Ο τέλειος δεσπότης;



Εντυπωσιακό και συνάμα απρόσμενο!




Ο τέλειος Έλλην;


Όποιος δει αυτό το βίντεο και δεν αισθανθεί έναν σφίξιμο στην καρδιά, τότε...
να πάει άμεσα σε καρδιολόγο γιατί η καρδιά του σίγουρα έχει σταματήσει να αισθάνεται.



"Οι Γερόντοι"
Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη



Δόκτωρ Τσίσας...


Η κατάσταση της ιατρικής κοινότητας της χώρας μας, όσο προχωράω και εμβαθύνω στους υποχθόνιους μηχανισμούς των αδύτων που διακινούν τις συμπεριφορές υγείας, δίκαια νομίζω μπορεί να χαρακτηριστεί "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ".

Οι γηραιότεροι ιατροί που κατέχουν διευθυντικές θέσεις, είναι κουρασμένοι, με έλλειψη κινήτρων - πλην των οικονομικών (να είναι καλά η Novartis και οι λοιποί χορηγοί που στέκονται δίπλα και στηρίζουν στον έλληνα ιατρό), με εξουσιαστική διάθεση οι περισσότεροι, (καθώς έτσι γαλουχήθηκαν κατά τη θητεία τους δίπλα στους πάλαι ποτέ αμείλικτους και αυταρχικούς μαγαλοκαθηγητάδες, μεγαλοδιευθυντάδες και μεγαλοκαρχαρίες της ιατρικής ιστορίας και τώρα που πήραν τη θέση του διευθυντή βγάζουν το άχτι τους για όσα άλλοι διευθυντάδες τους είχαν κάνει...), με αδιαφορία απέναντι στους "αριθμούς" των ασθενών-περιστατικών, με ειρωνική, πατερναλιστική ή ίσως και ανταγωνιστική συμπεριφορά απέναντι στους νεότερους ιατρούς. Αυτοί, είναι χαμένοι και καμμένοι από χέρι. Έζησαν ένα σύστημα υγείας που έπλεε βαθειά μέσα στην αυθαιρεσία, τόσο ως προς τη νομική, την ιατρική αλλά τελικά και την ηθική πλευρά του πράγματος...

Οι νεότεροι πάλι ιατροί, χαμένοι κάπου ανάμεσα στη γραφειοκρατία του εθνικού συστήματος υγείας, στην προβληματική ηλεκτρονική συνταγογράφηση, στις παγκόσμιες επιβλητικές δυνάμεις κατευθυντηρίων οδηγιών (και συνεπώς νομικής απειλής επί μη συμμόρφωσης με αυτές), στις παιδιάστικες αναβλητικές συμπεριφορές βαρεμάρας (τί; έχει δύσπνοια; σιγά, και τι έγινε...;), στις ανώριμες συμπεριφορές επιπολαιότητας και μεγαλομανίας (νομίζουν ότι έχοντας δει καμιά 10ριά φορές μια πάθηση, έχουν πιάσει τον παπά από τα @@ρχίδια... και ξέρουν όλη την ιατρική... που την παίζουν στα δάχτυλα!), στις πειναλέες συμπεριφορές συναλλαγής κάτω από το τραπέζι με το σύστημα ("δώσε και σε μένα μπάρμπα...") - μόνο που τώρα έχουν μείνει μόνο τα ψίχουλα που άφησαν οι προηγούμενοι..., στο βομβαρδισμό πληροφοριών και εκρήξεις προσωπικής ανισορροπίας, στα δάνεια και αντιδάνεια, στους έρωτες-παιδιά-γατιά-σκυλιά-σεμινάρια-δημοσιεύσεις και μετακομίσεις ανά την Ελλάδα ζητιανεύοντας για ένα επικουρικό και στην ανάγκη για εμπειρία στο εξωτερικό ώστε να πλουτίσουν το βιογραφικό τους για να μπορούν να διοριστούν κάπου στη Σύμη ή στο Καστελλόριζο..., οι νεότεροι πάλι ιατροί λέγω... δεν έχουν πάρει πρέφα περί τίνος πρόκειται η σημερινή Ιατρική...

Ελάχιστα είναι τα παραδείγματα ελλήνων ιατρών που ακόμα στέκονται όρθιοι στο μακελειό της ανθρώπινης ασθενικής ψυχής. Αυτοί οι άνθρωποι αν κάπου διαφέρουν από τους προηγουμένως περιγραφέντες συναδέλφους τους, μικρούς και μεγάλους, νεότερους ή γηραιότερους, είναι στο επίπεδο ευρύτερης παιδείας και σεβασμού καθώς και στην πραγματική αγάπη για αυτό που κάνουν. Τα υπόλοιπα, περισσεύουν.

Ενδεικτικά και μόνο παραθέτω κάποια σκίτσα του γελοιγράφου Σεραφείμ Μπάκουλη (που ήταν η αφορμή για να γράψω αυτές τις σκέψεις), του οποίου το έργο πρόσφατα εντόπισα και πραγματικά γέλασα πολύ. Δυστυχώς δεν βρήκα τρόπο επικοινωνίας μαζί του ώστε να ρωτήσω για την άδεια αναδημοσίευσης αυτών των σκίτσων, αλλά παροτρυνόμενος από το "κοινοποιήστε" που έχει στο εμπροσθόφυλλο του βιβλίου του, το οποίο κρατώ, θέλω να πιστεύω ότι δεν θα έχει πρόβλημα που καρφιτσώνω αυτές τις όμορφες και πολύ έξυπνες γελοιογραφίες, σε ετούτο εδώ το blog (οι 3 πρώτες έχουν σχέση με την ιατρική και οι επόμενες 2 έχουν σχέση με την κοινωνική παθολογία και το πώς χτίζονται ή γκρεμίζονται σήμερα τα όνειρα των συνανθρώπων μας):







Nullius in verba


Παραθέτω κάποιες ρήσεις που έχουν διατυπρωθεί στο πέρασμα των χρόνων, σχετικά με το περιεχόμενο της επιστημοσύνης, ειδικά στο χώρο των βιοεπιστημών. Αν έχουν όμως, αξία, αυτές οι ρήσεις για μένα, δεν είναι το περιεχόμενό τους, αλλά η βιωματικότητα του περιεχομένου τους:


Πρώτα, ο Βάκων:

"αν κάποιος θελήσει να αρχίσει με βεβαιότητες, θα καταλήξει σε αμφιβολίες. Αν όμως, στο ξεκίνημα, τον ικανοποιούν οι αμφιβολίες, τότε σίγουρα θα καταλήξει σε βεβαιότητες".




Μετά, η μητέρα του Μεντελέγιεφ (απευθυνόμενη προς τον γιο της, λίγο πριν αυτή πεθάνει):


"απόφευγε τις αυταπάτες, επιμένοντας στη δουλειά και όχι στα κούφια λόγια. Αναζήτησε υπομονετικά τη θεϊκή και την επιστημονική αλήθεια".


Και τέλος, ο κύριος William Osler, σχετικά με την Ιατρική, έχει πει το ανυπέρβλητο και βαθυστόχαστο, το οποίο ελάχιστοι ιατροί σήμερα μπορούν να βαστάξουν αγογγύστως...:



(αλήθεια, ποια άλλη επιστήμη ενέχει τόση αβεβαιότητα στην κρίση της, όταν όλοι ζητούν από εκείνη τόση βεβαιότητα στις αποφάσεις της; πώς να εξηγήσεις στην εκάστοτε κοινωνία, ειδικά στη σημερινή με τα μεγαλειώδη της τεχνολογικά επιτεύγματα, το αντιφατικό της κατάστασης, μα και συνάμα το μαγευτικό της διευρεύνησης και της πιθανολογικότητας, χωρίς να παρεξηγήσει κανείς ότι από υποκείμενο ιατρικών υπηρεσιών, γίνεται αντικείμενο πειραματικών χειρισμών...;)



Και για τελείωμα, ρίξτε μια ματιά και παρακάτω, για να δείτε πού πηγαίνει σήμερα η Ιατρική...

Θα πω μόνο δυο πράγματα:

- αυτό με τη διάγνωση του καρκίνου του στήθους που περιγράφει στην αρχή, μού έχει τύχει όταν ήμουν στην Καστοριά. Το έχω καταγράψει σε αυτό το blog, μπορείτε να το αναζητήσετε. Μαζί, έχω καταγράψει και την τραγικότητα και την απογοήτευση της κατάστασης να σου συμβαίνει κάτι τέτοιο, ως καρδιολόγος όταν πας να κάνεις υπέρηχο καρδιάς σε γυναίκα ασθενή και είσαι ο πρώτος που αγγίζει το στήθος της για να διαπιστώσεις ότι έχει καρκίνο με μεταστάσεις στον πνεύμονα και αυτό της προκαλεί τη δύσπνοια την οποία καλείσαι να εξηγήσεις...

- είναι συγκινητικό, να διαπιστώνεις, ότι ο συνδυασμός Ιατρικής και Ανθρωπολογίας, ταυτόχρονα, στην καθημερινή πράξη, σε μια κίνηση, σε μια ανάσα, σε ένα σώμα και σε μια έμπνευση, κάποιοι πολύ μακριά, το αναγνωρίζουν και το πράττουν ομοίως. Είναι απίστευτη χαρά, να συνειδητοποιείς ότι και άλλοι συνάδελφοι (έστω και αν βρίσκονται πχ στο μακρινό "Stanford" και όχι στο κοντινό "Αμαλία Φλέμιγκ") βλέπουν τα πράγματα από αυτήν την ματιά της Ιατρικής Ανθρωπολογίας... Δυστυχώς, μόνο αυτοί καταλαβαίνουν την σχεδόν μεταφυσική χαρά της τέχνης. Οι λοιποί, χάνουν τεράστια εικόνα της προσέγγισης... Δικαίωμά τους.






Και επειδή, "Nullius in verba", δηλαδή, "τίποτα δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε κάποια ρήση", αν δεν έχει βιωματικά προσεγγιστεί, σε τούτη τη ζωή, (συμπληρώνω εγώ), θα σας ευχηθώ, ρητά και ξεκάθαρα: καλά βιώματα!

Υγιαίνετε!

Ένας blogger την ημέρα, την ανία κάνει πέρα...


Χτες ήταν η Παγκόσμια Ημέρα των απανταχού Bloggers !!

Το blogging, παρόν από το 1993 διαδικτυακά, νομίζω καλύπτει τρεις ανάγκες:

1. την ανάγκη για αποτύπωση των εμπειριών του συντάκτη τους, όπως κάποτε γινόταν με το προσωπικό μας τετράδιο-ημερολόγιο κάπου κάτω από το κρεββάτι ή μέσα βαθιά σε ένα συρτάρι με λουκετάκι απέξω... σε μια προσπάθεια να κλειδώσουμε αυτές τις εμπειρίες μας για να μην τις πάρει ο αέρας της φθοράς και χαθούν σαν τα θραύσματα ενός χρυσαλιφούρφουρου  στο πέρασμα του χρόνου...

2. την ανάγκη για μοίρασμα αυτών των εμπειριών με τους άλλους ανθρώπους, όπως ακριβώς όμως, θα θέλαμε να τις αναδείξουμε εμείς, σε μια προσπάθεια αποκάλυψης ή ακόμα και επίδειξης (χωρίς ο όρος να εμπεριέχει απαραίτητα αρνητική δυναμική) αυτών των εμπειριών, μια διαδικασία όμως που δίνει ευκαιρία στην τέχνη να εκφραστεί...

3. την ανάγκη να γίνουμε αρεστοί από τους γύρω μας, σε μια προσπάθεια ένωσης του σπασμένου "εγώ" με το κολλητικό "εμείς"...


Το blogging μεγάλωσε, άλλαξε περιεχόμενο και ταυτότητα, κάποιοι σταμάτησαν να γράφουν γιατί βαρέθηκαν, άλλοι γιατί κουράστηκαν, άλλοι γιατί η καθημερινότητα τούς ξεπερνούσε και δεν την προλάβαιναν και κάποιοι τέλος, ελάχιστοι, που προσπαθούν να συνεχίσουν να καλύπτους τις τρεις ανωτέρω ανάγκες...

Το blogging αυτά τα τελευταία 25 χρόνια αλληλεπίδρασε με τις νέες δυνάμεις της κοινωνίας της πληροφορίας και της κοινωνίας του διαδικτύου άλλοτε χάνοντας και άλλοτε κερδίζοντας, πάντα όμως ακολουθώντας και αλληλεπιδρώντας με αυτές τις δυναμικές αλλαγές που έχουν επέλθει στη σύγχρονη ζωή μας. Αν έχει αναδείξει κάτι το blogging, είναι τα αντιφατικά συστατικά της κοινωνίας μας που συνθέτουν (ή κατά την προσωπική μου άποψη, αποσυνθέτουν) τις επιμέρους εκφάνσεις της. Τα παραδείγματα είναι πολλά, καθημερινά και ασταμάτητα. Έχω προσπαθήσει πολλάκις να τα καταγράψω εδώ, θίγοντας ακροθιγώς εκείνα τα φαινόμενα που θίγουν αμιγώς αυτό που ονομάζεται στο συλλογικό ασυνείδητο "ανθρώπινη αξιοπρέπεια"...

Το blogging έχει καταγράψει αυτήν την αντίφαση της κοινωνίας μας, η οποία φαίνεται ότι βαδίζει σε αποσχιστικές συμπεριφορές, συμπεριφορές των άκρων, συμπεριφορές πόλωσης... Έτσι, τα αμέτρητα blogs, μπορεί να ξεκίνησαν για να καλύψουν τις τρεις ανωτέρω ανάγκες που αναφέρθησαν, νομίζω όμως ότι έχουν καταλήξει να είναι δυο κατηγοριών: εκείνα που εγκόλπωσαν τα σκουπίδια της δημοσιογραφίας και της φτιασιδωμένης, εμπορευματο(παρα)ποιημένης πληροφορίας που αραδιάζουν ό,τι αποβλακωμάρα μπορεί κανείς ελεύθερα να γράψει, και εκείνα που προσπαθούν ακόμα να καταγράψουν μια κριτική στάση και άποψη απέναντι στην προηγούμενη κατηγορία, καταθέτοντας τη βιωματική τους εμπειρία από τα θραύσματα της καταπατημένης ανθρώπινης αξιοπρέπειας που είπαμε πριν...

Αραδιάζω αδρά κάποιες αντιφατικές έννοιες εμπνευσμένες από τις εμπειρίες μου των τελευταίων ημερών:

- ποια τα όρια του "δεν θέλω" και του "δεν μπορώ"; πότε αυτό που νομίζουμε ότι δεν μπορούμε, είναι κατά βάθος αυτό που δεν θέλουμε και μήπως όταν λέμε ότι δεν θέλουμε, είναι όταν πραγματικά γνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε; Α, ρε Φρόυντ... πού είσαι;


- έχετε αναρωτηθεί γιατί ο χρυσός, από αρχαιοτάτων χρόνων ζητούμενο των κοινωνιών, έχει τη θέση που έχει ανάμεσα στα ανθρώπινα; Γιατί να μην είναι, ας πούμε, το κάρβουνο που είναι φτιαγμένο από την ίδια χημική ουσία; Μήπως, γιατί  ο χρυσός έχει τέτοια διάταξη και "σειρά" στη δομή του, που τον κάνει να είναι τόσο σπάνιος και τόσο φωτεινός; Μήπως, γιατί η εσωτερική του διάσταση και ισορροπία, γεννούν μια εκθαμβωτική εξωτερική λάμψη που σπανίζει ανάμεσα στους υπόλοιπους λίθους; Κάνετε μια αναγωγή του χρυσού και των άλλων λίθων, στην κοινωνία με αφενός τους σπάνιους χρυσούς ανθρώπους και αφετέρου τους άλλους ηλίθιους που περιστοιχίζουν τους πρώτους και δυστυχώς φαίνεται ότι στοιχίζουν πιο πολύ από τους πρώτους. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος: ένα δώρο "μπριγιάν" (στην προφορά είμαι απαίκταμπλ...) που πουλιέται από πασίγνωστο οίκο στο Κολωνάκι 1550 ευρώ, αν το πας σε κάποιο υποκατάστημα του Ριχάρδου (όχι του Λεοντόκαρδου, αλλά του άλλου, του γνωστού μαυραγορίτη), στο αγοράζει γύρω στα 15 ευρώ... Ο πιο σιχαμερός από τους δυο -Ριχάρδου και Κολωνακιώτη κοσμηματοπώλη- είναι ο δεύτερος και όχι ο πρώτος που ίσως τρέξατε οι περισσότεροι από εσάς να σκεφτείτε, διότι ο δεύτερος σου πουλάει φύκια με μεταξωτές κορδέλες, τέχνη και φαντασία, μπαρούφες και γαρύφαλλα κολωνακιώτικα... χρεώνοντάς τα περίπου 100 φορές πάνω από την πραγματική αξία του πολύτιμου λίθου, σε εσένα που σε υποτιμά περίπου 100 φορές κάτω από το μέσο όρο του πολύτιμου (για το κοινωνικό γίνγεσθαι) ηλίθιου πελάτη του. Πού κρύβεται λοιπόν, εκείνος ο πολύτιμος χρυσός ανάμεσα στα ανθρώπινα; Πού κρύβεται εκείνη η σπανιότητα της λάμψης, της ξεχωριστής εσωτερικής δομής και συγκρότησης, της απαστράπτουσας σεμνότητας και νηφαλιότητας στους ανθρώπους...;


- σε συνέχεια του προηγούμενου, η κοινωνία έχει αντικαταστήσει το "αερικό" με το "αεριτζίδικο". Το πρώτο, είναι η ανάγκη της υπέρβασης, της μαγεμένης και ρομαντικής φαντασίας σε βαθμό συναρπαγής από τα στέρεα με στόχο να ξεφύγει το άτομο από την πραγματικότητα και να μεταφερθεί στα υπερφυσικά, ενώ το δεύτερο είναι η υπέρβαση της ανάγκης, η υπερβολή του ρεαλισμού, η επιβολή της πραγματικότητας με όρους αφύσικους και χθόνιους, κούφιους και φτιασιδωμένους με μόνο στόχο να παραμείνει το άτομο κολλημένο στην άθλια πραγματικότητα που του φοράνε... Αυτή η αντίθετη στάση ζωής υποδηλώνει τις δυο κατευθύνσεις που έχει λάβει τη σήμερον το blogging...


- και σε συνέχεια πάλι του προηγούμενου, παραθέτω δυο σκηνές:

α) η μια προ ημερών, όταν παρευρέθην σε εστιατόριο ενός εκ των μεγαλυτέρων και διασημοτέρων ξενοδοχείων του κέντρου της Αθήνας, και μας σερβίρισαν βλήτα ως το εξαιρετικό μενού της ημέρας... από τον διάσημο σεφ τάδε... αυτά πάντως, η γιαγιά μου, τα έλεγε "κουτόβλητα" και ήταν το πιο απλό φαγητό που μπορούσε κανείς να φάει στο χωριό μας... Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως, κουτοί ήταν εκείνοι που μας έβγαλαν στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο και φυσικά πλήρωσαν και τα βλήτα...

β) και η δεύτερη σκηνή, μιλάει από μόνη της:



πώς η Παπαρίζου από τις πίστες της Γιουρ-βυζιόν (δεν ξέρω ποιο είναι το πιο σωστό: με -υ ή με -ι ) και της παραλιακής, θα βρεθεί ανάμεσα στα λάχανα και χάχανα του Ρέντη...; Μήπως έχει ξεμείνει από "μαϊντανό" (=χρήμα, κατά την τοπική διάλεκτο του χωριού μου), ή μήπως προωθεί λαϊκή καμπάνια με τον πασίγνωστο τίτλο: "εδώ δεν έχουμε να φάμε, μαρουλάκια για την όρεξη..."; Όπως και να έχει πάντως, παρότι το πράγμα είναι γελοίο, οι μάνατζέρ της προσπαθούν να αντιστρέψουν την γελοιότητα του πράγματος και να μας πλασάρουν το ταρατατζούμ γεγονός σαν να μην τρέχει τίποτα, όπως ακριβώς όταν πας σε πολυτελή εστιατόρια που σου πλασάρουν ξαναζεσταμένο σε φούρνο μικροκυμάτων φαγητό-σπεσιαλιτέ τους, και εσύ το πληρώνεις για χαβιάρι άρτι αλιευτέν από την Καραϊβικήν... και λες και "τι νόστιμο που είναι", γιατί φυσικά, έτσι σε μάθανε να λες...


- τούτη η ζωή, είναι ταυτόχρονα όμορφη μα και στενάχωρη.

α) η ομορφιά της και μαζί η σύνθλιψή της, έχει αποτυπωθεί στο μαγευτικό ετούτο παιδικό τραγουδάκι που ακούμε μαζί κάθε απόγευμα με την μπεμπάρα μου και εκείνη γελάει από τη χαρά της (δώστε βάση στον τόσο δραματικό μα αληθινό στίχο):


"Δυο φίλοι"
Στίχοι, Μουσική: Γιώργος Χατζηπιερής
Ερμηνεία: Απόστολος Ρίζος



β) η στεναχώρια της και μαζί και η ελπίδα που έχει τρυπώσει στα βάθη της, έχει επίσης δηλωθεί με μαγευτικό τρόπο σε τούτο το άλλο παιδικό τραγουδάκι που επίσης ακούω με την μπεμπάρα μου κάθε απόγευμα, μόνο που τώρα γελάω εγώ στο άκουσμά του...

"Παλιάτσος"
Στίχοι: Μέλπω Ζαροκώστα
Μουσική: Νότης Μαυρουδής
Ερμηνεία: Παιδική Χορωδία ωδείου Kodaly



Και αν όλα τα προηγούμενα σας φαίνονται ασύνδετα ή και αντιφατικά, είναι επειδή ακριβώς το blogging μας δίνει αυτό ακριβώς το δικαίωμα: να γράφουμε ό,τι γουστάρουμε ελεύθερα και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Τα ποίηματα ας πούμε είναι πιο συγκεκριμένα...;

Συμπέρασμα: η ζωή έχει χάσει τον προσανατολισμό της. Σιγά το νέο - έτσι ήταν πάντα, θα μου πείτε! Θα διαφωνήσω. Παλαιότερα, η κοινωνία διαμορφωνόταν από τις ανάγκες της οι οποίες οδηγούσαν σε λύσεις μέσα από έναν συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής τους. Σήμερα, οι ανάγκες γεννούν άλλες ανάγκες και όλες μαζί καταλήγουν να διασταυρώνονται μεταξύ τους, γεννοβολώντας ακόμα περισσότερες ανάγκες, κοινώς, η λύση που μας πλασάρουν κάποιοι για τις ανάγκες μας, είναι επιπλέον ανάγκες, ωθώντας μας να κάνουμε κύκλους στις ζωές μας, και να ζούμε ζωές χωρίς λύσεις, έως ότου ζαλιστούμε από τις πολλές στροφές και πέσουμε χάμω αποκαμωμένοι και έτοιμοι να μας γαργαλίσουν το ταμτιριριν... χωρίς να προβάλουμε καμία αντίρρηση! Το πολύ-πολύ να προβάλουμε το βιασμό της ίδιας της ζωής μας σε επαναλήψεις στο MEGA και να τις βλέπουμε στο μέλλον (γιατί δεν βλέπω το συγκεκριμένο κανάλι να παύσει ποτέ να εκπέμπει και να δείχνει για τουλάχιστον τα επόμενα 100 χρόνια τον Παπακαλιάτη να πηδά ό,τι βρίσκει στο πέρασμά του: μάνες, κόρες, γειτόνισσες, γάτες, κότες, μάντρες, βουνά και λαγκάδια...).


Αυτά! Ζήτω το blogging που παραμένει ελεύθερο και μπορούμε να γράφουμε και εμείς οι εκτός του συστήματος, για όλα εκείνα τα εκτός συστήματος που μας κινούν το ενδιαφέρον... Παράδειγμα απίστευτου ενδιαφέροντος που με έχει συγκινήσει τελευταία -και είναι φυσικά εκτός συστήματος- είναι η κάτωθι μαγευτική ιστορία:

"Ο Πρίγκιπας Λεμόνης και η Όμορφη Κρεμμύδω"
Στίχοι, Μουσική: Γιώργος Σακελλαρίδης


ὅς τις ἀιδρείῃ πελάσῃ


Το πρόβλημα έχει τεθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια. Μαζί και η λύση του. Ο φακός της Ιστορίας, όμως, δεν νομίζω ότι έχει ρίξει το απαιτούμενο φως επί του θέματος, παρ' όλες τις αναλύσεις που έχουν γραφτεί (και τις λογοίς "παρόλες" που ακούγονται για αυτό το κείμενο και τον συγγραφέα του...).

Ο λόγος περί της "Ομήρου Οδύσσειας" και της σκηνής με τις πασίγνωστες "Σειρήνες", στη ραψωδία μ του έπους.

Το σύμβολο των Σειρηνών, ως εκμαύλιση και κατόπιν καταβαράθρωση της ύπαρξης, ως μάγευση και κατόπιν απομάγευση του νου, ως συναισθηματική μεγιστοποίηση και κατόπιν σωματική κατάρρευση του ζώντα ανθρώπου, είναι διαχρονικό. Ειδικά στις μέρες μας, είναι άκρως επίκαιρο: αυτό που φαντάζει "φαντεζί", αποδεικνύεται όχι απλώς κενό περιεχομένου, μα κυρίως, αποδεικνύεται καταστροφικό. Και αν αναλογιστεί κανείς, ότι το πρόβλημα τελικά είναι στον ίδιο τον εαυτό που επιλέγει να ακολουθήσει το σαγηνευτικό τραγούδι των Σειρήνων ("θα πάω και ας μου βγει και σε κακό" λέει ένας άλλος σύγχρονός μας ποιητής, ο Νίκος Παπάζογλου), τότε θα μπορούσε κανείς να πει ότι τελικά το φαινόμενο είναι αυτο-καταστροφικό!

Η σπουδαιότητα όμως, της σκηνής, έγκειται στη λύση που προτείνει ο ποιητής στη νέα αυτή δοκιμασία για τον Οδυσσέα και το πλήρωμά του: είναι μια λύση με δυο σκέλη, με δυο συμπεριφορές. Και η συνειδητοποίηση και των δυο αυτών επιμέρους συμπεριφορών, είναι που έδωσε μια ακόμα προοπτική στην καθημερινότητά μου.

Η πρώτη λύση, εκφράζεται μέσω του ίδιου του Οδυσσέα και της ισχυρής πρόσδεσής του στο κατάρτι. Η σκηνή συμβολίζει την πρόσδεση στις σταθερές και τις αξίες που οφείλουμε να έχουμε και να συνδεόμαστε σε αυτές. Το κατάρτι, είναι οι αξίες μας και η προσωπικότητά μας, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από ηθικά συστήματα, από άλλες προσωπικότητες που μας έχουν διαμορφώσει και από βιωματικές εμπειρίες. Είναι όλα αυτά που μας "στηρίζουν" στις δύσκολες στιγμές που ο καθένας μας, περνά.

Η πραγματική όμως, λύση, που δίνει ο ποιητής, ώστε να ξεφύγει ο Οδυσσέας και το καράβι του από αυτό το κενό (από το οποίο όπως λέει η παράδοση, κανείς άλλος πλην του αηδονολάλητου Ορφέα δεν είχε ποτέ ξεφύγει), ήταν... το βουλοκέρι! Ναι, καλά διαβασατε, το βουλοκέρι, με το οποίο ο Οδυσσέας άλοιψε τα αυτιά των συντρόφων του, ώστε να κωφεύουν και έτσι να μην μαγευτούν, αλλά να συνεχίζουν απερίσπαστοι το κουπί τους, μπας και ξεκολλήσουν κάποια στιγμή μακρυά από τον κίνδυνο και από το κενό. Τι συμβολίζει αυτή η σκηνή; Ότι κάποιες φορές, το να μην γράφουμε και να μην ακούμε τα πάντα, έχει και αυτό τη σημασία του. Το να μην δίνουμε σημασία στα λεγόμενα κάποιων που αποζητούν το κακό μας, έχει τη σημασία του. Το να μην μετρούμε τα πάντα με το ίδιο μέτρο, έχει τη σημασία του. Καθώς, ο σκοπός, ο στόχος, η Ιθάκη, είναι αυτά που μετρούν πάνω από όλα.

Και αν κάποτε, το να κωφεύεις μου φαινόταν ισοδύναμο της αδιαφορίας, πλέον, το να αδιαφορείς με πείθει ότι λειτουργεί αυτο-προστατευτικά απέναντι σε όλους αυτούς που διατυμπανίζουν ομορφιές, λάμψεις, καλοπέραση και μαγεία.

Όσο για τον ίδιο τον Οδυσσέα που επέλεξε να ακούσει το τραγούδι των Σειρήνων και να γευτεί την ψεύτικη ομορφιά τους, ο στίχος του Ομήρου, εμπεριέχει και την κριτική απέναντι στη στάση του:


"ὅς τις ἀιδρείῃ πελάσῃ..."
(όποιος από αγνωσιά περάσει...)

Παραθέτω το εν λόγω απόσπασμα από το έπος του Ομήρου, σε μετάφραση Μικρού Απόπλου:

"Και πρώτα ταξιδεύοντας θα φτάσης στις Σειρήνες, 
που όλους μαγεύουν τους θνητούς που λάχουνε κοντά τους·
όποιος σιμώση απ' αγνωσιά κι ακούση τη φωνή τους,
από γυναίκα και παιδιά χαρά να μην προσμένη
μήτε πατρίδα πως θα δη, τι με γλυκά τραγούδια
αυτές τόνε μαγεύουνε μες απ' τη λιβαδιά τους.
Σωρός εκεί τ' ανθρωπινά τα κόκκαλα σαπίζουν
γυμνά, που είναι το δέρμα τους χυμένο ολοτριγύρω.
Προσπέρνα τις, και στούπωνε καλά τ' αυτιά των άλλων
με μελοζύμωτο κερί να μην μπορούν ν' ακούσουν.
Κι αν ποθυμήσης ίδιος σου ν' ακούσης, ας σε δέσουν
ολόρθο χεροπόδαρα στου καταρτιού τη ρίζα,
κι ας καλοσφίξουν τώ σκοινιών τις άκρες στο κατάρτι,
και τότες χαίροντας θ' ακούς μακρόθε τις Σειρήνες.
Μα ανίσως και παρακαλής τους άλλους να σε λύσουν,
εκείνοι ακόμα πιο σφιχτά να δένουν τα σκοινιά σου.
Και το καράβι σου απ' εκεί σα σώση να περάση..."

Μετά, σαν το καράβι σώσει και περάσει, ας βάλει ο καθένας τη δική του ιστορία για να συνεχίσει το προσωπικό του ομηρικό ταξίδι...



Τέλος, δεν βρήκα πιο ταιριαστό τραγούδι, (στίχους, μουσική και εκτέλεση) που να με στέλνει απευθείας μέσα σε αυτή τη σκηνή του Οδυσσέα με τις Σειρήνες, από το υπέροχο τραγούδι και την ομηρική φωνή της Αλεξίου:


"Μια Φωνή"
Στίχοι: Γιώργος Κορδέλλας
Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Εκτέλεση: Χάρις Αλεξίου




Μια φωνή με ξυπνά
Σαν φουσκοθαλασσιά
Στης σελήνης το φως
Στων λογισμών τη θηλιά...

Θα 'ρθω να σε βρω
κόντρα στον καιρό,
μη μου χαριστείς
να με εμπιστευτείς...


Τέτοια τραγούδια, πώς να αντισταθείς και να μην τα ακολουθήσεις, ακόμα και αν ξέρουμε πως θα μας βγει και σε κακό...;




Πολιτισμός; τι είναι αυτό;


Διαβάζοντας πάλι το αριστούργημα του κοινωνιολόγου Ευάγγελου Λεμπέση «Η τεραστία κοινωνική σημασία των βλακών» που δημοσιεύτηκε το 1941, αντιλήφθηκα έναν φοβερό συλλογισμό του συγγραφέα που με την πρώτη ανάγνωση μου είχε διαφύγει: είναι η εξήγηση της δημιουργίας του φαινομένου του πολιτισμού, ως αποτέλεσμα του φαινομένου του «κοινωνικού διαφορισμού». Και ενώ η δεύτερη λέξη μού είναι αρκετά οικεία, στα πλαίσια της Ιατρικής ένεκα «διαγνωστικού διαφορισμού» ή πιο σωστά «διαφορικής διάγνωσης», συνοδευόμενη από το επίθετο «κοινωνικός» που προπορεύεται και ενταγμένο στο πλαίσιο της συλλογιστικής που της δίνει ο Ε. Λεμπέσης, λαμβάνει μια νέα διάσταση στο μυαλό μου αυτή η έννοια της «διαφοροποίησης ή διαφορετικοποίησης». 

Ο Λεμπέσης πολύ απλά, θεωρεί ότι επειδή κατά φυσικό τρόπο υπάρχουν στην κοινωνία βλάκες και ευφυείς, με τους πρώτους να είναι πολυπληθέστεροι των δεύτερων και καταδυνάστες αυτών, δημιουργείται αναγκαστικά ένα κενό όσον αφορά τις ικανότητες των ατόμων που απαρτίζουν τις δυο αυτές ομάδες. Και επειδή οι διαφορ(ετ)ικές ικανότητες είναι ανάλογες των διαφορ(ετ)ικών βαθμίδων και ποσοστών βλακίας και ευφυίας που διακατέχει και συνθέτει κάθε άνθρωπο σε κάθε κοινωνία διαχρονικά, αντιλαμβάνεται κανείς ότι υπάρχει μια σταθερή, σε πολλαπλά επίπεδα και συνάμα πολύπλοκη, σχέση ανισότητας ανάμεσα στους πολλών ταχυτήτων βλάκες και πολλών βαθμίδων ευφυείς. Ακόμα πιο απλά, εκεί που ένας βλάκας δεν μπορεί να διεκπεραιώσει μια λειτουργία επειδή ακριβώς είναι βλάκας, έρχεται ένας ευφυής και βρίσκει έναν τρόπο να την διεκπεραιώσει επειδή ακριβώς είναι ευφυής. Και αυτό που ευφευρίσκεται ευφυώς, ονομάζεται κατά τον Ε. Λεμπέση, «πολιτισμός». Άρα, ο πολιτισμός είναι γέννημα εγγενούς ανισότητας αναμεταξύ των ανθρώπινων ικανοτήτων, που έρχεται όμως να σταθεροποιήσει και να παγιώσει αυτές τις ανισότητες. Για παράδειγμα: ένας που είναι βλάκας και δεν μπορεί να διδάξει μαθηματικά, αφήνει ένα κενό στο σύστημα-κοινωνία που έρχεται να την καλύψει ένας που μπορεί να διδάξει μαθηματικά και έτσι τον ονομάζουμε καθηγητή μαθηματικών. Ο δεύτερος όμως, κατά το σύστημα-κοινωνία πάντα, δεν εμφανίζεται ως ικανός για να διδάξει μαθηματικά στους βλάκες, αλλά στους ευφυείς, παγιώνοντας τη διαφορά (εξου και ο κοινωνικός διαφορισμός που εμμέσεως αναγνωρίζει και σταθεροποιεί τον βιολογικό διαφορισμό που αναπόφευκτα και κατά φυσικό τρόπο υπάρχει) που υπάρχει στο συλλογικό ασυνείδητος της κοινωνίας ανάμεσα σε βλάκες και ευφυείς, ή ανίκανους και ικανούς. 

Αντιγράφω τα λεγόμενα του Ε. Λεμπέση για την ομάδα των βλακών (σελ. 18): 

«Πόσον ευεργετική δια την κοινωνίαν είναι η ομάς αύτη είναι περιττόν να τονισθή, διότι άνευ αυτής δεν θα υπήρχεν εκμετάλλευσις και άνευ εκμεταλλεύσεως δεν θα υπήρχε πολιτισμός. Εις δε την γλώσσαν του κοινωνικού διαφορισμού: άνευ αυτής δεν θα υπήρχε διαφορισμός, διότι αντί της ανισότητος θα υπήρχε ισότης. […] Άνευ δε -κατ’ ακολουθίαν- του διαφορισμού (καθισταμένου δυνατού μόνον δια της σοβαράς συμβολής των βλακών), δεν υπάρχει κοινωνία. Τοιαύτη λοιπόν, η τεραστία κοινωνική σημασία των βλακών…» 

Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, έγγειται η διαφωνία μου με την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσέγγιση του Ε. Λεμπέση, η οποία μάλλον ενσαρκώνει πολύ πρώιμα τη θεωρία της Κοινωνιοβιολογίας, αφού μιλά για την εκμετάλλευση του ισχυρότερου και ικανότερου έναντι του ανίσχυρου και κατώτερου. Κατά την ταπεινή μου άποψη, όμως, δεν είναι ο πολιτισμός γέννημα της ανισότητας των ανθρώπων, εκπορευόμενους από τους ισχυρούς και ικανότερους, που έρχεται να εδραιώσει την βιολογικά υπερτερούσα φυσική τους θέση. Αντιθέτως, είναι γέννημα που πηγάζει μεν από τους ικανότερους, αλλά έρχεται να γεφυρώσει την απόσταση ικανότερων και ανίκανων και όχι να την εκμεταλλευτεί! Πολιτισμός πραγματικός συνεπώς, δεν είναι η θέση που εδραιώνει έναν καθηγητή Μαθηματικών πχ στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμο Αθηνών, αλλά η διά-θεση του συγκεκριμένου καθηγητή Μαθηματικών να εξηγήσει και να διδάξει την αγάπη του προς τα Μαθηματικά σε όλους εκείνους η κοινωνία θεωρεί ανίκανους να τα αντιληφθούν. Ο πραγματικός ανθρώπινος πολιτισμός, δεν υπερτονίζει την αδυναμία των ανίκανων να αντιληφθούν τα μαθηματικά, αλλά στρέφεται εναντίον της ανικανότητας των δυνατών να διδάξουν μαθηματικά, καθώς θεωρεί ότι εκείνοι που ξέρουν ένα επιστημονικό (εν προκειμένω) αντικείμενο, ξέρουν το ίδιο καλά και πώς να το διδάξουν και δεν (νοείται να) διαφοροποιείται το ένα από το άλλο. Άρα, η διάδοση ή μη των μαθηματικών, δεν προάγεται ή αναστέλλεται από τους εκάστοτε ικανούς ή ανίκανους δέκτες, αλλά από τους εκάστοτε δυνατούς ή αδύναμους πομπούς της μαθηματικής τέχνης. Όπως, ακριβώς η διάσωση ναυαγών εν μέσω κατάμαυρης νυκτός που χαροπαλεύουν στο πέλαγος, δεν εξαρτάται κυρίως από το πόσο μακριά προς την ακτή μπορούν να δουν οι ίδιοι οι ναυαγοί, αλλά από το πόσο μακριά μπορεί να εκπέμψει ένας φάρος από την ακτή προς τους ναυαγούς, ώστε να τους «προσκαλέσει» στο απάνεμο λιμανι. Και αν κάτι τελικά κάνει τον πολιτισμό να λειτουργεί ως πολιτισμός, είναι ακριβώς αυτή η πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν στο σύνολό τους, βιολογικά ορισμένες διαφοροποιήσεις μεταξύ βλακών και ευφυών, αλλά ότι όλοι οι άνθρωποι ενέχουν κάπου στο εσωτερικό τους ανεπανάληπτες δυνάμεις, σε τομείς που ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν ότι έχουν. Σκοπός του πολιτισμού είναι λοιπόν, ετούτος: να συμβάλλει στη νέα ανάγνωση του εαυτού μας, σε μια προσπάθεια αναζήτησης και χρήσης ανεξερεύνητων ικανοτήτων και χαρισμάτων που η κάθε κοινωνία-σύστημα καταπλακώνει και αποσιωπά. Πώς, για παράδειγμα να πεις ότι είναι συνολικά βλάκας ή νοητικά υστερημένος ένας άνθρωπος ο οποίος στα πλαίσια ενός γεννετικού συνδρόμου γεννιέται χωρίς χέρια και χωρίς την ικανότητα να περάσει κάποια τεστ ευφυίας και άρα χωρίς την ικανότητα να αντιληφθεί την κοινωνία των συνανθρώπων του, όταν την ίδια στιγμή αυτός ο άνθρωπος μπορεί να ζωγραφίζει φοβερές εικόνες με ένα πινέλο στα πόδια και στο στόμα; Δοκιμάστε πρώτα να ζωγραφίσετε με ένα πινέλο στα πόδια και μετά απαντήστε σε αυτήν την ερώτης. Πώς να μιλήσεις για βλάκα ή νοητικά υστερημένο άνθρωπο όταν σε αγκαλιάζει ή σου γελά με όλη του τη δύναμη και όλον του τον αυθορμητισμό; Δοκιμάστε να αφεθείτε στην ορμή που η αγκαλιά σας και ο αυθορμητισμό σας αναζητούν και μετά κρεμάστε μια ταμπέλα του βλάκα γύρω σας… Και στο κάτω κάτω, πώς μπορεί συλλήβδην να κριθεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος, αυτή η υπέρτατη δομή λειτουργίας στον πλανήτη μας, με μια μόνο ταμπέλα, του βλάκα ή του έξυπνου, του ικανού ή του ανίκανου; Πόσο άδικο είναι για τόσα εκατομμύρια εξέλιξης και δημιουργίας της νόησης; Πόσο ευτελές είναι το ίδιο το μυαλό μας να υποκύπτει σε τόσο αδρούς χαρακτηρισμούς; 

Πολιτισμός, συνεπώς, δεν είναι η εδραίωση των δεσμών εκμετάλλευσης ανάμεσα σε ικανούς και ανίκανους, αλλά η ρήξη αυτών. Δεν είναι η προαγωγή της ανισότητας, αλλά η έμπνευση της ισότητας. Και όταν λέμε ισότητα, δεν εννοούμε ταυτοσημία. Δεν αρνιέμαι τη Βιολογία και τη διαφορετικότητα, αλλά ακριβώς το αντίθετο: τη σέβομαι και την προασπίζομαι και αυτό θαρρώ πως κάνει (ή τουλάχιστον οφείλει να κάνει) και ο πολιτισμός του ανθρώπου. 

Πολιστιμός είναι η προάσπιση των ίδιων και ίσων δικαιωμάτων έκφρασης και όχι η ίδια έκφραση αυτή καθ’ αυτή. 

Πολιτισμός, είναι το ίδιο πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορεί να χωρέσει η οποιαδήποτε διαφορετική ζωγραφιά εκάστου συνανθρώπου μας. 

Πολιτισμός, είναι η κορνίζα που δίνει χώρο για περιεχόμενο, είναι η οριοθέτηση που επιτρέπει τον εμπλουτισμό. Το δεύτερο δεν νοείται χωρίς το πρώτο. Και το πρώτο είναι ο πολιτισμός. 

Πολιτισμός, δεν είναι η ίδια άποψη, αλλά η ίδια εναγώνια προάσπιση του δικαιώματος να εκφραστεί κάποια -οποιαδήποτε- άποψη. 

Πολιτισμός, δεν είναι η -με αρκετή δόση σπερμάτων Κοινωνιοβιολογίας και Παγκοσμιοποίησης- άποψη του Λεμπέση περί εκμετάλλευσης των ανισοτήτων ως η κινητήριος δύναμη μιας κοινωνίας, αλλά η -με τεράστια δόση σεβασμού- άποψη προστασίας των αδυνάτων, όχι επειδή είναι αδύναμοι, αλλά επειδή ακριβώς τους θεωρεί δυνατούς και ικανούς να παράξουν αξιόλογο έργο, αρκεί να τους δοθεί το κατάλληλο πλαίσιο και το κατάλληλο κίνητρο – αρκεί δηλαδή κάποιος να μιλήσει στη γλώσσα τους και να ξεκλειδώσει ικανότητες που κανείς μέχρι τότε δεν ενδιαφέρθηκε. 

Πολιτισμός, δεν είναι ό,τι χρησιμοποιεί το διαφορετικό για να προχωρήσει σε μια των φαινομένων εξήγηση, αλλά ό,τι επαναστατεί απέναντι σε μια των υποκειμένων παρεξήγηση: σε αυτή που θέλει οι άνθρωποι να στιβάζονται σε στενά και πεπερασμένα πλαίσια δημιουργικότητος και φαντασίας, όταν η αλήθεια είναι ότι όλοι μας έχουμε απύθμενες δυνατότητες δημιουργίας και έκφρασης, εν πολλοίς κρυμμένες και σιωπηλές κάπου στα άδυτα της ψυχής μας.

Πολιτισμός, είναι ό,τι σέβεται τους αδυνάτους, επειδή ακριβώς τους θεωρεί δυνατούς για να δεχτούν, να αντιληφθούν και να χρησιμοποιήσουν εν τέλει τον σεβασμό.

Κλείνοντας, θα αναφερθώ σε δυο σημεία: Το πρώτο είναι ότι αν ο άνθρωπος δεν είχε πολιτισμό ή αν ο πολιτισμός του είχε κτιστεί στα πλαίσια εκμετάλλευσης του δυνατού έναντι του αδυνάτου, τότε δεν θα είχε καμία διαφορά από το ζωικό βασίλειο, όπου ο ισχυρός τρώει τον ανίσχυρο για να επιβιώσει. Ο πολιτισμός, είναι ακριβώς αυτή η αντίσταση στη φυσική επιλογή και η αντίφαση της φύσης, που μέσα από εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης εγωιστικών γονιδίων δημιούργησε ένα αλτρουιστικό είδος. Για αυτό ο πολιτισμός είναι θαρρώ κάτι καθαρά και μόνον, ανθρώπινο, που όμοιό του δεν υπάρχει στα υπόλοιπα ζώα.

Το δεύτερο είναι μια φράση από το βιβλίο του Ε. Λεμπέση, που με εκφράζει απόλυτα (σελ. 42): 

«Διότι, η ευπιστία ενός ατόμου, ως προϋποθέτουσα τα άλλα άτομα ως έντιμα (και συνεπώς ως ευφυά), είναι ασφαλώς το μέγιστον των τεκμηρίων της πνευματικής του αναπτύξεως και του πολιτισμού του. Όσον υψηλότερον επί των βαθμίδων της ευφυίας και του πολιτισμού ίσταται εν άτομο ή εις λαός […] τόσο περισσότερο εύπιστος είναι». Αυτό, το τελευταίο, είναι για κάποιους ελληνάρες, που «δεν μασάνε μία…». 

Και μην βιαστείτε να χαρακτηρίσετε τα ανωτέρω αλτρουιστικά περί πολιτισμού που σας αράδιασα, ως χριστιανικά, καθώς ένας χριστιανός είναι και αλτρουιστής, αλλά ένας αλτρουιστής δεν είναι απαραίτητα και χριστιανός – μπορεί να είναι απλά αλτρουιστής, έτσι απλά από πολιτισμική επιλογή (μην με ρωτήσετε όμως αν ο αλτρουιστής είναι που επιλέγει και τελικά επιβάλλει τον πολιτισμό που τον εκφράζει ή αν ο πολιτισμός είναι που επιλέγει και τελικά επιβάλλει τους αλτρουιστικούς τρόπους έκφρασής του, διότι αυτό είναι το θέμα μιας ολόκληρης επόμενης -υπόσχομαι- ανάρτησης). 


Υγιαίνετε και αλτρουιστικά (δηλαδή, πολιτισμικά) σκέπτεσθε!