ὅς τις ἀιδρείῃ πελάσῃ


Το πρόβλημα έχει τεθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια. Μαζί και η λύση του. Ο φακός της Ιστορίας, όμως, δεν νομίζω ότι έχει ρίξει το απαιτούμενο φως επί του θέματος, παρ' όλες τις αναλύσεις που έχουν γραφτεί (και τις λογοίς "παρόλες" που ακούγονται για αυτό το κείμενο και τον συγγραφέα του...).

Ο λόγος περί της "Ομήρου Οδύσσειας" και της σκηνής με τις πασίγνωστες "Σειρήνες", στη ραψωδία μ του έπους.

Το σύμβολο των Σειρηνών, ως εκμαύλιση και κατόπιν καταβαράθρωση της ύπαρξης, ως μάγευση και κατόπιν απομάγευση του νου, ως συναισθηματική μεγιστοποίηση και κατόπιν σωματική κατάρρευση του ζώντα ανθρώπου, είναι διαχρονικό. Ειδικά στις μέρες μας, είναι άκρως επίκαιρο: αυτό που φαντάζει "φαντεζί", αποδεικνύεται όχι απλώς κενό περιεχομένου, μα κυρίως, αποδεικνύεται καταστροφικό. Και αν αναλογιστεί κανείς, ότι το πρόβλημα τελικά είναι στον ίδιο τον εαυτό που επιλέγει να ακολουθήσει το σαγηνευτικό τραγούδι των Σειρήνων ("θα πάω και ας μου βγει και σε κακό" λέει ένας άλλος σύγχρονός μας ποιητής, ο Νίκος Παπάζογλου), τότε θα μπορούσε κανείς να πει ότι τελικά το φαινόμενο είναι αυτο-καταστροφικό!

Η σπουδαιότητα όμως, της σκηνής, έγκειται στη λύση που προτείνει ο ποιητής στη νέα αυτή δοκιμασία για τον Οδυσσέα και το πλήρωμά του: είναι μια λύση με δυο σκέλη, με δυο συμπεριφορές. Και η συνειδητοποίηση και των δυο αυτών επιμέρους συμπεριφορών, είναι που έδωσε μια ακόμα προοπτική στην καθημερινότητά μου.

Η πρώτη λύση, εκφράζεται μέσω του ίδιου του Οδυσσέα και της ισχυρής πρόσδεσής του στο κατάρτι. Η σκηνή συμβολίζει την πρόσδεση στις σταθερές και τις αξίες που οφείλουμε να έχουμε και να συνδεόμαστε σε αυτές. Το κατάρτι, είναι οι αξίες μας και η προσωπικότητά μας, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από ηθικά συστήματα, από άλλες προσωπικότητες που μας έχουν διαμορφώσει και από βιωματικές εμπειρίες. Είναι όλα αυτά που μας "στηρίζουν" στις δύσκολες στιγμές που ο καθένας μας, περνά.

Η πραγματική όμως, λύση, που δίνει ο ποιητής, ώστε να ξεφύγει ο Οδυσσέας και το καράβι του από αυτό το κενό (από το οποίο όπως λέει η παράδοση, κανείς άλλος πλην του αηδονολάλητου Ορφέα δεν είχε ποτέ ξεφύγει), ήταν... το βουλοκέρι! Ναι, καλά διαβασατε, το βουλοκέρι, με το οποίο ο Οδυσσέας άλοιψε τα αυτιά των συντρόφων του, ώστε να κωφεύουν και έτσι να μην μαγευτούν, αλλά να συνεχίζουν απερίσπαστοι το κουπί τους, μπας και ξεκολλήσουν κάποια στιγμή μακρυά από τον κίνδυνο και από το κενό. Τι συμβολίζει αυτή η σκηνή; Ότι κάποιες φορές, το να μην γράφουμε και να μην ακούμε τα πάντα, έχει και αυτό τη σημασία του. Το να μην δίνουμε σημασία στα λεγόμενα κάποιων που αποζητούν το κακό μας, έχει τη σημασία του. Το να μην μετρούμε τα πάντα με το ίδιο μέτρο, έχει τη σημασία του. Καθώς, ο σκοπός, ο στόχος, η Ιθάκη, είναι αυτά που μετρούν πάνω από όλα.

Και αν κάποτε, το να κωφεύεις μου φαινόταν ισοδύναμο της αδιαφορίας, πλέον, το να αδιαφορείς με πείθει ότι λειτουργεί αυτο-προστατευτικά απέναντι σε όλους αυτούς που διατυμπανίζουν ομορφιές, λάμψεις, καλοπέραση και μαγεία.

Όσο για τον ίδιο τον Οδυσσέα που επέλεξε να ακούσει το τραγούδι των Σειρήνων και να γευτεί την ψεύτικη ομορφιά τους, ο στίχος του Ομήρου, εμπεριέχει και την κριτική απέναντι στη στάση του:


"ὅς τις ἀιδρείῃ πελάσῃ..."
(όποιος από αγνωσιά περάσει...)

Παραθέτω το εν λόγω απόσπασμα από το έπος του Ομήρου, σε μετάφραση Μικρού Απόπλου:

"Και πρώτα ταξιδεύοντας θα φτάσης στις Σειρήνες, 
που όλους μαγεύουν τους θνητούς που λάχουνε κοντά τους·
όποιος σιμώση απ' αγνωσιά κι ακούση τη φωνή τους,
από γυναίκα και παιδιά χαρά να μην προσμένη
μήτε πατρίδα πως θα δη, τι με γλυκά τραγούδια
αυτές τόνε μαγεύουνε μες απ' τη λιβαδιά τους.
Σωρός εκεί τ' ανθρωπινά τα κόκκαλα σαπίζουν
γυμνά, που είναι το δέρμα τους χυμένο ολοτριγύρω.
Προσπέρνα τις, και στούπωνε καλά τ' αυτιά των άλλων
με μελοζύμωτο κερί να μην μπορούν ν' ακούσουν.
Κι αν ποθυμήσης ίδιος σου ν' ακούσης, ας σε δέσουν
ολόρθο χεροπόδαρα στου καταρτιού τη ρίζα,
κι ας καλοσφίξουν τώ σκοινιών τις άκρες στο κατάρτι,
και τότες χαίροντας θ' ακούς μακρόθε τις Σειρήνες.
Μα ανίσως και παρακαλής τους άλλους να σε λύσουν,
εκείνοι ακόμα πιο σφιχτά να δένουν τα σκοινιά σου.
Και το καράβι σου απ' εκεί σα σώση να περάση..."

Μετά, σαν το καράβι σώσει και περάσει, ας βάλει ο καθένας τη δική του ιστορία για να συνεχίσει το προσωπικό του ομηρικό ταξίδι...



Τέλος, δεν βρήκα πιο ταιριαστό τραγούδι, (στίχους, μουσική και εκτέλεση) που να με στέλνει απευθείας μέσα σε αυτή τη σκηνή του Οδυσσέα με τις Σειρήνες, από το υπέροχο τραγούδι και την ομηρική φωνή της Αλεξίου:


"Μια Φωνή"
Στίχοι: Γιώργος Κορδέλλας
Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Εκτέλεση: Χάρις Αλεξίου




Μια φωνή με ξυπνά
Σαν φουσκοθαλασσιά
Στης σελήνης το φως
Στων λογισμών τη θηλιά...

Θα 'ρθω να σε βρω
κόντρα στον καιρό,
μη μου χαριστείς
να με εμπιστευτείς...


Τέτοια τραγούδια, πώς να αντισταθείς και να μην τα ακολουθήσεις, ακόμα και αν ξέρουμε πως θα μας βγει και σε κακό...;




Πολιτισμός; τι είναι αυτό;


Διαβάζοντας πάλι το αριστούργημα του κοινωνιολόγου Ευάγγελου Λεμπέση «Η τεραστία κοινωνική σημασία των βλακών» που δημοσιεύτηκε το 1941, αντιλήφθηκα έναν φοβερό συλλογισμό του συγγραφέα που με την πρώτη ανάγνωση μου είχε διαφύγει: είναι η εξήγηση της δημιουργίας του φαινομένου του πολιτισμού, ως αποτέλεσμα του φαινομένου του «κοινωνικού διαφορισμού». Και ενώ η δεύτερη λέξη μού είναι αρκετά οικεία, στα πλαίσια της Ιατρικής ένεκα «διαγνωστικού διαφορισμού» ή πιο σωστά «διαφορικής διάγνωσης», συνοδευόμενη από το επίθετο «κοινωνικός» που προπορεύεται και ενταγμένο στο πλαίσιο της συλλογιστικής που της δίνει ο Ε. Λεμπέσης, λαμβάνει μια νέα διάσταση στο μυαλό μου αυτή η έννοια της «διαφοροποίησης ή διαφορετικοποίησης». 

Ο Λεμπέσης πολύ απλά, θεωρεί ότι επειδή κατά φυσικό τρόπο υπάρχουν στην κοινωνία βλάκες και ευφυείς, με τους πρώτους να είναι πολυπληθέστεροι των δεύτερων και καταδυνάστες αυτών, δημιουργείται αναγκαστικά ένα κενό όσον αφορά τις ικανότητες των ατόμων που απαρτίζουν τις δυο αυτές ομάδες. Και επειδή οι διαφορ(ετ)ικές ικανότητες είναι ανάλογες των διαφορ(ετ)ικών βαθμίδων και ποσοστών βλακίας και ευφυίας που διακατέχει και συνθέτει κάθε άνθρωπο σε κάθε κοινωνία διαχρονικά, αντιλαμβάνεται κανείς ότι υπάρχει μια σταθερή, σε πολλαπλά επίπεδα και συνάμα πολύπλοκη, σχέση ανισότητας ανάμεσα στους πολλών ταχυτήτων βλάκες και πολλών βαθμίδων ευφυείς. Ακόμα πιο απλά, εκεί που ένας βλάκας δεν μπορεί να διεκπεραιώσει μια λειτουργία επειδή ακριβώς είναι βλάκας, έρχεται ένας ευφυής και βρίσκει έναν τρόπο να την διεκπεραιώσει επειδή ακριβώς είναι ευφυής. Και αυτό που ευφευρίσκεται ευφυώς, ονομάζεται κατά τον Ε. Λεμπέση, «πολιτισμός». Άρα, ο πολιτισμός είναι γέννημα εγγενούς ανισότητας αναμεταξύ των ανθρώπινων ικανοτήτων, που έρχεται όμως να σταθεροποιήσει και να παγιώσει αυτές τις ανισότητες. Για παράδειγμα: ένας που είναι βλάκας και δεν μπορεί να διδάξει μαθηματικά, αφήνει ένα κενό στο σύστημα-κοινωνία που έρχεται να την καλύψει ένας που μπορεί να διδάξει μαθηματικά και έτσι τον ονομάζουμε καθηγητή μαθηματικών. Ο δεύτερος όμως, κατά το σύστημα-κοινωνία πάντα, δεν εμφανίζεται ως ικανός για να διδάξει μαθηματικά στους βλάκες, αλλά στους ευφυείς, παγιώνοντας τη διαφορά (εξου και ο κοινωνικός διαφορισμός που εμμέσεως αναγνωρίζει και σταθεροποιεί τον βιολογικό διαφορισμό που αναπόφευκτα και κατά φυσικό τρόπο υπάρχει) που υπάρχει στο συλλογικό ασυνείδητος της κοινωνίας ανάμεσα σε βλάκες και ευφυείς, ή ανίκανους και ικανούς. 

Αντιγράφω τα λεγόμενα του Ε. Λεμπέση για την ομάδα των βλακών (σελ. 18): 

«Πόσον ευεργετική δια την κοινωνίαν είναι η ομάς αύτη είναι περιττόν να τονισθή, διότι άνευ αυτής δεν θα υπήρχεν εκμετάλλευσις και άνευ εκμεταλλεύσεως δεν θα υπήρχε πολιτισμός. Εις δε την γλώσσαν του κοινωνικού διαφορισμού: άνευ αυτής δεν θα υπήρχε διαφορισμός, διότι αντί της ανισότητος θα υπήρχε ισότης. […] Άνευ δε -κατ’ ακολουθίαν- του διαφορισμού (καθισταμένου δυνατού μόνον δια της σοβαράς συμβολής των βλακών), δεν υπάρχει κοινωνία. Τοιαύτη λοιπόν, η τεραστία κοινωνική σημασία των βλακών…» 

Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, έγγειται η διαφωνία μου με την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσέγγιση του Ε. Λεμπέση, η οποία μάλλον ενσαρκώνει πολύ πρώιμα τη θεωρία της Κοινωνιοβιολογίας, αφού μιλά για την εκμετάλλευση του ισχυρότερου και ικανότερου έναντι του ανίσχυρου και κατώτερου. Κατά την ταπεινή μου άποψη, όμως, δεν είναι ο πολιτισμός γέννημα της ανισότητας των ανθρώπων, εκπορευόμενους από τους ισχυρούς και ικανότερους, που έρχεται να εδραιώσει την βιολογικά υπερτερούσα φυσική τους θέση. Αντιθέτως, είναι γέννημα που πηγάζει μεν από τους ικανότερους, αλλά έρχεται να γεφυρώσει την απόσταση ικανότερων και ανίκανων και όχι να την εκμεταλλευτεί! Πολιτισμός πραγματικός συνεπώς, δεν είναι η θέση που εδραιώνει έναν καθηγητή Μαθηματικών πχ στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμο Αθηνών, αλλά η διά-θεση του συγκεκριμένου καθηγητή Μαθηματικών να εξηγήσει και να διδάξει την αγάπη του προς τα Μαθηματικά σε όλους εκείνους η κοινωνία θεωρεί ανίκανους να τα αντιληφθούν. Ο πραγματικός ανθρώπινος πολιτισμός, δεν υπερτονίζει την αδυναμία των ανίκανων να αντιληφθούν τα μαθηματικά, αλλά στρέφεται εναντίον της ανικανότητας των δυνατών να διδάξουν μαθηματικά, καθώς θεωρεί ότι εκείνοι που ξέρουν ένα επιστημονικό (εν προκειμένω) αντικείμενο, ξέρουν το ίδιο καλά και πώς να το διδάξουν και δεν (νοείται να) διαφοροποιείται το ένα από το άλλο. Άρα, η διάδοση ή μη των μαθηματικών, δεν προάγεται ή αναστέλλεται από τους εκάστοτε ικανούς ή ανίκανους δέκτες, αλλά από τους εκάστοτε δυνατούς ή αδύναμους πομπούς της μαθηματικής τέχνης. Όπως, ακριβώς η διάσωση ναυαγών εν μέσω κατάμαυρης νυκτός που χαροπαλεύουν στο πέλαγος, δεν εξαρτάται κυρίως από το πόσο μακριά προς την ακτή μπορούν να δουν οι ίδιοι οι ναυαγοί, αλλά από το πόσο μακριά μπορεί να εκπέμψει ένας φάρος από την ακτή προς τους ναυαγούς, ώστε να τους «προσκαλέσει» στο απάνεμο λιμανι. Και αν κάτι τελικά κάνει τον πολιτισμό να λειτουργεί ως πολιτισμός, είναι ακριβώς αυτή η πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν στο σύνολό τους, βιολογικά ορισμένες διαφοροποιήσεις μεταξύ βλακών και ευφυών, αλλά ότι όλοι οι άνθρωποι ενέχουν κάπου στο εσωτερικό τους ανεπανάληπτες δυνάμεις, σε τομείς που ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν ότι έχουν. Σκοπός του πολιτισμού είναι λοιπόν, ετούτος: να συμβάλλει στη νέα ανάγνωση του εαυτού μας, σε μια προσπάθεια αναζήτησης και χρήσης ανεξερεύνητων ικανοτήτων και χαρισμάτων που η κάθε κοινωνία-σύστημα καταπλακώνει και αποσιωπά. Πώς, για παράδειγμα να πεις ότι είναι συνολικά βλάκας ή νοητικά υστερημένος ένας άνθρωπος ο οποίος στα πλαίσια ενός γεννετικού συνδρόμου γεννιέται χωρίς χέρια και χωρίς την ικανότητα να περάσει κάποια τεστ ευφυίας και άρα χωρίς την ικανότητα να αντιληφθεί την κοινωνία των συνανθρώπων του, όταν την ίδια στιγμή αυτός ο άνθρωπος μπορεί να ζωγραφίζει φοβερές εικόνες με ένα πινέλο στα πόδια και στο στόμα; Δοκιμάστε πρώτα να ζωγραφίσετε με ένα πινέλο στα πόδια και μετά απαντήστε σε αυτήν την ερώτης. Πώς να μιλήσεις για βλάκα ή νοητικά υστερημένο άνθρωπο όταν σε αγκαλιάζει ή σου γελά με όλη του τη δύναμη και όλον του τον αυθορμητισμό; Δοκιμάστε να αφεθείτε στην ορμή που η αγκαλιά σας και ο αυθορμητισμό σας αναζητούν και μετά κρεμάστε μια ταμπέλα του βλάκα γύρω σας… Και στο κάτω κάτω, πώς μπορεί συλλήβδην να κριθεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος, αυτή η υπέρτατη δομή λειτουργίας στον πλανήτη μας, με μια μόνο ταμπέλα, του βλάκα ή του έξυπνου, του ικανού ή του ανίκανου; Πόσο άδικο είναι για τόσα εκατομμύρια εξέλιξης και δημιουργίας της νόησης; Πόσο ευτελές είναι το ίδιο το μυαλό μας να υποκύπτει σε τόσο αδρούς χαρακτηρισμούς; 

Πολιτισμός, συνεπώς, δεν είναι η εδραίωση των δεσμών εκμετάλλευσης ανάμεσα σε ικανούς και ανίκανους, αλλά η ρήξη αυτών. Δεν είναι η προαγωγή της ανισότητας, αλλά η έμπνευση της ισότητας. Και όταν λέμε ισότητα, δεν εννοούμε ταυτοσημία. Δεν αρνιέμαι τη Βιολογία και τη διαφορετικότητα, αλλά ακριβώς το αντίθετο: τη σέβομαι και την προασπίζομαι και αυτό θαρρώ πως κάνει (ή τουλάχιστον οφείλει να κάνει) και ο πολιτισμός του ανθρώπου. 

Πολιστιμός είναι η προάσπιση των ίδιων και ίσων δικαιωμάτων έκφρασης και όχι η ίδια έκφραση αυτή καθ’ αυτή. 

Πολιτισμός, είναι το ίδιο πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορεί να χωρέσει η οποιαδήποτε διαφορετική ζωγραφιά εκάστου συνανθρώπου μας. 

Πολιτισμός, είναι η κορνίζα που δίνει χώρο για περιεχόμενο, είναι η οριοθέτηση που επιτρέπει τον εμπλουτισμό. Το δεύτερο δεν νοείται χωρίς το πρώτο. Και το πρώτο είναι ο πολιτισμός. 

Πολιτισμός, δεν είναι η ίδια άποψη, αλλά η ίδια εναγώνια προάσπιση του δικαιώματος να εκφραστεί κάποια -οποιαδήποτε- άποψη. 

Πολιτισμός, δεν είναι η -με αρκετή δόση σπερμάτων Κοινωνιοβιολογίας και Παγκοσμιοποίησης- άποψη του Λεμπέση περί εκμετάλλευσης των ανισοτήτων ως η κινητήριος δύναμη μιας κοινωνίας, αλλά η -με τεράστια δόση σεβασμού- άποψη προστασίας των αδυνάτων, όχι επειδή είναι αδύναμοι, αλλά επειδή ακριβώς τους θεωρεί δυνατούς και ικανούς να παράξουν αξιόλογο έργο, αρκεί να τους δοθεί το κατάλληλο πλαίσιο και το κατάλληλο κίνητρο – αρκεί δηλαδή κάποιος να μιλήσει στη γλώσσα τους και να ξεκλειδώσει ικανότητες που κανείς μέχρι τότε δεν ενδιαφέρθηκε. 

Πολιτισμός, δεν είναι ό,τι χρησιμοποιεί το διαφορετικό για να προχωρήσει σε μια των φαινομένων εξήγηση, αλλά ό,τι επαναστατεί απέναντι σε μια των υποκειμένων παρεξήγηση: σε αυτή που θέλει οι άνθρωποι να στιβάζονται σε στενά και πεπερασμένα πλαίσια δημιουργικότητος και φαντασίας, όταν η αλήθεια είναι ότι όλοι μας έχουμε απύθμενες δυνατότητες δημιουργίας και έκφρασης, εν πολλοίς κρυμμένες και σιωπηλές κάπου στα άδυτα της ψυχής μας.

Πολιτισμός, είναι ό,τι σέβεται τους αδυνάτους, επειδή ακριβώς τους θεωρεί δυνατούς για να δεχτούν, να αντιληφθούν και να χρησιμοποιήσουν εν τέλει τον σεβασμό.

Κλείνοντας, θα αναφερθώ σε δυο σημεία: Το πρώτο είναι ότι αν ο άνθρωπος δεν είχε πολιτισμό ή αν ο πολιτισμός του είχε κτιστεί στα πλαίσια εκμετάλλευσης του δυνατού έναντι του αδυνάτου, τότε δεν θα είχε καμία διαφορά από το ζωικό βασίλειο, όπου ο ισχυρός τρώει τον ανίσχυρο για να επιβιώσει. Ο πολιτισμός, είναι ακριβώς αυτή η αντίσταση στη φυσική επιλογή και η αντίφαση της φύσης, που μέσα από εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης εγωιστικών γονιδίων δημιούργησε ένα αλτρουιστικό είδος. Για αυτό ο πολιτισμός είναι θαρρώ κάτι καθαρά και μόνον, ανθρώπινο, που όμοιό του δεν υπάρχει στα υπόλοιπα ζώα.

Το δεύτερο είναι μια φράση από το βιβλίο του Ε. Λεμπέση, που με εκφράζει απόλυτα (σελ. 42): 

«Διότι, η ευπιστία ενός ατόμου, ως προϋποθέτουσα τα άλλα άτομα ως έντιμα (και συνεπώς ως ευφυά), είναι ασφαλώς το μέγιστον των τεκμηρίων της πνευματικής του αναπτύξεως και του πολιτισμού του. Όσον υψηλότερον επί των βαθμίδων της ευφυίας και του πολιτισμού ίσταται εν άτομο ή εις λαός […] τόσο περισσότερο εύπιστος είναι». Αυτό, το τελευταίο, είναι για κάποιους ελληνάρες, που «δεν μασάνε μία…». 

Και μην βιαστείτε να χαρακτηρίσετε τα ανωτέρω αλτρουιστικά περί πολιτισμού που σας αράδιασα, ως χριστιανικά, καθώς ένας χριστιανός είναι και αλτρουιστής, αλλά ένας αλτρουιστής δεν είναι απαραίτητα και χριστιανός – μπορεί να είναι απλά αλτρουιστής, έτσι απλά από πολιτισμική επιλογή (μην με ρωτήσετε όμως αν ο αλτρουιστής είναι που επιλέγει και τελικά επιβάλλει τον πολιτισμό που τον εκφράζει ή αν ο πολιτισμός είναι που επιλέγει και τελικά επιβάλλει τους αλτρουιστικούς τρόπους έκφρασής του, διότι αυτό είναι το θέμα μιας ολόκληρης επόμενης -υπόσχομαι- ανάρτησης). 


Υγιαίνετε και αλτρουιστικά (δηλαδή, πολιτισμικά) σκέπτεσθε!


Εκτός ύλης...


Ήταν προχτές το βράδυ, που ανοίγοντας την τηλεόραση τυχαία στο κανάλι της Βουλής, ξαφνιάστηκα όχι μόνο μια, αλλά τρεις φορές βλέποντας αυτά που διαδραματίζονταν. Μιλάμε όμως, για ταράκουλο! Όχι αστεία.

Έβλεπα σε απευθείας σύνδεση με το χώρο της Βουλής, τον Γεράσιμο Σκιαδαρέση, πάνω στο έδρανο να αγορεύει. Το πρώτο ξάφνιασμα ήταν ακριβώς αυτό: αναρωτήθηκα, και ο Σκιαδαρέσης στη βουλή; Όλοι πια οι δημοφιλείς δεν χάνουν ευκαιρία και κουτσοί στραβοί μπαίνουν στη βουλή; Το δεύτερο ξάφνιασμα, ήταν το τί έλεγε και ξεστόμιζε ο Σκιαδαρέσης στη βουλή... Ένας λόγος πύρινος πραγματικά, γεμάτος συναίσθημα και ένταση. Ένας λόγος-κείμενο που ενσάρκωνε όλα τα κακώς κείμενα της εποχής μας. Ένας λόγος, που για πρώτη φορά από έδρανο της Βουλής, εμπεριείχε και τόνιζε έντονα τη λέξη "ΣΥΓΝΩΜΗ" προς τον ελληνικό λαό. Και το τρίτο ξάφνιασμα, ήταν όταν τελείωσε ο λόγος του Σκιαδαρέση στη βουλή, που τότε ξεκαθάρισε το όλο σκηνικό: στα πλαίσια της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου, όλο αυτό που διαδραματιζόταν στη βουλή, ήταν ένα θεατρικό δρώμενο, με τίτλο "Εκτός ύλης ή ο μονόλογος ενός καθ' ομολογία παράλογου", του Κώστα Λεϊμονή, που ήδη παίζεται σε θεατρική σκηνή της Αθήνας. Μια γεύση του τί διαδραματίστηκε στη Βουλή, δείτε εδώ

Δεν ανέβασα αμέσως την ανάρτηση αυτή, ενώ ήθελα τόσο πολύ, γιατί περίμενα να διαβάσω το συγκεκριμένο βιβλίο, καθώς, δυστυχώς πέτυχα το κανάλι κάπου από τη μέση του θεατρικού. Έτσι, ήθελα να διαβάσω όλον το λόγο και μετά να γράψω.

Σήμερα, το πήρα και σήμερα το τελείωσα κιόλας. Είναι ένα μικρό βιβλιαράκι, με μεγάλο όμως περιεχόμενο που πιστεύω πρέπει όλοι μας να διαβάσουμε. Έχει βραβευτεί κιόλας το 2016 από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Επάξια, χωρίς δεύτερη κουβέντα.

Και επειδή εδώ και χρόνια θεωρώ ότι όταν το μυαλό μου διακατέχεται από μια ιδέα ή έναν προβληματισμό, αυτό λειτουργεί με καθεστώς συναστρίας γεγονότων, των οποίων τις δυνάμεις ευθυγράμμισης και σύμπτωσης αδυνατώ ακόμα να αντιληφθώ από πού εκπορεύονται, παραθέτω λίγα αποσπάσματα από το εξαιρετικό αυτό κείμενο και απλά σας παραπέμπω να διαβάσετε τις τελευταίες 2 αναρτήσεις αυτού του πολύπαθου blog... Τα αποσπάσματα παρατίθενται χωρίς άδεια αναδημοσίευσης, όπως και όλα τα αποσπάσματα που παραθέτω σε αυτό το blog. Ο λόγος, δεν είναι η διάθεσή μου για παρανομία, καθώς δεν λαμβάνω κάποια έγκριση πριν τα δημοσιεύσω, αλλά το ανθρωπολογικό αστείο που θεωρώ ότι επιτελείται με το πλαίσιο του νόμου περί πνευματικών δικαιωμάτων, καθώς όλα τα οποία λέμε, σκεφτόμαστε, πράττουμε και εμπνεόμαστε, είναι μια ανασύνθεση λόγων, σκέψεων, πράξεων και εμπνεύσεων, άλλων ανθρώπων, κοντινών ή μακρινών μας, γεωγραφικά, χρονικά, πολιτισμικά... Άρα, αν θέλαμε να είμαστε δίκαιοι με τα πνευματικά δικαιώματα, θα έπρεπε για κάθε λειτουργία του πνεύματός μας, να ζητάμε άδεια από όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους, καθώς η έκφραση του πνεύματός μας, είναι και αποτέλεσμα της έκφρασης του δικού τους πνεύματος. Ελπίζω ο συγγραφέας Κώστας Λεϊμονής, ως δικηγόρος, να μην με μηνύσει...


(σελ. 28-29)

     "Διάβαζε", μου λέγαν, όταν ήμουν παιδί. "Διάβαζε να μην γίνεις αμόρφωτος, απαίδευτος!" Μου το λέγαν οι γονείς μου, οι παππουδογιαγιάδες μου, η αδερφή μου. Αλλά τελικά άκουσα το ένστικτό μου. Και διάβασα. Διάβαζα στο Δημοτικό, στο Γυμνάστιο, στο Λύκειο, στο Πανεπιστήμιο, στα λεωφορεία, στα παγκάκια. Συνήθεια μου 'γινε... Άνοιγα κι άλλα βιβλία, πέρα απ' αυτά που υπαγόρευε το αξιοσέβαστο Υπουργείο Παιδείας.
     Μετά το διάβασμα πάντα έρχεται η εξέταση. Εξέταση στο Δημοτικό, εξέταση στο Γυμνάσιο, εξέταση στο Λύκειο, εξέταση στο Πανεπιστήμιο. Και εξέταση στην ίδια τη ζωή. Και εκεί που νομίζεις ότι τα έχεις περάσει όλα, με το πλατύ χαμόγελο της ικανοποίησης σα σε "καρφώνει" μπροστά στους περαστικούς, γνωστούς, φίλους και συγγενείς, μένεις μετεξεταστέος. Γιατί, ενώ έχεις μάθει απ' τα βιβλία ότι το κράτος σε υπηρετεί, αντ' αυτού σε διώκει. Γιατί, ενώ κάπου έχει πάρει το μάτι σου ότι οι εκλεγμένοι βουλευτές σε αντιπροσωπεύουν, τελικά σε εξαπατούν. Και δίνεις ξανά εξετάσεις. Στο ίδο μάθημα. Εν τω μεταξύ η ύλη αυξάνεται και οι εξεταστές γίνονται πιο επικίνδυνοι, καθώς εσύ γνωρίζεις περισσότερα από εκείνους. Αναγκάζονται να σε ρωτήσουν πράγματα εκτός διδακτέας ύλης, που απαιτούν μια γενική μόρφωση, την οποία εκουσίως δεν σου παρείχαν, για να μην μπορέσεις να απαντήσεις, να αντιδράσεις, όταν έρθει η στιγμή.


(σελ. 52)

     Θέλαμε τη νεολαία με πεσμένα κεφάλια, αλλά αποτύχαμε, γιατί ξεπεράσαμε τον στόχο μας: έχουμε πλέον κομμένα κεφάλια. Κεφάλια να κατρακυλούν στις αποβάθρες του μετρό, κεφάλια επιστημόνων να βαλτώνουν σε πρατήρια βενζίνης ή σε ταβέρνες του εξωτερικού, κορμιά ακέφαλα που μοιάζουν με φαντάσματα, να τριγυρνούν με σερνάμενα πόδια και να ζητούν να αράξουν παρέα με βαποράκια για λίγη ακόμη σκόνη και για μια παράταση ζωής. 


(σελ. 55-56)

     Και όλα αυτά τα λέω ανεξαρτήτως κόμματος. Επομένως μπορείτε, κύριοι συνάδελφοι, να με θεωρήσετε όλοι, μετά χαράς, εχθρός σας. Εγώ πάντως δεν σας βλέπω έτσι. Σας βλέπω ως ασθενείς. Και για να μην παρεξηγηθώ, ήμουν κι εγώ ασθενής και μάλιστα ψυχασθενής, όταν νόμιζα -αθώος στην αρχή- ότι μπορούσα να αλλάξω τον τόπο. Όταν αλλάζεις κάτι, είτε το διαμορφώνεις εκ νέου είτε το μεταμορφώνεις. Κι εμείς όλοι το παραμορφώσαμε. Παραμορφώσαμε τις αξίες. Παρα-μορφώσαμε τα παιδιά μας με άχρηστες πληροφορίες χωρίς να γνωρίζουν βασικά πράγματα.


(σελ. 57)

     Οι τράπεζες γίναν οι μικροί μας θεοί. Ξεχάσαμε τα ιδανικά μας. Αφοσιωθήκαμε στον εξευρωπαϊσμό μας, καταβάλλοντας αξιοζήλευτη προσπάθεια να κρύψουμε τον κομπλεξισμό μας και να βιαστούμε να μιμηθούμε νοοτροποίες για τις οποίες δεν ήμασταν έτοιμοι.


(σελ. 47-48)

     Δύσκολο πράγμα να είσαι μόνος. Τιμωρία σκέτη. Κοστίζει πολύ.  [...] Άτιμη, η μοναξιά, όταν την έχεις επιλέξει. Στην αρχή σε δελεάζει και ύστερα σε συνθλίβει. Τότε μαθαίνεις ποιοι σε θυμούνται, ποιοι σε νοιάζονται. Τότε γίνεται το μέτρημα. Έτσι, αργά ή γρήγορα θα τους μάθουμε όλους. Θα δούμε ποιοι πραγματικά ήταν, ή καλύτερα... ποιοι δεν ήταν.


(σελ. 50)

     Γύρισα στο σπίτι. Δεν μπορούσα να ξεχάσω. Δεν έπρεπε να ξεχάσω. Κι όμως, αυτή η καταραμένη η ησυχία, είχε μεγαλύτερη δύναμη και από φωνές χιλιάδων στομάτων.


Αυτή η τελευταία φράση που αναδημοσιεύω, μου έφερε στο νου, μια άλλη εξαιρετική φράση που πάλι όλως τυχαίως είδα χτες και είναι σε ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη:

"Κάποτε θα μας πνίξουν τόσα ανείπωτα λόγια..."


Και αφήνω για το τέλος το πιο αισιόδοξο μήνυμα που νομίζω περιέχει αυτό το κείμενο του Λεϊμονή. Είναι φράση του Οδυσσέα Ελύτη (έτσι, για να επιβεβαιωθώ ότι όλα όσα λέμε και σκεφτόμαστε, είναι αναπόφευκτα δάνεια και αντιδάνεια άλλων ανθρώπων):

(σελ. 69)

     "Αν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις". Εσείς έχετε παραπάνω από μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι, άρα είναι στο χέρι σας να την ξαναφτιάξετε, να τη βελτιώσετε αλλάζοντάς τη συθέμελα.
     Η νέα μαγιά που αυτή τη στιγμή πλάθεται θα κρατήσει στα χέρια της ένανκόσμο ημιδιαλυμένο, με αποπροσανατολισμένη την πυξίδα των αξιών του, αλλά και με την τεράστια πρόκληση της αλλαγής του. Έναν κόσμο διψασμένο για αξιοκρατία, ισορροπία και αλήθεια. Αλήθεια, επιτέλους αλήθεια! Προσεύχομαι για αυτά τα παιδιά και θαυμάζω από τώρα τον κόπο τους. Έχουν μεγάλο δρόμο εμπρός τους και μικρή βοήθεια πίσω τους.


Και με αυτές τις σκέψεις κατά νου, με αυτές τις δύσκολες σκέψεις που αφορούν κυρίως τις νέες γενιές, έφτιαξα από κιμωλία 7 δρόμους σε έναν τοίχο παιδικού δωματίου, να επιλέξει όποιον θέλει ένα μικρό κορίτσι στα αυριανά της βήματα προς το άγνωστο... Δρόμους, που εναγκαλίζονται σαν τα 7 άστρα της Πούλιας, στο νυχτερινό έναστρο ουρανό, όπως έναστρος είναι και ο ουρανός που βλέπω στα ματάκια της πριν βασιλέψουν κάθε βράδυ... Μόνο που αυτοί οι δρόμοι, είναι καταδικασμένοι να φανούν ξεκάθαρα αφού πρώτα λουστούν από συννεφιασμένα δάκρυα ζωής...










Ας δείξουμε στους ανθρώπους γύρω μας πώς θα θέλαμε να είναι ο κόσμος...
Μα κυρίως, ας τους δείξουμε ποιος δρόμος μας οδηγεί εκεί.
Ακόμα και αν για να τον βαδίσουμε, θα πρέπει να βγούμε...
εκτός ύλης και σώματος!

Καλή Ανάσταση!


Ασυμβατότητα...


Μόνο όταν ανέβεις μια κορυφή, μπορείς να δεις άλλες, που ορθώνονται ψηλότερα. Πριν, ούτε καν να φανταστείς...

Θυμάμαι συναδέλφους φοιτητές με τους οποίους έκανα παρέα σε εκείνη την πολύπαθη Ιατρική σχολή Αθηνών. Ήταν όλοι τους διαφορετικοί, μα είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: την ελπίδα να γίνουν κάποια στιγμή ιατροί και να βοηθήσουν συνανθρώπους. 

Κάποιους -αρκετούς θα έλεγα- από αυτούς, τους βλέπω και σήμερα, ως συναδέλφους ιατρούς, στις επάλξεις πλέον των εκάστοτε κλινικών μεγάλων νοσοκομείων των Αθηνών. Στις ζωές τους όμως, παρά την τόση διαφορετικότητα βλέπω πάλι ένα κοινό χαρακτηριστικό, διαφορετικό από εκείνο των φοιτητικών μας χρόνων: την τραγικά κουραστική απογοήτευση.

Βλέπω συναδέλφους, άνδρες και γυναίκες, (που είμαστε πλέον τουλάχιστον 35 ετών και άνω η γενιά μας), χωρίς να έχουν φτιάξει τη ζωή τους, ούτε επαγγελματικά, ούτε οικογενειακά. Πιο σωστά, επειδή ακριβώς δεν την έχουν φτιάξει επαγγελματικά, έχουν αποφύγει να διεκδικήσουν να την φτιάξουν και οικογενειακά... Πρώτα πρέπει "τα πράγματα να πάρουν την πορεία τους", όπως μου είπε πρόσφατα ένας συνάδελφος, μα δεν κρατήθηκα να τον ρωτήσω "ποιά είναι η πορεία τους";

Βλέπω προχτές μια συνάδελφο, με την οποία κάποτε μαζί είχαμε πάρει μέρος σε ένα εξαιρετικό πρόγραμμα ως φοιτητές, το TeddyBear Hospital, (κατά το οποίο πηγαίναμε σε παιδάκια-ασθενείς των νοσοκομείων Παίδων και προσπαθούσαμε να τους απαλύνουμε λίγο τον πόνο τους, σε μια παρόμοια προσπάθεια με τον κύριο Patch Adams...). Το πρόσωπό της ολόκληρο, ήταν ανέκφραστο. Είναι μητέρα ενός παιδιού και προσπαθεί να τελειώσει την ειδικότητά της. Είμαστε στο ίδιο νοσοκομείο. Βλέπω εδώ και καιρό το ανέκφραστο πρόσωπό της. Της λέω, "καλημέρα". Μου απαντά νευρικά, κουρασμένα, "που την είδες την καλή μέρα"; Της λέω, "μα, είσαι μάχιμη, όπως ήσουν πάντα, οπότε είναι στο χέρι μας να την κάνουμε καλή"! για να της φτιάξω τη διάθεση. Μου απαντά αποστομωτικά, "δεν θέλω πλέον να είμαι μάχιμη, αυτό είναι το θέμα..., θέλω να είμαι με το παιδί μου και δεν με ενδιαφέρει τίποτε άλλο".

Βλέπω χτες, δυο συναδέλφισσες σε ένα σεμινάριο. Η μια, που έχει χρόνια σχέση με το σύντροφό της, παλεύει να βρει το θάρρος να δώσει εξετάσεις για ειδικότητα, με άλλα λόγια, παλεύει να αποδεχτεί ότι πρέπει να πιει το πικρό ποτήριον της παράνοιας των εξετάσεων της Καρδιολογίας στην Αθήνα εν έτει 2018. Σε αυτήν την πάλη όμως, δεν υπάρχει χρόνος για τίποτε άλλο, καμία άλλη σκέψη. Και η ζωή της μένει στάσιμη, σε έναν διαρκή φόβο: πώς θα τα μάθει όλα; πώς θα βρει δουλειά; πώς θα είναι μια καλή καρδιολόγος; Για τη ζωή της την υπόλοιπη, ούτε λόγος, ούτε σκέψη, και ο χρόνος περνάει... Η δεύτερη, είναι ήδη μητέρα ενός παιδιού 2 ετών, ειδικευόμενη ακόμα, Καριδολογίας (ακόμα, διότι με την εγκυμοσύνη και τις άδειες, διεκόπη κάπου στη μέση η ειδικότητά της, οπότε έχει μείνει πίσω σε σχέση με τους υπόλοιπους της φουρνιάς μας...), και κατευθείαν μόλις την είδα, άρχισε να μου βγάζει μια επιθετικότητα προς το άρρεν φύλο, ότι δηλαδή, δεν υπάρχει ισότητα, ότι οι γυναίκες ιατροί είναι αδικημένες, δεν έχουν χρόνο ούτε να διαβάσουν ούτε να εκπαιδευτούν όπως και όσο, οι άντρες ιατροί και ειδικά οι Καρδιολόγοι... Και είχε απόλυτο δίκιο. Το μόνο που έκανα είναι να συμφωνήσω μαζί της (ας έκανα και αλλιώς...).

Βλέπω επίσης, συναδέλφους, που είναι γύρω στα 40-45 ετών, που παλεύουν να ζήσουν με κάποια σύμβαση Επικουρικού Ιατρού σε κάποιο νοσοκομείο ή κέντρο Υγείας, κοινώς, τους βλέπω να βολοδέρνουν από εδώ και από εκεί, και τους λυπάται η ψυχή μου...

Για να μην πω για έναν συνάδελφο που είδα πάλι τις προάλλες, ο οποίος είναι στην Αγγλία, αφού χώρισε με τη γυναίκα του -επίσης ιατρό- με την οποία έχουν ένα 2χρονο αγοράκι και ο βασικός λόγος είναι ότι εκείνος ήθελε καριέρα στην Αγγλία, και εκείνη οικογενειακή γαλήνη στην Ελλάδα. Και τι μου είπε ο συνάδελφος όταν τον ρώτησα "πώς περνάς"; "Με έχει κουράσει η Αγγλία...". Πώς διαλύονται δεσμοί και πώς θυσιάζονται τρεις ζωές στο βωμό μιας κακώς εννοούμενης Ιατρικής;

Καθημερινά, τώρα που κοντεύω τα 35 έτη ζωής, βλέπω επίσης και κάτι ακόμα: σε ποιό άλλο επάγγελμα, αφιερώνεις περίπου 20 χρόνια από τη ζωή σου, επενδύοντας σε ξενύχτια διαβάσματος, καθώς και σε αξημέρωτα ξενύχτια τραγικών εφημεριών, βγάζοντας αιμορροΐδες, χάνοντας κοινωνικές εκδηλώσεις, χάνοντας σαββατοκύριακα και εκδρομές με φίλους, χάνοντας αργίες, Χριστούγεννα και Πάσχα, αντιμετωπίζοντας καθημερινά ηθικά διλήμματα, σκύβοντας το κεφάλι πολλάκις σε εγκλήματα ανωτέρων, όπως και στον κάθε Πολάκης-μάγκα πολιτικό ειδήμονα, για να φτάσει να σου πει κατάμουτρα τελικά το σύστημα δια στόματος κομπορρημοσύνης Πολάκης-μάγκα, μετά από αυτά που έχεις περάσει τα προηγούμενα περίπου 20 χρόνια: "φίλε, τώρα ξεκινάς από το μηδέν!" Και δώσ' του να μαζεύεις μόρια συνεχιζόμενης εκπαίδευσης από τα συνέδρια, και πάλεψε για ένα μεταπτυχιακό, και αν βγει και κανένα διδακτορικό θα είσαι μάγκας, για να μην αναφερθώ στις απαραίτητες (must!) πλέον δημοσιεύσεις και αναρτημένες ανακοινώσεις κλπ κλπ. Και όλα αυτά, για να περιμένεις μια προκήρυξη κάπου στην Ελλάδα, (ένας θεός ξέρει πόσο παλαβοί θα είναι οι διευθυντάδες που θα πέσεις - το ότι θα είναι παλαβοί είναι σίγουρο, το ερώτημα που πλανάται, είναι το πόσο;), ή να σκάσεις γύρω στα 50 χιλιάρικα για να ανοίξεις δικό σου ιατρείο και να παίρνεις 10 ευρώ τη συνταγή...

Τέλος, βλέπω αυτήν την ώρα στην ΕΡΤ2, την εκπομπή "ΣΤΑ ΑΚΡΑ" με θέμα τον θάνατο και καλεσμένους έναν ιατρό και έναν καθηγητή φιλοσοφίας. Αξίζει να το δείτε, σε λίγες μέρες που θα ανέβει η εκπομπή στο webtv της ΕΡΤ. Είναι η πρώτη φορά, ακούω τόσο βαθειές αλήθειες για το ρόλο του ιατρού στη σημερινή πραγματικότητα.

Τέλος-τέλος, συνειδητοποιώ κάτι ακόμα: δεν υπάρχει πιο αποτυχημένο σύστημα στην Ελλάδα από αυτό της Υγείας, για έναν και μόνο λόγο: οι ίδιοι οι θεράποντες που καλούνται να γιατρέψουν ασθενείς, είναι οι ίδιοι, οι πιο βαριά ασθενείς... Πώς λοιπόν, αυτό το σύστημα να σωθεί; Όταν καίει τα μυαλά και μαζί και τις ζωές των ανθρώπων που το επιτελούν; Όταν δεν υπάρχει ο ελάχιστος σεβασμός απέναντί τους, κάτι που αναπόφευκτα γεννά την έλλειψη σεβασμού και προς το ίδιο το σύστημα από τους χρήστες του; Όταν δεν υπάρχει σχεδόν κανένα κίνητρο για υγιή εξέλιξη και καρποφόρηση όλων των θυσιών; Όταν αδυνατείς να φτιάξεις τη δική σου υγιή οικογένεια;


Συμπερασματικά, για αυτήν την παθογένεια των ιατρών - που δυστυχώς πολλούς από αυτούς τους ήξερα αλλιώς, όταν ήμασταν συμφοιτητές... έχω να αναφέρω στο εξιτήριο, μόνο τούτο:

Διάγνωση εισόδου: όνειρο!
Διάγνωση εξόδου: ασυμβατότητα ονείρου με πραγματικότητα!

Εσείς, τώρα που είστε οι σοφοί αυτού του τόπου, απαντήστε μου τι είναι αυτό που φταίει και διαφέρει η διάγνωση εισόδου από τη διάγνωση εξόδου: είναι το όνειρο που φταίει ή η πραγματικότητα...;


Τελικά τούς έκλεισα την πόρτα 
«τι να την κάνω την πραγματικότητα, τους λέω ‒έγώ έχω τ’ όνειρο» 

(από "Το όνειρο", του Τάσου Λειβαδίτη)