο ισορροπίας, μέσα από αρρώστιες και λοιμούς... Και ιδού πώς το επιβεβαιώνουν κάποιοι ειδικοί του είδους:

"Στην περίπτωση που αυξηθούν πολύ οι λαγοί και ανταγωνίζονται έντονα για την τροφή και το ζωτικό τους χώρο, παθαίνουν ορμονικές διαταραχές.
Γίνονται ευαίσθητοι στις ασθένειες και δύσκολα αντιμετωπίζουν τις αντίξοες καιρικές συνθήκες. Αυτό συμβαίνει γιατί μειώνεται η περιεκτικότητα του σακχάρου στο αίμα παράλληλα με διαταραχές του μεταβολισμού, εξαιτίας της αύξησης της λειτουργίας των επινεφριδίων που προκαλείται από την κατάσταση στρες που καταλαμβάνει τα ζώα λόγο του έντονου ανταγωνισμού τους."

Ή επίσης κάποιοι άλλοι λένε πιο απλά:

"Η εμφάνιση μιας ασθένειας στον λαγό, πιστεύεται ότι εξαρτάται κυρίως από την πυκνότητα του πληθυσμού σε μια περιοχή."


Συνεχίζοντας την περιδιάβαση στο ζωικό βασίλειο, διαβάζω:

«Ναι, πραγματικά υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι στον κόσμο. Παλιότερα δεν το πρόσεχες. Τώρα, όμως, που όλοι θέλουν αέρα ν’ αναπνεύσουν κι ένα αυτοκίνητο να οδηγούν, το προσέχεις. Βέβαια, αυτό που κάνουμε δεν είναι λογικό. Είναι παιδαριωδία, όπως είναι και ο πόλεμος μια παιδαριωδία σε τεράστια κλίμακα. Με τον καιρό, η ανθρωπότητα θα μάθει να ελέγχει τον αριθμό των μελών της με λογικά μέσα. Στο μεταξύ, αντιμετωπίζουμε μια ανυπόφορη κατάσταση με κάπως παράλογο τρόπο».

(“Ο Λύκος της Στέπας” του Έρμαν Έσσε, εκδ. Καστανιώτη, σειρά Εικοστός Αιώνας, σελ.252)


Ξανά λοιπόν, ανακύπτει το ίδιο θέμα: ο πληθυσμός και ο πλουτισμός-αφθονία, ως δυο μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα.


Θα με ρωτήσετε βέβαια, τι σχέση έχουν αυτά τα θέματα με την σημερινή μας κατάσταση; Άμεση! Γιατί, όπως το βλέπω το πράγμα, πάμε προς την απόλυτη πτώχευση σαν κράτος, ό,τι και αν ψηφίσουν σε λίγες ώρες οι μάγκες εκεί στη Βουλή. Και αυτό θα επιφέρει, αλληλοσπαραγμό, ανταγωνισμό στους σκουπιδότοπους και στους σκουπιδοντενεκέδες για το ποιος θα φάει μια σταγόνα λάδι, ή το ποιος θα καπνίσει μια τζούρα παραπεταμένου τσιγάρου...

Αλλά και σαν πλανήτης, τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Αυξανόμαστε και πληθυνόμαστε, όπως διέταξε η θρησκεία μας, αλλά ξέχασε να μας πει ότι δεν υπάρχει χώρος για όλους σε αυτόν τον κόσμο. Στον άλλον χωράμε όλοι. Σε αυτόν όμως, η θρησκεία έπεσε κομμάτι έξω... Αλλά και οι πολιτικοί, πάλι δεν πάνε πίσω. Δεν μας μεγάλωσαν με τέτοιον τρόπο ώστε να σεβόμαστε τον δίπλα μας, τον γείτονά μας, που θέλει και αυτός να ζήσει, να πολλαπλασιαστεί. Έχει και αυτός ανάγκες... Κανείς όμως δεν μας μίλησε ποτέ για το μέχρι ποιο σημείο μπορούμε να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας. Μας άφησαν, καπιταλιστικά σκεπτόμενοι, να πιστεύουμε ότι μπορούμε να πολλαπλασιάζουμε τα πάντα: κέρδη, ανθρώπους, δύναμη, εξουσία, υλικά αγαθά... χωρίς να μας υπενθυμίσουν ότι ως αντάλλαγμα για όλα αυτά πληρώνουμε σε φυσικό είδος, δηλαδή σε ζώα και φυτά που εξαφανίζονται, σε βουνά που κατεδαφίζονται για να χτίσουν οι αχόρταγοι άνθρωποι, σε δάση που καίγονται ή κόβονται, σε αλλαγή του κλίματος, σε ρύπανση όλων των ρευστών, αέριων, υδάτινων, στερεών...


Αγαπητοί μου, έχουμε ακόμα πολλά να μάθουμε από τις άπληστες συμπεριφορές του ανθρώπου, απέναντι στη Φύση. Δεν ξέρω αν η Φύση έχει να μάθει κάτι από τον άνθρωπο.


Ω, αλαφροΐσκιωτε, σηκώσου!



Ο σημερινός λόγος περί αυτών των ολιγάριθμων, των διαφορετικών, των στιγματισμένων, που δύσκολα συναντάς και ακόμα πιο δύσκολα τους κατανοείς...

Ο λόγος περί των αλαφροΐσκιωτων! Είναι αυτοί που βλέπουν άλλα πράγματα κοιτώντας την ίδια εικόνα με τους υπόλοιπους. Είναι αυτοί που επικοινωνούν με έναν άλλον κόσμο, μη ορατό, μη συνηθισμένο, μη αναγνωρίσιμο στους πολλούς. Είναι αυτοί που κινούνται σε άλλη διάσταση και παρακινούνται από άλλες δυνάμεις, ανεξερεύνητες ακόμα.

Αλαφροΐσκιωτος, είναι αυτός που βλέπει νεράιδες, ξωτικά, φαντάσματα, αγγέλους και πνεύματα. Είναι αυτός που συνομιλεί μαζί τους. Που ζει μαζί τους. Είναι αυτός που λίγο κοιμάται και πολύ ονειρεύεται. Ονειρεύεται στον ξύπνιο του. Διότι εξάλλου η δεύτερη σημασία της λέξης, αφορά κάποιον που έχει ελαφρύ ύπνο και ξυπνά εύκολα. Αλαφρός+ίσκιος=αυτός που έχει ελαφρύ ίσκιο. Αυτός, που ο ίσκιος του δεν πατά τόσο στη γη, που ξεφεύγει από την μέγγενη της βαρύτητας και ξεκινά για ταξίδι διαστρικό. Αυτός που ο ίσκιος του δεν έχει βάρος, που εξαϋλώνεται και γίνεται πνεύμα, πνοή, νεύμα, ρεύμα και ροή... Είναι κάποιος που παραδίδει εαυτόν και πνεύμα στο κονταροχτύπημα και τη δίνη των κοσμικών δυνάμεων... Είναι κάποιος που δίνει, που δίνεται και τελικά γίνεται καπνός και άυλος μικρός...

Κάποιος που δίνει, που δίνεται... Που βάζει εαυτόν, ως πιο ελαφρύ και ανάλαφρον, πάνω από τον άλλον όχι για να τον ξεπεράσει, αλλά σαν αιγίδα να τον προασπίσει από του συμπαντικού καιρού την μανιασμένη καταιγίδα...

Το ζήτημα των ημερών μας: πώς θα φτάσουμε να ξεπεράσουμε τον εαυτόν μας και να αγγίξουμε τον διπλανό μας; Πώς θα συντονιστούμε και θα συνυπάρξουμε;

«Επόμενον ήτο. Δεν είναι μικρόν πράγμα αυτό, να πάρης την τύχην της ορφανής, για να παντρευθής του λόγου σου. Αλλά πώς να κάμουμε πάλι; Πώς να ζήση κανείς; Ζωή είναι αυτό, πόλεμος είναι. Το να φθάση τις εις την τελειότητα, να προτιμά άλλον από τον εαυτό του… είναι ως να αποφασίση να μη ζήση εις τον κόσμον αυτόν. Είναι ως να πάη να πνιγή μοναχός του. Ψηλώνει ο νους του ανθρώπου να το συλλογίζεται. Του έρχεται να πάρη τα όρη – τα βουνά.»

(απόσπασμα από το διήγημα του αξεπέραστου Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, "Οι Ελαφροήσκιωτοι")


Του έρχεται να γίνει αλαφροΐσκιωτος λέω εγώ και αρχίζει να σφυρά κλέφτικα και ακαταλαβίστικα...


«Τους έλεγαν ολίγον ‘ελαφροΐσκιωτους’, αλλ’ αυτοί δεν εφοβούντο τα στοιχειά. Είναι αληθές, ότι οι ίδιοι διηγούντο πολλάκις, ότι έβλεπαν εξωτικά πράγματα, αλλ’ ωμίλουν με φιλόφρονα γλώσσαν περί φαντασμάτων. Δεν τους κατέτρεχαν, δεν τους έκαμναν κακόν. Είχαν φιλικάς σχέσεις μεταξύ των. Ο Άγαλλος διηγείτο πολλάκις, ότι είχεν ιδεί νεράιδας με τα μάτια του, ότι του είχαν ομιλήσει, αλλ’ αυτός εφυλάχθη καλώς να τους δώση απάντησιν, γνωρίζων ότι είχαν την δύναμιν ‘να του πάρουν την μιλιά του’. Μίαν φοράν πάλιν, παρουσιασθείσα προς αυτόν, όταν ήτο παιδί, εις τον μύλον του πατρός του, η Μοίρα του, του είχε δώσει με τη χείρα της εν φλωρίον. Το εβεβαίου, και είχε ακόμη το φλωρί και το εδείκνυε. Μη νομίση τις, ότι ήτο απατεών, ότι δεν επίστευεν ο ίδιος ό,τι έλεγε. Τουναντίον. Το επίστευε με τα σωστά του.»

(απόσπασμα από το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, "Οι Ελαφροήσκιωτοι")


Τυχερός ο αλαφροΐσκιωτος; Πολύ, θα έλεγα... Όλη μέρα τον τριγυρίζουν κατάξανθες νεράιδες και τον μαυλίζουνε χρυσόφρυδες γοργόνες, τον λούζουν πνεύματα μαγικά και του σιγοψιθυρίζουνε στοιχειά υπερφυσικά...


Καὶ πῆρα στῆς χρυσόφρυδης
τὰ γόνατα τὸ ἀλάφρωμα
τοῦ ὀνείρου· κ᾿ ἦταν ξάστερο
τὸ κρύο γλαυκὸ ἀπὸ πάνω μου,
ἤτανε γύρα μου ὁ γιαλὸς
κι ὁ οὐρανὸς καὶ τὰ βουνά,
καὶ μέσα μου· κι ἀρχίνησε
βαθιὰ ἡ καρδιὰ ν᾿ ἀλλάξει,
ποὺ ἄκουσα ξάφνου τὴ βροντὴ
τὴ γνώριμη ποὺ ἐκύλησε,
κ᾿ εἶπεν: «Ὦ ἀλαφροΐσκιωτε,
σηκώσου· ἐσὺ τὸ σάρκωσες
τὸ τάμα - καὶ καρδιὰ καὶ νοῦς -
κ᾿ ἐσὺ τό ῾χεις ἀδράξει.
Ποιὸς ἀντρειωμένος θὰ στηθεῖ
καὶ θὰ τὸ δέσει ὁλόφωτο
σὲ Λόγο καὶ σὲ Πράξη;»
Καὶ ξύπνησα. Μοῦ φάνηκεν
ὅλος σὰν πνέμα ὁ οὐρανός,
κι ἀπάντησα: «Τὴ γέννα μου,
στὰ κρύα βουνὰ τὴν κήρυξες
καὶ στὴ μεγάλη πλάση.
Ἂν εἶμ᾿ ὁ ἀλαφροΐσκιωτος,
καὶ μέσα μου ἡ ἀστροφεγγιὰ
τῆς γῆς ἔχει γελάσει,
κράξε· ἀλαφριά, ὦ πανάρχαιον
αἰώνιον πνέμα, μέσα μου
ἀκόμα εἶν᾿ ἡ ὁρμή μου·
μὲ τὴ ζωὴ ἂν μὲ μάγεψες
καὶ μὲ καλεῖς ψηλότερα,
ἐδῶ εἶναι τὸ κορμί μου!

------

Θέλω ν᾿ ἀφήσω τὴ βαθιὰ
κι ἀνάλαφρη λαχτάρα
κλήρα σ᾿ ἀσύγκριτον ὑγιό,
ἢ νὰ τοῦ ρίξω ὡς κεραυνὸ
στὴ σάρκα μία κατάρα,
καὶ νὰ τοῦ πῶ: «Σφίξε καλὰ
τὴ ζώνη, ἀλαφροπάτητος
νὰ γένεις, καὶ τριγύρα σου ὅλ᾿ ἡ φύση,
στὴ βούλησή σου ὁλόφωτη,
θὲ νά ῾ρτει, ἄκρατη λεβεντιὰ
τὴ σάρκα νὰ σοῦ ντύσει·
καὶ τὸ κορμὶ στὸ λογισμὸ
θ᾿ ἀδρώσει, γιὰ νὰ ζήσει
σὰ θὰ ριχτεῖ στὸ πάλεμα,
στὸ ἀντρίκειο χαροπάλεμα,
τὶς τραχιὲς γνῶμες μ᾿ ἀλαφρὴ
καρδιὰ γιὰ νὰ ζυγίσει.
Κι ὡς στήσεις παντοδύναμα
στὴ γῆ ἱερὴ τὰ χέρια,
στὴ νίκη καὶ στὸ λύτρωμα,
θὰ σοῦ χαλκέψω ἐγὼ φτερὰ
κι ἀπὸ τὸν ἥλιο ἀσύντριφτα,
γιὰ ν᾿ ἀνεβεῖς, κι ἀγνάντια του
νὰ ὑψώσεις τὴν ἀδάμαστη
καρδιά μου μὲς στ᾿ ἀστέρια !»

(απόσπασμα από το πανέμορφο και χρυσοστόλιστο ποίημα «Η Χρυσόφρυδη» της συλλογής «Ο Αλαφροΐσκιωτος» του Άγγελου Σικελιανού, 1907)


Τι σόι πράμα είναι αυτά τα πλάσματα; Δεν μπορείς να τα δεις, αν δεν συγγενεύεις μαζί τους... Δίνουν γεύση από έναν άλλον κόσμο, από ένα παράλληλο σύμπαν. Και αν αναλογιστούμε τους φυσικούς που λένε ότι πιθανόν να υπάρχουν μέχρι 11 ή και περισσότερες διαστάσεις στο σύμπαν, δεν αποκλείεται κάπου ανάμεσα σε όλες εκείνες τις διαστάσεις που αδυνατούμε εμείς οι κοινοί θνητοί να δούμε, να ζουν αυτά τα πλάσματα που μας περιγράφουν οι αλαφροΐσκιωτοι.

Τι γίνεται όμως αν ποτέ, κατά λάθος, συναντήσουμε και εμείς τέτοια πλάσματα; Πώς άραγε θα τους συμπεριφερθούμε;


"Καθρέφτης"
Στίχοι, Μουσική, Ερμηνεία:
Αλκίνοος Ιωαννίδης





Η μία και μοναδική!



Άμα είσαι καλλιτέχνης, ενδιαφέρεσαι για την ομορφιά. Όχι, μόνο για τη σκέτη ομορφιά. Αλλά και για την ομορφιά που βλέπει ο άλλος. Και αν αντιληφθείς αυτήν την ομορφιά που βλέπει ο άλλος, τότε βλέπεις διπλή ομορφιά, μία η ομορφιά του φαινομένου (του αντικειμένου δηλαδή), και μία η ομορφιά του άλλου ανθρώπου (του υποκειμένου) που παρατηρεί το αντικείμενο...

Η ομορφιά, που περνά μέσα από τα μάτια, τη σκέψη, τη ζήση ενός ανθρώπου, και δύναται να παραμείνει ομορφιά, σε τέτοιο βαθμό που να σαγηνέψει τη σκέψη ενός άλλου και να εμπνεύσει, αξίζει να διατηρηθεί και να αναπαραχθεί ανάμεσα στα τόσα αβέβαια συναισθήματα του σημερινού ανθρώπου. Αξίζει να αποτελέσει σημείο σύνδεσης και συνάντησης πνευμάτων, τεχνών, συμπεριφορών, προσδοκιών. Αξίζει να αρπάξει τις μικρές ζωούλες μας και να τις φέρει πιο κοντά, χτίζοντας μια γέφυρα σωμάτων και ψυχών, ώστε να περάσει από πάνω της κουνιστή και λυγιστή αυτή η μία και μοναδική:
η απόλυτη ομορφιά!



"Αλκίνοος - Φαραντούρη - Φόνισσα"






Η απάντηση



Η απάντηση στο απάντημα σεβασμού-ασιθητικής είναι η εξής:



"Ονείρατα"
Στίχοι: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Μουσική: Νίκος Μαστοράκης
Ερμηνεία: Νίκη Ξυλούρη






"...Τ' αηδόνια αυτά που κελαηδούν μου φαίνονται να κλαίνε..."












Δίδυμες φορές


"Θα ήθελα τώρα να εξετάσω μια τελετουργία των Ndembu, της οποίας ο λόγος ύπαρξης είναι μια διαφορετικού είδους διαταραχή του μέτρου, το πλεόνασμα. Πρόκειται για την τελετουργία Wubwang'u που εκτελείται για να δώσει δύναμη στη γυναίκα, η οποία πρόκειται να γεννήσει ή έχει ήδη γεννήσει δίδυμα. Η γέννηση διδύμων αποτελεί για τους Ndembu αυτό που αποκαλούμε παράδοξο, κάτι δηλαδή που έρχεται σε σύγκρουση με τις προϋπάρχουσες αντιλήψεις για το τι είναι λογικό ή πιθανό. Το βιολογικό γεγονός της γέννησης διδύμων παρουσιάζει για τους Ndembu πολλά στοιχεία ακατανόητα και παράλογα. Πρώτα από όλα, η κουλτούρα τους αποδίδει μια σημαντική επιβράβευση στη γονιμότητα. Από την άλλη όμως, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια υπερβολή στη γονιμότητα που συνεπάγεται βιολογική και οικονομική καταπόνηση. Σε μια κοινωνία χωρίς κατοικίδια ζώα, χωρίς αντίληψη ότι τα πρόβατα και οι κατσίκες μπορούν να προσφέρουν το γάλα τους στον άνθρωπο, είναι δύσκολο για μια μητέρα να παρέχει μόνο με το θηλασμό επαρκή διατροφή για τα δίδυμα. Συχνά, η επιβίωση των διδύμων μπορεί να εξαρτάται από την σύμπτωση να έχει γεννήσει πρόσφατα μια άλλη γυναίκα, να έχει χάσει το παιδί, να έχει γάλα διαθέσιμο και να είναι πρόθυμη να θηλάσει ένα από τα δίδυμα. Επιπλέον, ακόμα και αν τα δίδυμα επιζήσουν μέχρι τον απογαλακτισμό τους, πιθανό να είναι δύσκολο για τους γονείς τους να τα συντηρήσουν μόνοι τους. Αυτός είναι ο λόγος που στις τελετές αναπαρίστανται συμβολικά ως βάρος που πέφτει σε ολόκληρη την κοινότητα. [...] Μια αποκατάσταση της δομικής αντίφασης που προξενεί η γέννηση διδύμων, είναι η θανάτωσή τους. Αυτή η πρακτική ακολουθείται από τους Βουσμάνους της Καλαχάρι, για τους οποίους ο Bauman γράφει: 'Η παιδοκτονία είναι συχνό φαινόμενο, που οφείλεται στις δύσκολες οικονομικές συνθήκες'."


(απόσπασμα χωρίς άδεια αναδημοσίευσης από "Το παράδοξο της διδυμίας στις τελετουργίες των Ndemdu" του Victor W. Turner)




Διαβάζοντας το παραπάνω απόσπασμα, μου ήρθε στο νου ένα άλλο απόσπασμα:



"Άλλως δεν ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην η νεαρά μήτηρ ήκουε τοιούτον τι εκ μέρους της μητρός της. Ενθυμείτο ότι και άλλοτε συνέβη, η γραία μεταξύ γυναικών και γραϊδίων της γειτονιάς, να εκφράση, μετά σείσματος εκφραστικού της κεφαλής, εις ώρας καθ' ας εγίνετο λόγος περί της μεγάλης πληθώρας των νεαρών κορασίων, περί της σπάνεως, περί του ξενιτευμού και των υπέρμετρων απαιτήσεων των γαμβρών, περί των βασάνων όσα υπέφερε μία χριστιανή διά να αποκαταστήση «τ' αδύνατα μέρη», τουτέστι τα θήλεα, να εκφράση, λέγω, παραπλήσια αισθήματα. Όταν μάλιστα η μήτηρ της ήκουε περί αρρώστιας μικρών κορασίδων, είχεν ακουσθή, σείουσα την κεφαλήν, να λέγη:
— Σα σ' ακούω γειτόνισσα!... «Δεν είναι χάρος, δεν είναι βράχος;» επειδή συνήθιζε πολύ συχνά να εκφράζεται με παροιμίας λίαν εκφραστικάς. Και άλλοτε πάλιν την ήκουσαν να δογματίζη ότι ο άνθρωπος δεν συμφέρει να κάμνη πολλά κορίτσια, και ότι το καλύτερον είναι να μη πανδρεύεται κανείς. Η δε συνήθως ευχή της προς τα μικρά κοράσια ήτο «να μη σώσουν!... Να μην πάνε παραπάνω!»
Και άλλοτε προέβη επί τοσούτον ώστε να είπε:
— Τι να σας πω!... Έτσι του 'ρχεται τ' ανθρώπου, την ώρα που γεννιώνται, να τα καρυδοπνίγη!...

[...]

Να!... μου έδωκε το σημείο ο Άις-Γιάννης, είπε μέσα της, σχεδόν ακουσίως η Φραγκογιαννού, άμα είδε τα δύο θυγάτρια... Τί λευθεριά θα της έκαναν της φτωχιάς, της Περιβολούς, ανίσως έπεφταν μες στη στέρνα κ' εκολυμπούσαν!... Να ιδούμε, έχει νερό;

Πλησιάσασα, έκυψε, και είδεν ότι η στέρνα ήτον σχεδόν γεμάτη· ως δύο τρίτα οργυιάς νερού.
— Τί τ' αφήνει εδώ, κείνος ο πατέρας τους, μικρά κορίτσια, είπεν πάλιν η Φραγκογιαννού. Τάχα δεν μπορούν να πέσουν και μοναχά τους μέσα;"


(απόσπασμα από το έργο "Η Φόνισσα" του Παπαδιαμάντη - μια σύντομη ματιά για όσους δεν το θυμάστε καλά εδώ)


Αποκορύφωμα της αναλογίας αντιλήψεων αυτών των δυο κοινωνιών είναι ο Άι-Γιάννης της Φόνισσας και το θεϊκής κατεύθυνσης τελετουργικό που ακολουθούν κάποιες κοινωνίες της Αφρικής. Και οι δυο κοινωνίες έχουν ως εξιλέωση των πράξεών τους, τα θεία!

Διαβάζω ένα υπέροχο μάθημα αυτήν την περίοδο: ανθρωπολογία της τελετουργίας και των συμβολικών συστημάτων. Μου ξετυλίγεται η ευκολία και η οικουμενικότητα με την οποία ο άνθρωπος εκ φύσεως ταξινομεί, κατατάσσει και κατηγοριοποιεί.

Κάθε πολιτισμός έχει ένα σύστημα ταξινόμησης του κόσμου και μέσα από αυτό περνάει η σχέση του ανθρώπου με την πραγματικότητα. Αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα όπως την βιώνουμε, δηλαδή έχουμε την αίσθηση ότι υπάρχει μια εξωτερική πραγματικότητα η οποία προσκρούει στην αφή μας. Οτιδήποτε καινούργιο προσλαμβάνουμε, το μυαλό μας προσπαθεί να το ταξινομήσει δηλαδή να το εντάξει στο παλιό σχήμα, στην βιωμένη αντίληψη που έχει σχηματίσει για τον κόσμο. Βλέπουμε τα πράγματα μέσα από πολιτισμικές παραστάσεις, που στη συνέχεια τις εντάσσουμε σε νοητικές κατηγορίες και τις εκφράζουμε ως γλωσσικές. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν την πραγματικότητα μέσα από το νοητικό μας οπλοστάσιο.

Ο εξωτερικός κόσμος μας βομβαρδίζει με ερεθίσματα. Από όλα αυτά κρατάμε μερικά και τα επεξεργαζόμαστε, με βάση τις κατηγορίες που έχουμε μάθει. Η ταξινόμηση συνήθως προέρχεται μέσα από τον τρόπο ζωής. Για παράδειγμα οι Εσκιμώοι έχουν πολλές έννοιες για το χιόνι που αποτελεί βασικότατο συστατικό της ζωής τους, ενώ εμείς μόνο μία έννοια.

Καθώς μεγαλώνουμε, μαθαίνουμε τις κατηγορίες άμεσα ή έμμεσα. Όταν ταξινομούμε, χρησιμοποιούμε κάποια κριτήρια, χωρίς να σημαίνει ότι υπάρχουν απόλυτα κριτήρια. Δεν υπάρχουν καλές και κακές ταξινομήσεις. Υπάρχουν μόνο ταξινομήσεις.

Ο κόσμος είναι ένα συνεχές. Και έρχεται ο άνθρωπος με τις εννοιολογικές και γλωσσικές του κατηγορίες να βάλει όρια στο συνεχές και να το μετατρέψει σε ασυνεχές. Η ταξινόμηση δηλαδή είναι ο τρόπος που ο άνθρωπος οργανώνει την αντίληψη και την εμπειρία του.

Η κατηγορία και η ταξινόμηση σπάνε τη μοναδικότητα κάθε εμπειρίας, καθώς μας βοηθούν να προβλέψουμε την μοναδικότητα και να την κατανείμουμε σε κατηγορίες.

Όλες αυτές οι σκέψεις, θυμάμαι πως έχουν συμπυκνωθεί θαυμαστά από τον Marvin -θεό- Minsky στο απλούστατο: "η κάθε κρίση είναι σύγκριση".

Και αυτό γίνεται σχεδόν παντού και πάντα. Αυτό έκανα και εγώ αμέσως πιο πάνω και μάλιστα δυο φορές, ή αν προτιμάται δίδυμες φορές(!): 1) συγκρίνοντας το άρθρο του Turner με τη Φόνισσα, βρήκα ότι μπορούν να χωρέσουν στην ίδια ομάδα και στην ίδια κατηγορία πληροφοριών, συγκεκριμένα σε αυτή που έχει την ταμπέλα του δυσβάσταχτου της ανατροφής παραπανίσιων παιδιών, και 2) συγκρίνοντας τα λόγια του Minsky, με τις σκέψεις μου περί ταξινόμησης που παρέθεσα πιο πάνω, όπως αυτές απορρέουν από το διάβασμα του μαθήματος που είναι να δώσω σε λίγες μέρες.

Άρα, αγαπητοί μου, είμαστε φτιαγμένοι να φτάχνουμε κουτάκια, κατηγορίες, ομαδούλες. Μόνο έτσι μπορούμε να επιβιώσουμε. Είμαστε φτιαχμένοι να σπάμε την μοναδικότητα της κάθε εμπειρίας μας και να εθελοτυφλούμε στο μεγαλείο και τη μαγεία της κάθε ξεχωριστής στιγμής μας... Είμαστε φτιαγμένοι να βλέπουμε την πραγματικότητα μόλις από μια χαραμάδα, διαφορετική για τον καθένα μας.

Αγαπητοί μου, παρακαλείστε όπως αποφεύγετε να φονεύετε την σπουδαιότητα κάθε μοναδικής στιγμής σας σε τούτο το σύμπαν.

Αυτά!


Υ.Γ.1: Αν "κάθε κρίση είναι σύγκριση", τότε στην σημερινή κρίση που περνάμε, ποιά (θα πρέπει να) είναι η σύγκριση; Μήπως αυτή μεταξύ ενός εγωιστή ανθρώπου και ενός αλτρουιστή;
Y.Γ.: Ευχαριστώ ένα πλάσμα για τις σημειώσεις του μαθήματος.



Περί μέθης ο τραγουστικός λόγος...


Αφιερωμένο σε μια μητέρα,
που σίγουρα μπροστά της,
η λύση δεν θα αργήσει να φανεί,
και έτσι το σκότος στην αγκαλιά της λάμψης
δεν θα αργήσει ν'αφεθεί...



"Στα μάτια τα ψιχαλιστά" - Α. Παπαδιαμάντης - Σ. Μάλαμας




"...πόσο μεθύσι μέθυσα..."





Το θυμωμένο αηδόνι


Είδα τη φωτογραφία της εντελώς τυχαία και την θυμήθηκα! Ήταν καλοκαίρι του 2002 και ήμουν με φίλο από την μακρινή χώρα του Κουδουνιστάν, σε ένα ορεινό χωριό των Χανίων. Πανυγήρι με τον Ψαραντώνη και την ορχήστρα του επί σκηνής. Πολύ κέφι, όλο το χωριό χόρευε, εγώ με τον φίλο μου σε μια γωνιά στην άκρη της πλατείας, είχαμε λουφάξει και κοιτούσαμε εκστασιασμένοι του Κρήτες σε όλο τους το μεγαλείο. Δεν ξέραμε ούτε τους χορούς ούτε τα τραγούδια. Αλλά δεν είμασταν μόνο εμείς: λίγα μέτρα παραδίπλα δυο κοπέλες δροσερές σαν τα κρύα τα νερά συζητούσαν αμέτοχες σε αυτόν τον χαμό που γινόταν. Ο φίλος μου -κλασσικά- προσέγγισε την μία, την πιο όμορφη και σαγηνευτική και έπιασε ψιλοκουβέντα. Μετά από λίγα λεπτά όμως η κοπέλα ζήτησε συγνώμη, σηκώθηκε και ανέβηκε στη σκηνή να τραγουδήσει... δίπλα στον πατέρα της Ψαραντώνη...!!

Ήταν η Νίκη Ξυλούρη, όμορφη σαν δροσοσταλίδα, με φωνή θυμωμένου αηδονιού! Για κοίτα ο φίλος μου, θα έχει να λέει ότι την έπεσε στην κόρη του ανθρώπου των σπηλαίων - Ψαραντώνη, ο οποίος εκεί πάνω στην πάλη του με την λύρα, μου φάνηκε σαν να διαπέρασε για κάποια στιγμή με το άγριο βλέμμα του τον φίλο μου... Ευτυχώς ο φίλος μου ζει ακόμα, εξάλλου ένα τσιγάρο έκανε τράκα, τίποτε παραπάνω!

Ιδού το θυμωμένο αηδόνι, που με έκανε να ερωτευτώ την ερμηνεία της στο τραγούδι "Ονείρατα" του δίσκου "Το σκοτεινο τρυγόνι", στον οποίο μελωποιείται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (http://www.musiccorner.gr/nees_kyklof/06/papadiamantis.html).