Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλαμάς Κωστής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλαμάς Κωστής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Οι νεκροί μας κυβερνούν!

 

Είναι δικαίωση του λόγου. Του ήρεμου λόγου. Του ήρεμου διαλεκτικού λόγου. Που απλώνεται σαν δροσερό αεράκι. Που σε χαϊδεύει. Σε θωπεύει. Και τελικά σε μαγεύει.


Το συγκεκριμένο απόσπασμα που ακολουθεί ήταν ένα θέμα στις πανελλήνιες εξετάσεις πριν 2 ημέρες. Και είναι ενός καλού φίλου, του Ραϋμόνδου Αλβανού, ο οποίος μπορεί και αποκρυσταλλώνει μεγάλες έννοιες σε μεστό καθημερινό λόγο. Για αυτό είναι θαυμαστός, γιατί λέει μεγάλες αλήθειες με τον πιο απλό τρόπο, τον πιο πειστικό τρόπο. 


Απολαύστε:


"Γιατί δεν αγαπάνε οι μαθητές την ιστορία; Οι απαντήσεις είναι γνωστές. Γιατί συνήθως πρέπει να τη μάθουν παπαγαλία, γιατί συνήθως μαθαίνουν για προσωπικότητες και όχι για την κοινωνία, γιατί μαθαίνουν κυρίως για την παλαιότερη ιστορία και όχι τη νεότερη. Ο σημαντικότερος όμως λόγος που η ιστορία είναι απωθητική για τους μαθητές, είναι ότι το σχολείο δεν καταφέρνει να συνδέσει τη ζωή των μαθητών με το παρελθόν. Δεν καταλαβαίνουν γιατί να πρέπει να τα μάθουν όλα αυτά. Όπως μου έλεγαν κάποιοι φοιτητές μου: «Γιατί, κύριε, να πρέπει να μαθαίνουμε ιστορία; Εμείς κοιτάμε μπροστά. Κοιτάμε στο μέλλον». Αυτό που δεν καταλάβαιναν οι φοιτητές μου και δεν καταλαβαίνουν όσοι δεν εκτιμούν την αξία της γνώσης του παρελθόντος, είναι ότι τελικά όλοι μας είμαστε προϊόντα της ιστορίας. Ό,τι έχουμε στο μυαλό μας έρχεται από τους προηγούμενους από εμάς. Ακόμη και οι λέξεις που χρησιμοποιώ για να γράψω αυτές τις γραμμές, δεν είναι δικές μου. Έρχονται από τους προηγούμενους από μένα. Και βέβαια το πιο σημαντικό δεν είναι οι λέξεις. Είναι οι πεποιθήσεις, οι αξίες, οι γνώσεις ακόμη και οι κανόνες. Εμείς αποφασίζουμε για τους κανόνες που ρυθμίζουν τη ζωή μας; Όχι βέβαια. Οι προηγούμενοι από εμάς αποφασίζουν. Εμείς γεννιόμαστε μέσα σε ένα πολιτισμό, σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που όλα αυτά έχουν ήδη διαμορφωθεί. Είναι τόσο μεγάλο το βάρος του παρελθόντος πάνω στο παρόν, που ένας ιστορικός έχει ισχυριστεί κάτι που όταν το είχα πρωτοακούσει είχα εντυπωσιαστεί: «Οι νεκροί μάς κυβερνούν». Βαριά κουβέντα. Δεν συμφωνώ εντελώς όμως, καθώς και εμείς επιδρούμε στον τρόπο που εξελίσσεται η ιστορία και έχουμε ευθύνη απέναντι στις μελλοντικές γενιές ως μελλοντικοί νεκροί που αναπόφευκτα είμαστε όλοι μας. Αξίζει να μαθαίνουμε για αυτούς τους νεκρούς. Αξίζει να γνωρίζουμε τι έκαναν, πώς σκέφτονταν, πώς ζούσαν. Αξίζει γιατί αυτοί είναι που διαμόρφωσαν τον κόσμο που μας περιβάλλει. Η γνώση του παρελθόντος είναι απαραίτητη για την κατανόηση του παρόντος. Ή, για να το πούμε με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να καταλάβουμε το σήμερα αν δεν ξέρουμε σε βάθος το χθες. Η ιστορία είναι μια πράξη αυτογνωσίας, μια πράξη γνώσης για τον συλλογικό μας εαυτό, απαραίτητη για να καταλάβουμε τον πολιτισμό μας. Δεν μαθαίνουμε ιστορία για χάρη των προηγουμένων. Όντως αυτοί έφυγαν και δεν έχει πια καμία σημασία για αυτούς. Μαθαίνουμε ιστορία για εμάς, για να μάθουμε από τα λάθη των προηγουμένων, να δούμε τι λειτούργησε καλύτερα για εκείνους και τι όχι. Μαθαίνουμε ιστορία για να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και να σκεφτούμε πού θέλουμε να πάμε."


(απόσπασμα από τον πρόλογο του τελευταίου βιβλίου του Ραϋμονδου Αλβανού "Ο ελληνικός εμφύλιος. Μνήμες σε πόλεμο και σύγχρονες πολιτικές ταυτότητες", εκδ. Επίκεντρο, 2022)


Ο Ογκίστ Κόμτ (Auguste Comte) είναι αυτός που είπε "Οι νεκροί κυβερνούν τους ζωντανούς

και ο Κωστής Παλαμάς είναι αυτός που στο ποίημά του "Το τραγούδι των προσφύγων" είπε "Πάντα οι νεκροί ας μας κυβερνούν".


Βλέπετε, πρόκειται για την ίδια θεματική και η ίδια κοσμοαντίληψη από μεγάλα μυαλά διαχρονικά. Η ίδια σύνδεση παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος. 


Υ.Γ.: Αξίζει όμως ένα μπράβο και σε εκείνους που διάλεξαν αυτό το ανάγνωσμα ως θέμα για πανελλήνιες εξετάσεις. Κάτι τέτοια είναι που με κάνουν να πιστεύω ότι δεν έχει χαθεί ακόμα εντελώς αυτή η ψωροκώσταινα...


Ουρανογραφία - Μάθημα 15ο - Λύρα


Συνεχίζοντας, δίπλα στον Κύκνο, ο οποίος συνεχίζει με παράπονο την εξερεύνηση του βυθού, ακούγεται γαλήνια μουσική, παράπονο σαν από Λύρα...


Πατρίδες! Αέρας, γη, νερό, φωτιά! Στοιχεία
αχάλαστα, και αρχή και τέλος των πλασμάτων,
σα θα περάσω στη γαλήνη των μνημάτων,
θα σας ξαναβρώ, πρώτη και στερνή ευτυχία!

Αέρας μέσα μου ο λαός των ονειράτων

στον αέρα θα πάει• θα πάει στην αιωνία
φωτιά, φωτιά κι ο λογισμός μου, τη μανία
των παθών μου θα πάρ' η λύσσα των κυμάτων.

Το χωματόπλαστο κορμί χώμα και κείνο

αέρας, γη, νερό, φωτιά θα ξαναγίνω,
κι απ' των ονείρων τον αέρα, κι απ' την πύρα
του λογισμού, κι από τη σάρκα τη λιωμένη,
κι απ' των παθών τη θάλασσα πάντα θα βγαίνει
ήχου πνοή, παράπονο, σαν από λύρα...

("Πατρίδες", Κ.Παλαμάς)



Λύρα




Η Λύρα, είναι ένας από τους μικρούς, αλλά αρκετά ευδιάκριτους αστερισμούς του βορείου ημισφαιρίου, χάρη -κυρίως-, στον Βέγα, τον οποίο περιέχει. Βρίσκεται ακριβώς πάνω από το γαλαξιακό επίπεδο, στο ύψος του Κύκνου, και παρατηρείται πολύ εύκολα κυρίως την άνοιξη και το καλοκαίρι. 

Ο Πτολεμαίος κατέτασσε 10 αστέρια, ο Argelander 48 και ο Heis 69.

Ο α Λύρας, ή αλλιώς γνωστός ως Βέγας, είναι ένας λευκός-μπλε αστέρας (διπλός αστέρας), 58 φορές πιο λαμπρός από τον ήλιο και σχεδόν 3 φορές πιο μεγάλος από αυτόν. Απέχει από εμάς γύρω στα 27 έτη φωτός, και πρόκειται να (ξανα)γίνει ο πιο λαμπρός πολικός αστέρας για τους ανθρώπους (αν υπάρχουν μέχρι τότε) σε 11.600 χρόνια από σήμερα (λόγω της μετάπτωσης των ισημεριών και της κλόνισης του πολικού άξονα της Γης).

Ο Βέγας, ήταν ο πολικός αστέρας των ανθρώπων πριν 14.400 χρόνια περίπου και σαν τέτοιος φυσικά έπαιξε μεγάλο ρόλο στους λαούς της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου. Ο αστέρας ονομαζόταν στην αρχαία Αίγυπτο «Μάατ», δηλαδή αστέρας του Γύπα, και πολλοί ναοί της εποχής γύρω στ 11000 π.Χ. χτίστηκαν προσανατολισμένοι προς αυτόν. Για τους Βαβυλωνίους ήταν ο «Ντιλγκάν», δηλαδή ο φέρων το φως, χαρακτηρισμός που ταιριάζει σε τόσο φωτεινό αστέρι. Οι Ακκάδες και οι Ασσύριοι, τον ονόμαζαν ΤΙΡ.ΑΝΝΑ και ΝΤΑΓΙΑΝ.ΣΑΜΕ., δηλαδή «Η ζωή του Ουρναού» ή «Ο κριτής των Ουρανών», που επίσης ταίριαζε με το ιδίωμά του να είναι τότε πολικός.

Οι Κινέζοι τον έλεγαν, μαζί με τον ε και ζ αστέρα, «Τσι Νέου», δηλαδή «Υφαίνουσα», που βρισκόταν στη μια μεριά της Γέφυρας των Κισσών. Την ιστορία της Γέφυρας των Κισσών τη μοιράζονταν με τους άλλους λαούς της Άπω Ανατολής.

Οι Έλληνες και οι Λατίνοι τον ονόμαζαν Λύρα και το όνομα Βέγας, το πήρε από το αραβικό όνομα -που αφορούσε όλον τον αστερισμό- «Αλ Νασρ αλ Βάγκι», δηλαδή «Ο αρπακτικός αετός» ή «Γύπας». 

Ένα άλλο εντυπωσιακό αστέρι είναι ο ε της Λύρας. Με γυμνό μάτι και καθαρό καιρό, χρησιμοποιείται σαν αντικείμενο δοκιμής της οπτικής οξύτητας, καθώς φαίνεται διπλός. Με χρήση κάποιου τηλεσκοπίου όμως, το κάθε αστέρι του, φαίνεται επίσης διπλό, συνεπώς, συνολικά πρόκειται για ένα τετραπλό αστέρι κίτρινου χρώματος.


Ο β Λύρας, είναι ένας διπλός αστέρας, πρότυπος για τους αστέρες εκλείψεως, κατά τους οποίους ο δεύτερος αστέρας, είναι τόσο κοντά με τον κύριο αστέρα, ώστε η βαρυτική έλξη που δέχεται από αυτόν, είναι τόσο έντονη, με αποτέλεσμα να τον παραμορφώνουν και να τον κάνουν ελλειψοειδή.

Ο γ Λύρας, είναι ένας κυανός γίγαντας.

Ανάμεσα στον β και γ Λύρας, υπάρχει το γνωστό πλανητικό «Νεφέλωμα του Δαχτυλιδιού» (Ring Nebula ή Μ57 ή NGC 6720).









Σχετικά με την ιστορία του αστερισμού, ίσως ξεκίνησε σαν αρπακτικό πουλί. Ήταν Αετός ή Γύπας στην Ινδία και κάποιο άγριο πουλί στην αρχαία Ακκαδία με το όνομα «Ουράκα». Στους νομάδες της Αραβίας ήταν ο «Αλ Νασρ αλ Βάγκι», δηλαδή, ο «Αρπακτικός πετραετός της ερήμου, με κλειστά τα φτερά», εν αντιθέσει με τον «Αλ Νασρ αλ Ταίρ», τον ιπτάμενο αετό, που αντιστοιχούσε με τον δικό μας Αετό. Ο Αλ Σουφί, ονόμαζε τον αστερισμό «Χήνα» και ο Χρυσοκόκκης «Γύπα καθήμενο».

Αργότερα, στους Άραβες, πέρασε το ελληνικό όνομα και παρουσιαζόταν ο αστερισμός με διάφορα μουσικά όργανα. Όμως, το αρχικό όργανο που χρησιμοποίησαν οι πρόγονοί μας ήταν η Λύρα ή η Κιθάρα. Έτσι, τα πρώτα ονόματα στους Έλληνες, ήταν «Λύρα», «Λύρα κατωφερής», αλλά και «Κιθάρα» και «Φόρμιγξ». Υπήρχαν όμως, και τα ονόματα «Ερμαίη» και «Κυλλεναίη», καθώς και το όνομα στον Άρατο, «Χέλυς ολίγη» (δηλαδή «Μικρή Χελώνα»), που όλα δείχνουν προέλευση από το μύθο της Λύρας.

Ο μύθος λέει, ότι η εξάχορδη ή εφτάχορδη Λύρα, κατασκευάστηκε από το θεό Ερμή, όταν μωρό μιας μέρας ακόμη, σκότωσε μια χελώνα, πήρε το καβούκι της, του πέρασε χορδές κι έκανε τη Λύρα (εξ ου και το όνομα του Αράτου «Μικρή Χελώνα»).




Αυτήν όμως, δεν την έδωσε στον αδερφό του Απόλλωνα, αμέσως, αλλά πολύ αργότερα, για να τον εξευμενίσει για τις κλεψιές του, καθώς, ας μην ξεχνάμε ότι ο Ερμής ήταν ο θεός των κλεφτών και των εμπόρων (δηλαδή, ξανά των κλεφτών!). Έτσι, λοιπόν, για να τον ησυχάσει τον Απόλλωνα, του έδωσε τη Λύρα, που έγινε αργότερα σύμβολο του θεού της Μουσικής, ο οποίος μάλιστα ήταν και κιθαρωδός.


Η Λύρα όμως συνδέεται και με άλλους ήρωες της μυθολογίας, όπως τον Ορφέα. Ο Ορφέας σφαγιάστηκε από τις μαινάδες γιατί περιφρονούσε τις γυναίκες και πετάχτηκε στη θάλασσα. Η Λύρα του έφτασε στη Λέσβο (α, ρε Λέσβο, τι έχεις φιλοξενήσει στους μακραίωνος, δροσερούς σου κόλπους…), όπου αφιερώθηκε στο θεό Απόλλωνα. Λέγεται μάλιστα ότι στο μέρος όπου θάφτηκε ο Ορφέας, τα αηδόνια τραγουδούν ομορφότερα από οπουδήποτε αλλού.

Για μερικούς(υπέρμαχους της συμβιβαστικής λύσης, που προσπαθεί να τα χωρέσει όλα) , η Λύρα, τοποθετήθηκε από το Δία στον ουρανό, ως ένδειξη θαυμασμού αυτού του οργάνου, το οποίο έφτιαξε ο πάντα ευρηματικός Ερμής, το οποίο έδωσε στον Απόλλωνα και αυτός με τη σειρά του, παρέδωσε στο γιο του, Ορφέα. Κοινώς… φέξε μου και γλίστρησα! Κατ’ άλλους, η Λύρα μπορεί να είναι και του Αρίωνα, που μάγεψε τα δελφίνια με το παίξιμό του και τον περιέσωσαν όταν οι κλέφτες φίλοι του, τον έριξαν στη θάλασσα στο ταξίδι της επιστροφής του από την Σικελία.

Πολλοί από τους ουρανογράφους του Μεσαίωνα και κατόπιν, ζωγραφίζουν τη Λύρα και το Αρπαχτικό πτηνό μαζί. Έτσι, βλέπουμε συχνά ένα μεγάλο αετό ή γεράκι, να κρατά μπροστά στο στήθος του μια κλασσική λύρα. Πρόκειται φυσικά, για το πάντρεμα και των δυο παραδόσεων, για έναν (ακόμα) συμβιβασμό…







Αυτή ήταν η Λύρα, η χρυσή μελωδός του σκοτεινού μας Ουρανού...


"Le Onde"
Ludovico Einaudi





Άρνηση λήξης 2ου διαλείμματος!!


Παρατείνουμε το 2ο διάλειμμα για να βυθιστούμε λίγο στα γαλάζια χρώματα του πλανήτη μας, αυτά που μας μιλούν όπου σταθούμε και όπου βρεθούμε...




Είναι φορές, που δεν μπορείς να ανταποκριθείς στις απαιτήσεις. Τότε έχεις τρεις επιλογές. 

Ή συνεχίζεις μόνος μαχόμενος.

Ή απλώνεις το χέρι, αλλά όχι παρακαλετά, μα εμπιστευτικά, κοιτώντας τον άλλον βαθιά μέσα στα μάτια, υπόσχοντάς του ότι πάση θυσία, θα του γυρίσεις τα δανεικά, έχοντας όμως πριν από όλα και πάνω από όλα, υποσχεθεί στον εαυτό σου, σκληρή και έντιμη δουλειά. Γιατί μόνο έτσι μπορείς να γυρίσεις τα δανεικά, με σκληρή δουλειά και όχι με άλλα και με άλλα και με ακόμα περισσότερα, δανεικά... 

Ή πάλι απλώνεις το χέρι, μα αυτή τη φορά, ζητιανευτικά και παρακαλετά, έτοιμος για να δεχτείς κάθε όρο συνδιαλλαγής.



Στην πρώτη επιλογή, υφίστασαι τη διάβρωση των καιρών στο σώμα σου και τη φθορά της λιλιπούτειας ύπαρξής σου. Όμως, θαρραλέος σαν από πρώτα, συνεχίζεις, σκαρφαλώνεις στα ύψη, σε βράχια και σε γκρεμίλες. Ακόμα και αν σου σπάσουν τα ποδάρια από τις συνεχείς τις πτώσεις, εσύ θα προχωρήσεις, έρποντας μα όχι ισοπεδώνοντας την προσωπικότητά σου. Αντιθέτως. Εξυψώνοντάς την.

Στη δεύτερη επιλογή, υφίστασαι τη διάβρωση των αντοχών στο κουφαριασμένο από την κούραση πτώμα σου και την ντροπή της αδικημένης φύσης σου. Νοιώθεις όμως, ότι απευθύνεσαι σε γίγαντες, που έντιμα θέλουν να σε βοηθήσουν.

Στην τρίτη επιλογή, υφίστασαι τη διάβρωση των θεσμών στο πνεύμα σου και τη δολιοφθορά στην καρδιά των ονείρων σου. Αυτοί, οι δανειστές σου, στέκονται παγερά αδιάφοροι στην ελεημοσύνη που ζητάς, σχεδόν ακούνητοι, ασυγκίνητοι στον δικό σου ξεπεσμό. Και εσύ, χάνεις και την ύπαρξή σου, μα κυρίως, και την τιμή της ύπαρξής σου. Και ζαλισμένος, σχεδόν αποτελειωμένος, ξεχνάς ακόμα να μαζέψεις και το διακονιάρικο κουλό σου, που είχες απλωμένο για ένα ξεροκόμματο...



Ποια επιλογή θεωρείτε ότι έχει κάνει η χώρα μας;


(πρόσφατη φωτό από περίπατό μου στα γαλάζια χρώματα του πλανήτη μας)





Υ.Γ.: Και επειδή δεν είναι καλό να μένουμε με τις απορίες, ιδού ποια είναι η επιλογή που έχει κάνει από πολύ παλιά, και συνεχώς θα κάνει η χώρα μας, αποτυπωμένη από δυο μεγάλους δημιουργούς της:

α) Παλαμάς:

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…


(Ποίημα "Γύριζε" από τη συλλογή "Η Πολιτεία και η Μοναξιά")




β) Μαρκόπουλος Γιάννης:


"Λένγκω"
Στίχοι, Μουσική, Ερμηνεία:
Γιάννης Μαρκόπουλος




Ω θείες ανατριχίλες...




Σε συνέχεια των σχέσεων ισότητας, εγώ λέω...


Μία γυναίκα = Χίλιες νότες...



"Το γυμνό τραγούδι"
Στίχοι: Παλαμάς Κωστής
Μουσική: Νίκος Ζούδιαρης
Ερμηνεία: Νταγάκη Γεωργία





Εδώ τα πάντα ξέστηθα
κι αδιάντροπα λυσσάνε
αστέρι είν’ ο ξερόβραχος,
και το κορμί φωτιά.

Εδώ ειν’ ο ίσκιος όνειρο
εδώ χαράζει ακόμα
στης νύχτας το αχνό στόμα
χαμόγελο ξανθό.

Εδώ ο λεβέντης μάγεμα
η σάρκα αποθεώθη,
οι παρθενιές, Αρτέμιδες,
Ερμήδες είναι οι πόθοι.

Η κάθε ώρα ολόγυμνη,
θάμα στα υγρόζωα κήτη
πετιέται κι η Αφροδίτη
και χύνεται παντού.

Μέτωπο, μάτια, κύματα
μαλλιά γλουτοί, λαγόνες
κρυφά λαγκάδια του Έρωτα
ρόδα, μυρτιές, κρυψώνες.

Τα στρογγυλά, τα ολόισια
χνούδια, γραμμές, καμπύλες
ω θείες ανατριχίλες,
χορεύτε το χορό.

Κάτι γυμνό και ξέσκεπο
στα ολανοιγμένα πλάτια,
που ζωντανό θα το’ δειχναν
μόνο δυο φλόγες μάτια,

κάτι από τους σάτυρους
κρατιέται κι είναι αγρίμι
και είν’ η φωνή του ασήμι,
μη φύγεις, ειμ’ εγώ.




Του κώλου οι φωτιές...


Απίστευτες! Ερωτικές! Περιπαιχτικές! Τόσο μα τόσο φωτεινές... στου σκοταδιού μου το μονοπάτι.

Πρώτη φορά τις αντίκρυσα. Εκστασιασμένος. Απόψε στήσαν χορό μαγευτικό... Περίμεναν να ανάψουν τους φανούς τους, μόλις θα έσβηνα το φως της μηχανής μου... Ήταν τόσες πολλές και τόσο απαστράπτουσες... Με περιτριγύριζαν, με χόρευαν, μου τραγουδούσαν και κλείνοντας το μάτι, το μυαλό μου καλούσαν σε μέρη εξωτικά, γαλήνεια, παραμυθένια...

Πόσο ανάγκη είχα απόψε αυτόν τον απρόσμενο χορό...

Απόψε πρώτη φορά αντίκρυσα πυγολαμπίδες ή αλλιώς κωλοφωτιές...



"Πυγολαμπίδα"
Στίχοι, Μουσική, Ερμηνεία:
Γιάννης Χατζής







Μολώχ

Των Ελλήνων την πατρίδα

βάρβαροι την ατιμάζουν!
Όπου ανθοπετούσαν οι Έρωτες

παραδέρνει η νυχτερίδα.
Στη νυχτιά μας μια πυγολαμπίδα,
των αρχαίων η μνήμη, ψευτοφέγγει
κ’ είναι μια νυχτιά που δεν τη διώχνεις,
του παντοτινού μας ήλιου αχτίδα!

Και πατρίδα και ψυχή ρουφάν
βάρβαροι από βάθη και από ύψη.

Κι όταν, μ’ ένα τρίσβαθο ωχ!

των Ελλήνων θεέ, ρωτούμε σε:
«Είσ’ εσύ ο ξανθός Απόλλωνας;»

Αποκρίνεσαι:«Είμ’ εγώ ο Μολώχ!»


Κωστής Παλαμάς







(εικόνα από εδώ)




Ασάλευτη Κίνηση


Διαβάζοντας χωρία και περιδιαβάζοντας σε διαδικτυακούς χώρους, βρίσκω μπροστά μου τα ίδια ερωτήματα: Θεός, Άνθρωπος, Μοναξιά, Μάχη, Βιοπάλη, Ευτυχία, Επιβίωση, Δημιουργία, Αντίσταση. Τι είναι όλα αυτά; Πώς έχουν μπλεχτεί τόσο πολύ μες στο φαινόμενο της ζωής;

Ας αφήσουμε όμως την τέχνη να μιλήσει αυτή τη φορά.




"Ανωγειανές Μαδάρες"









Πρόλογος

Και τ' άγαλμα αγωνίστηκα για το ναό να πλάσω
στην πέτρα τη δική μου απάνω,
και να το στήσω ολόγυμνο, και να περάσω,
και να περάσω, δίχως να πεθάνω.

Kαι το 'πλασα. Κ' οι άνθρωποι, στενοί προσκυνητάδες
στα ξόανα τ' άπλαστα μπροστά και τα κακοντυμένα,
θυμού γρικήσαν τίναγμα και φόβου ανατριχάδες,
κ' είδανε σαν αντίμαχους και τ' άγαλμα κ' εμένα.

Και τ' άγαλμα στα κύμβαλα, κ' εμέ στην εξορία.
Και προς τα ξένα τράβηξα το γοργοπέρασμά μου
και πριν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία
έσκαψα λάκκο, κ' έθαψα στο λάκκο τ' άγαλμά μου.

Και του ψιθύρησα: «Αφαντο βυθίσου αυτού και ζήσε
με τα βαθιά ριζώματα και με τ' αρχαία συντρίμμια,
όσο που νάρθ' η 'ωρα σου, αθάνατ' άνθος είσαι,
ναός να ντύση καρτερεί τη θεία δική σου γύμνια!»

Και μ' ένα στόμα διάπλατο, και με φωνή προφήτη,
μίλησ’ ο λάκκος: «Ναός κανείς, βάθρο ούτε, φως, του κάκου.
Για δω, για κει, για πουθενά το άνθος σου, ω τεχνίτη!
Κάλλιο για πάντα να χαθή μέσ’ στ’ άψαχτα ενός λάκκου.

Ποτέ μην έρθ’ η ώρα του! Κι αν έρθη κι αν προβάλη,
μεστός θα λάμπη και ο ναός από λαό αγαλμάτων,
τ’ αγάλματα αψεγάδιαστα, κ’ οι πλάστες τρισμεγάλοι
γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στη νύχτα των μνημάτων!

Το σήμερα είτανε νωρίς, τ’ αύριο αργά θα είναι,
δε θα σου στρέξη τ’ όνειρο, δε θάρθ’ η αυγή που θέλεις,
με τον καημό τ’ αθανάτου που δεν το φτάνεις, μείνε,
κυνηγητής του σύγγνεφου, του ίσκιου Πραξιτέλης.

Τα τωρινά και τ’ αυριανά, βρόχοι και πέλαγα, όλα
σύνεργα του πνιγμού για σε και οράματα της πλάνης
μακρότερη απ’ τη δόξα σου και μια του κήπου βιόλα
και θα περάσης, μάθε το, και θα πεθάνης!»

Κ’ εγώ αποκρίθηκα: «Ας περάσω κι ας πεθάνω!
Πλάστης κ’ εγώ μ’ όλο το νου και μ’ όλη την καρδιά μου
λάκκος κι ας φάη το πλάσμα μου, από τ’ αθάνατα όλα
μπορεί ν’ αξίζει πιο πολύ το γοργοπέρασμά μου».




Πατρίδες


Πατρίδες! Αέρας, γη, νερό φωτιά! Στοιχεία

αχάλαστα, και αρχή και τέλος των πλασμάτων,

σα θα περάσω στη γαλήνη των μνημάτων,

θα σας ξανάβρω, πρώτη και στερνή ευτυχία!


Αέρας μέσα μου ο λαός των ονειράτων

στον αέρα θα πάη· θα πάη στην αιωνία

φωτιά, φωτιά κι ο λογισμός μου, τη μανία

των παθών μου θα παρ’ η λύσσα των κυμάτων.


Το χωματόπλαστο κορμί χώμα και κείνο,

αέρας, γη, νερό, φωτιά θα ξαναγίνω,

κι απ’ των ονείρων τον αέρα, κι απ’ την πύρα


του λογισμού, κι από τη σάρκα τη λυωμένη,

κι απ’ των παθών τη θάλασσα πάντα θα βγαίνη

ήχου πνοή, παράπονο, σαν από λύρα.


(Και τα δυο ποιήματα είναι από τη συλλογή Η ασάλευτη ζωή -1904- του Κωστή Παλαμά)