Βαθειά μέσα στα ανείπωτα



Απόψε, για πρώτη φορά στη ζωή μου, προσπάθησα να συντάξω βιογραφικό σημείωμα.

Δεν είχε χρειαστεί μέχρι τώρα.
Δεν το είχα χρειαστεί μέχρι τώρα.
Δεν έτυχε, που λένε ρε παιδί μου!

Και τώρα που προσπαθείς να συντάξεις τη ζωή σου την ασύντακτη σε ένα λευκό χαρτί, νοιώθεις ότι δεν έχεις και τόσα πολλά να καταγράψεις... Μα πώς; Αφού ζεις με τόσο πάθος! Τόσα χρόνια, πώς στοιβάζονται σε λέξεις και κατηγορίες; Και το χειρότερο: πώς εξαφανίζονται τόσα χρόνια μέσα σε λίγες σειρές;

Εκπαίδευση, Στρατιωτική Θητεία, Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση...
Πόσα μπορούν να πουν για αυτά που έζησα; Για αυτά που αγάπησα και μίσησα; Για αυτά που με έκαναν να αηδιάσω και να ξεράσω; Για αυτά που θαύμασα και με ενέπνευσαν;


Επαγγελματική εμπειρία...

Τι μπορεί να συμπεριλάβει; Πόσα ξενύχτια; Πόσα καρδιοχτύπια ασθενών και θεραπόντων;

Κατάρτιση, Άλλες γνώσεις...
Άντε τώρα να κρίνεις τον εαυτό σου! Σου ζητάνε το γνώθι σαυτόν και εσύ απαντάς σαν να απαντούσες ποιό είναι το όνομά σου.

Προσωπικά ενδιαφέροντα...
Μα πώς γίνεται να καταλάβει αυτός που διαβάζει το βιογραφικό, ποιά η πραγματική μου σχέση με τον χορό, τη μουσική, την αστρονομία, τα ταξίδια, το blogging, τις βόλτες με τη μηχανή μου...;


Ας όψεται. Ο λόγος φαντάζει προκλητικός και άκρως ανθρωπολογικός: να ξενιτευτούμε και να γνωρίσουμε Δανέζες γαζέλες...

Εξάλλου, όλα τα μεγάλα ερωτηματικά, οι πελώριοι φόβοι και τα τεράστια
"μη", ξεπερνιούνται μόνο με έναν τρόπο: τη δοκιμή!

Ξεκινώντας νέα ταξίδια και χαράσσοντας νέες διαδρομές, κοιτάμε για λίγο πίσω μας, τον δρόμο που διανύσαμε ως τώρα. Αντικρύζουμε μόνο σκόνη απ' το ανασηκωμένο χώμα ανακατεμένη με τον καπνό απ'το φουγάρο του τρένου μας...



"Στην κοιλάδα των Τεμπών"
Στίχοι, Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Ερμηνεία: Σωκράτης Μάλαμας




Μες την κοιλα - όπως τα λέω - μες την κοιλάδα των Τεμπών
Φόβος των μηχανοδηγών
Είναι ένας γέρο - όπως τα λέω - είναι ένας γέρο πλάτανος
μαγκούφης και παράφορος

Που πίνει από - όπως τα λέω - που πίνει απ' το θολό νερό
του ποταμού το ιερό
Πίνει κι απλω, όπως τα λέω, πίνει κι απλώνει ρίζωμα
βαθιά μέσα στα ανείπωτα

Κι όποτε παι - όπως τα λέω - κι όποτε παίρνει ανάποδες
γέρνει και πέφτει στις γραμμές
Πιάνει το τρε - όπως τα λέω - πιάνει το τρένο απο τ' αυτί
«Μην την περνάς τη Γευγελή»

Μένα μου το, όπως τα λέω, μένα μου το 'πε ο Πηνειός
το μυστικό ο φλύαρος
Πως ήταν α - όπως τα λέω - πως ήταν άνθρωπος παλιά
κι είχε παιδιά στην ξενιτιά



Χθες...



Χθες, ένας ταξιδιώτης του διαστήματος, έτυχε να επισκεφθεί αυτήν την απόμερη διαδικτυακή γωνιά. Τον καλωσορίζω λοιπόν, και του εύχομαι να παραμείνει το ίδιο αθώος όσο το πρώτο, καθάριο, πρωινό, ανατέλλον πάνω από τα βουνά, καλοκαιρινό φως. Τέτοια φώτα, πραγματικά στολίζουν το σκοτεινιασμένο Γενικό Νοσοκομείο Κέρκυρας.

Χθες, είχα μια πολύ ωραία βόλτα, με άτομα που όσο και αν προσπαθούν να περάσουν incognito από τούτη την πλάση, το φωτοστέφανο που φορούν, τους στιγματίζει και φανερώνει τις αγνές τους προθέσεις, προσδίδοντάς τους όχι μια μεγάλη κουλούρα, αλλά έναν μεγάλο σεβασμό...


Το παρακάτω λοιπόν τραγουδάκι, αφιερώνεται σε αυτούς που συνεχίζουν να γεννούν ακόμα ζωντανό δάκρυ...


"Χθες"
Δημήτρης Μητροπάνος





Χθες, γύριζα μονάχος μεσ' στης πόλης τα στενά
στα σοκάκια με τα σπίτια τα ψηλά
Χθες, πέρασα απ' το μέρος που εκείνη την φορά
την καρδιά μου χάραξες με μια ματιά
Χθες, σκιες απ' τα παλιά, πέρασαν μπροστά μου βιαστικές
μεσ' στο σκοτάδι
Χθες, σαν χθες στο παγκάκι μακρυά
απ' τα βλέμματα του κόσμου σε φιλούσα,
σ' αγαπούσα

Ζωντανό το δάκρυ μου κυλά
και ο πόνος μέσα μου βαθιά
ξεχασμένες στιγμές, αυλακώνει ξανά

Χθες, γύριζα πολύ αργά μπλεγμένος στα στενά
με της πόλης συντροφιά τ' αερικά ...
Χθες, είδα έναν δρόμο που οδηγούσε στα παλιά
σε ονείρου ευτυχισμένη σιγαλιά ...
Χθες, ξάφνου η φωνή σου, μίλησε στ' αυτιά μου χαμηλά
ήταν σαν χάδι
Χθες, σαν χθές, ζεστά στα χείλια ακόμα τα φιλιά σου
η αγκαλιά σου

Ζωντανό το δάκρυ μου κυλά
και ο πόνος μέσα μου βαθιά
ξεχασμένες στιγμές, αυλακώνει ξανά



Η πιο μεγάλη ερωτική πράξη



"Και μόνο εκείνη η γυναίκα, θα ’ρθει η αναπότρεπτη ώρα,
μια νύχτα που θα νοιώσει με πόνο ξαφνικά,
πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθιά,
την πιο μεγάλη ερωτική πράξη
μην αφήνοντας έναν άνδρα να κλάψει στα πόδια της."

(Τάσος Λειβαδίτης)




"Όλα δικά σου μάτια μου"
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Μίμης Πλέσσας
Ερμηνεία: Γιάννης Πουλόπουλος






No mercy...



Όταν το μόνο που μπορείς να αρθρώσεις γονατισμένος είναι το "mercy" και η απάντηση που παίρνεις πανταχόθεν είναι "no mercy", ευτυχώς έχεις κάποια τέτοια άσματα όπως το παρακάτω, να απαλύνουν της καρδιάς τα άσθματα.



"Blowin' in the wind"
by Bob Dylan





Καταναλωτικές πληγές!



"Δεν είναι ισχυρότερος ο καταναλωτής υγείας, αν ξέρει απλώς ότι πρέπει να προτιμήσει το τάδε νοσοκομείο επειδή έχει καλύτερες κουρτίνες. Ίσως, μάλιστα, δεν αρκεί ούτε η “συγκριτική αξιολόγηση” των αποτελεσμάτων θεραπείας. Ο πραγματικά συνειδητοποιημένος καταναλωτής υπηρεσιών υγείας πρέπει να μπορεί να επιλέγει (με πολιτικά μέσα, σαν πολίτης) το σύστημα εκείνο που αποδίδει έμφαση στην πρόληψη της ασθένειας, καθώς το ζητούμενο είναι, κυρίως, η υγεία και όχι η θεραπεία. Επιπλέον, ο ίδιος καταναλωτής υγείας πρέπει να μπορεί να συνδέει το πρόβλημα της διατήρησης της καλής υγείας όχι τόσο με την άσκοπη, συνήθως, κατανάλωση φαρμάκων, αλλά με την υιοθέτηση ενός τρόπου ζωής που να είναι συμβατός με τη διατήρηση καλής φυσικής κατάστασης.

Αν φαίνεται ότι όλα αυτά είναι “θεωρητικά” και “εκτός θέματος” ως προς την κατανάλωση, τότε πιστοποιείται με τον πλέον εύγλωττο τρόπο η πλάνη της “επιφανειακής” καταναλωτικής ματιάς που αποτελεί τον κανόνα στις σύγχρονες κοινωνίες. Το μεγάλο ζητούμενο είναι να βρεθούν οι τρόποι για τη δημιουργία συγκροτημένων και πραγματικά ελεύθερων ανθρώπων που να είναι σε θέση να κάνουν ουσιαστικές επιλογές για τη ζωή τους και το μέλλον τους. Έτσι, μοιραία, η συζήτηση δεν μπορεί παρά να εστιαστεί στο βασικό μοχλό της μηχανής που παράγει ανθρώπους και πολίτες: στην εκπαίδευση.

Ο φορντικός ιδεότυπος της εκπαίδευσης συμπυκνώνει τα προτάγματα και τις προτεραιότητες του αντίστοιχου “ιδανικού προόδου”: καλλιεργεί το σχολαστικισμό και την αποθέωση της τάξης, της πειθαρχίας, του ορθολογισμού και της αδιαμφισβήτητης υπεροχής των επιστημονικών έναντι των μη επιστημονικών τρόπων για να γίνονται τα πράγματα και οι άνθρωποι. Η αρχή της λειτουργικότητας και του εξαντλητικού καταμερισμού των γνώσεων και των ειδικοτήτων, η πεποίθηση ότι η πραγματική γνώση κινείται αναγκαστικά σε βάθος εις βάρος του εύρους, η απλοϊκή εντύπωση περί “ηθικής ουδετερότητας της πραγματικής επιστήμης”, όλα αυτά συγκροτούν εκπαιδευτικά συστήματα που μπορούν να παραγάγουν αποτελεσματικά φορντικά υποκείμενα, αλλά αδυνατούν να προικίσουν τους ανθρώπους με τα αναγκαία όπλα επιβίωσης και ευδοκίμησης σε έναν κόσμο διαφορετικό.

Και ο κόσμος είναι πλέον διαφορετικός από πολλές απόψεις και με πολλούς τρόπους. Ίσως η μεγαλύτερη “ασυνέχεια” ως προς το παρελθόν είναι η απώλεια των βεβαιοτήτων. Με άλλα λόγια, το κεντρικότερο χαρακτηριστικό της νέας κατάστασης πραγμάτων δεν είναι μόνον η συνεχής αλλαγή, αλλά και η προβλεψιμότητα των επερχόμενων αλλαγών. Μη προβλεψιμότητα σημαίνει ταυτόχρονα αδυναμία προγραμματισμού. Όπως οι φορντικές επιχειρήσεις των μεγάλων αλυσίδων μαζικής παραγωγής είδαν τα προϊόντα τους να σκοντάφτουν στις αβεβαιότητες μιας αγοράς που διαλύεται και ανασυντίθεται συνεχώς, έτσι και η φορντική εκπαίδευση βλέπει τα παιδιά της να κοιτούν μελαγχολικά τους εξειδικευμένους τίτλους γνώσεων που με κόπο τους μεταλαμπάδευσε, αλλά που δεν τους είναι πλέον καθόλου χρήσιμες.

Γιατί αυτό που δεν τους έμαθε, είναι ακριβώς αυτό που χρειάζονται: όχι δηλαδή “οδηγούς επιβίωσης” συγκεκριμένων προδιαγραφών, αλλά ικανότητα για συνεχή εκμάθηση και εύκολη μετάβαση από μία κατάσταση σε άλλη. Όπως οι επιχειρήσεις επιχειρούν να γίνουν περισσότερο ευέλικτες και προσαρμοστικές, αλλά και να χρησιμοποιούν τεχνολογίες γενικής χρήσης για παραγωγή “οικογένειας” προϊόντων, έτσι και τα σχολεία πρέπει να είναι σε θέση να προσφέρουν υψηλές δεξιότητες προσαρμογής και συνεχούς εκμάθησης, τόλμη στις αλλαγές συνθηκών, αυτοπεποίθηση και σεβασμό στην ποικιλία και στη διαφορετικότητα.

Στις σύγχρονες σύνθετες και πολυσχιδείς εναλλακτικές καταστάσεις δεν υπάρχει ένας και μοναδικός τρόπος για να γίνουν τα πράγματα. Δεν υπάρχει ένα και μοναδικό μοντέλο δεξιοτήτων και παραγωγικής ικανότητας. Με δεδομένη την ταχεία μεταβολή των κανόνων του παιχνιδιού, ακόμη κι αν υπήρχε ένας άριστος τρόπος και μια άριστη συνταγή, γρήγορα θα γίνονταν ξεπερασμένα. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, η εκπαίδευση πρέπει να έχει εύρος και να επιμένει στην καλλιέργεια της δεξιοότητας προσαρμογής μέσα από τη συνεχή ανανέωση και κατάκτηση νέων γνώσεων.
"


(απόσπασμα χωρίς άδεια αναδημοσίευσης από το βιβλίο “Απενεχοποιώντας την κατανάλωση. Ταυτότητα, Επικοινωνία, Συνοχή” εκδ. Παπαζήση, 2002, σελ. 113-116, που διαβάζω για την επερχόμενη εξεταστική στο μάθημα Ανθρωπολογία του Υλικού Πολιτισμού)




"Llego con tres heridas"
Juan Manuel Serrat
Miguel Hernandez
performed by Joan Baez





Ένα πράγμα μόνον καταναλώνουμε σε αυτή τη ζωή μας, αγαπητοί μου: τη ζωή μας! Αποφασίστε λοιπόν πώς θέλετε να την καταναλώσετε...


Y.Γ.: Άντε να δούμε αν θα δοθεί η έρμη η εξεταστική... Όπως και να 'χει πάντως, μου δίνεται η ευκαιρία να διαβάσω και να καταναλώσω, ωραία πράγματα... Τυχερός.




Φαρμακευτική δράση...



Γίνονται και αυτά...


Τι άλλο θα ακούσουμε και θα διαβάσουμε;



Τι παιχνίδια παίζονται εις βάρος ανυποψίαστων συνανθρώπων μας;



Και άντε μετά να πείσεις για την αξιοπιστία και τη δράση των φαρμάκων...










Μας επήρανε χαμπάρι!



Στη χτεσινή εφημερία, ήρθε ένας Βέλγος με τεράστια (ασκιτική) κοιλιά, ο οποίος έπρεπε να παρακεντηθεί, ώστε να αποσυμφορηθεί η περιοχή και να νοιώσει καλύτερα. Αυτή τη διαδικασία την κάνει στη χώρα του κάθε περίπου 10 ημέρες τους τελευταίους 6 μήνες. Είχε έρθει διακοπές στην Κέρκυρα για μια εβδομάδα και σήμερα θα έφευγε (είχε υπολογίσει προφανώς να μην χρειαστεί παρακέντηση κατά τις διακοπές του). Ο άνθρωπος ήρθε στα επείγοντα περίπου στις 10.00 το πρωί. Δεν ήξερε όμως ακριβώς πού ήρθε… Νόμιζε ότι θα πήγαινε στο νοσοκομείο της χώρας του, που τσάκα τσάκα γίνονται οι δουλειές, που μπαίνει μέσα, γίνεται η παρακέντηση και το απόγευμα είναι στο σπίτι του. Αμ δε! Δεν ήξερες, δεν ρώταγες μεγάλε; Αλλά, τι σε ρωτάω, αφού και εγώ ομοιοπαθής είμαι με τούτο το κωλονήσι…

Ο Βέλγος έπρεπε να περιμένει τουλάχιστον κανα 3ωρο μέχρι να τον εξετάσω. Γιατί; Διότι όπως ξέρετε όταν είσαι μόνος σε ένα παθολογικό ΤΕΠ και σκάνε ΕΚΑΒ, φορεία, χωρίς καμία διαλογή, χωρίς καμία διάκριση, και το κυριότερο, χωρία καμία βοήθεια για τα γαμημένα γραφειοκρατικά και διαδικαστικά θέματα, που περιλαμβάνουν από το να βρεις ανταλλακτικό για το συρραπτικό (δεν ξέρω πού, κόψε τον ποπό σου και βρες!), μέχρι να βρεις τους τραυματιοφορείς που μπορεί να καπνίζουν, να κοιμούνται ή να χαριεντίζονται και ακόμα ακόμα να εξηγείς σε κάθε γλώσσα της υφηλίου πού στο διάολο είναι η γραμματεία του νοσοκομείου για να σφραγίσουν τα παραπεμπτικά, την οποία γραμματεία κάποιοι πανέξυπνοι άνθρωποι, την έχτισαν περίπου 0.5 χιλιόμετρο μακριά (χωρίς αστεία είναι στο ακριβώς αντιδιαμετρικό σημείο του κτηρίου) από τα επείγοντα, καταλαβαίνετε ότι το 3ωρο είναι για τους πραγματικά γρήγορους ιατρούς…

Αφού τον εξέτασα, έπρεπε να περιμένω κανα 2ωρο τα εργαστηριακά αποτελέσματα μέχρι να έχω μια επιβεβαίωση των λεγομένων του Βέλγου. Γιατί; Διότι, το εργαστήριο των επειγόντων έχει συγκεκριμένο ρυθμό εργασίας. Ο οποίος καθορίζεται από την ευχέρεια των συναδέλφων ιατρών όπως και των παρασκευαστών εκεί κάτω στα εργαστήρια, να πάνε να κατουρήσουν, να κάνουν διάλλειμα για να κολατσίσουν ή για να φλερτάρουν, αλλά και να βγουν για τσιγάρο, χωρίς να τους ενδιαφέρει τι γίνεται έναν μόλις όροφο ακριβώς πάνω από το κεφάλι τους… Με άλλα λόγια, μιλάμε για διαφορετικά επίπεδα αντίληψης της έννοιας «επείγοντα». Αυτούς δεν τους βλέπεις ποτέ, εσένα όμως που είσαι ακριβώς στην είσοδο των επειγόντων, σε βλέπουν όλοι και πάντα. Και όχι μόνο οι ασθενείς και συγγενείς των αρρώστων του παθολογικού, αλλά και εκείνοι του χειρουργικού. Συνεπώς, αφού κάθε 37sec (μετρημένα, όχι αστεία!), κάποιος θα ανοίξει την πόρτα και θα ρωτήσει εσένα αυτό που θέλει (κοινώς το μακρύ του και το κοντό του, και που να πάρει ο διάολος συνήθως ρωτάνε το μακρύ τους και σου παίρνει ώρα το πράγμα), επειδή απλά εσένα βρίσκει μπροστά του, δεν μπορείς ούτε να κάνεις σωστή ιατρική συγκεντρωμένα και με διαύγεια, αλλά ούτε να διατηρήσεις την ψυχραιμία σου.

Αφού λοιπόν βγήκαν τα αποτελέσματα, και όντως τα πράγματα ήταν όπως τα έλεγε ο Βέλγος, έπρεπε να ανέβει στην κλινική. Και για αυτό το κομμάτι όμως, έπρεπε να περιμένει άλλο ένα 3ωρο. Γιατί; Διότι, έπρεπε να γίνουν εξιτήρια από την κλινική, να φύγουν κάποιοι άρρωστοι, για να αδειάσει κρεβάτι, να βρεθεί νοσοκόμος για να στρωθεί το κρεβάτι και να μπορεί και η νοσηλεύτρια που ήταν βάρδια στο τμήμα να δεχτεί «την νέα εισαγωγή»!

Αυτά, είναι συνηθισμένα καθημερινά γεγονότα. Αλλά γιατί σας τα περιγράφω; Για να σας εξιστορήσω κάτι άλλο, που ήταν ασυνήθιστο – για μένα τουλάχιστον.

Η γυναίκα του Βέλγου, μη συνηθισμένη προφανώς από τους ρυθμούς χελώνας που λειτουργούσε (;) το σύστημα και βλέποντας όλη αυτήν την καθυστέρηση, ερχόταν από την πρώτη στιγμή που κατέφτασαν στα επείγοντα, χωρίς υπερβολή κάθε 15 λεπτά και με ρωτούσε τι θα γίνει με τον άντρα της φανερά αγχωμένη. Το πρώτο 3ωρο ερχόταν να με ρωτήσει πότε θα τον εξετάσω. Το επόμενο 2ωρο με ρωτούσε για το πότε θα βγουν οι απαντήσεις για να παρακεντηθεί ο σύζυγός της, και το επόμενο 3ωρο αγανακτούσε για το πότε θα ανέβουν στην κλινική για να παρακεντηθεί ο άνθρωπός της. Χωρίς αστεία, στις περίπου 8 ώρες παραμονής τους στα επείγοντα, πρέπει να ήρθε γύρω στις 20 φορές. Και εγώ της απαντούσα και τις 20 φορές, το ίδιο μη πειστικά: please be patient, in a few minutes I will see you! Give me some time! Ώσπου η γυναίκα δεν άντεξε και περίπου κανα μισάωρο πριν ανέβουν στην κλινική, προτάσσει το χέρι της προς την τσέπη μου, με ένα μάτσο 50ευρα, λέγοντας: doctor, doctor, please, help…

Το μόνο που μπόρεσα να αρθρώσω φανερά αγανακτισμένος, στα ελληνικά, ήταν: δεν είναι αυτός ο λόγος γαμώ την κοινωνία μου που καθυστερώ… Σίγουρα, δεν κατάλαβε τι είπα, αλλά κατάλαβε ότι δεν είμαι fun του είδους και τράβηξε πίσω το χέρι φοβισμένη, μάλλον από τον τόνο της φωνής μου.

Μετά για κανά 10λεπτο δεν έκανα τίποτα. Καθόμουν στη γωνιά μου και παρακολουθούσα. Παρακολουθούσα τους ανθρώπους γύρω μου, εργαζόμενους και μη, εν κινήσει ή στάσιμους, κατακεκλιμένους, καθιστούς ή εν ορθία… Και σκεφτόμουν ότι τόσο άσχημα, δεν είχα ξανανοιώσει στη δουλειά ποτέ.

Τι ήταν αυτό που με χάλασε τόσο;

Μην ήταν, ότι δεν πήρα τα λεφτά; Ευτυχώς, όχι. Αυτό το έχω λύσει προ πολλού, πριν ακόμα γίνει πρόβλημα, και πιο συγκεκριμένα, το έλυσαν άλλοι για μένα, που λέγονται γονείς, που μου έδειξαν τις πραγματικές αξίες τούτης της ζωής.

Μην ήταν, ότι ξεφτιλίστηκα; Πιθανόν. Ένοιωσα, σαν δημόσιος υπαλληλίσκος, που του προσφέρουν το γρηγορόσημο, για να κάνει διακρίσεις και να προωθήσει τον «χρηματοδότη» πιο γρήγορα από άλλους. Και μόνο, ότι κάποιος θεώρησε ότι μπορεί να ανήκω σε αυτήν την ειδική κατηγορία συνανθρώπων μας, με έκανε να νοιώθω ότι μάλλον εγώ δεν έχω καταστήσει σαφές το ποιος είμαι. Ακόμα και τη λανθασμένη υπόθεση που γεννιέται στον άλλον για το ποιος μπορεί να είμαι, τη χρεώνω αποκλειστικά σε μένα.

Μην ήταν, ότι ξεφτιλίστηκε η χώρα μου (μια ακόμη φορά); Πιθανόν και αυτό. Δεν είναι πλέον γνωστό μόνο αναμεταξύ μας, το φαινόμενο του λαδώματος, αλλά πλέον είναι γνωστό και σε όλους τους ξένους! Ρεεε, μας πήρανε χαμπάρι μάγκες!

Μην ήταν, ότι ξεφτιλίστηκε στα μάτια μου η γυναίκα του Βέλγου; Πιθανόν και αυτό. Αν ο ξένος, ο τόσο διαφορετικός, μπαίνει στο ίδιο τρυπάκι με εμάς τους ντόπιους και κάνει τις ίδιες βλακείες και τις ίδιες λαμογιές όταν οι συνθήκες του το επιτρέψουν ή του το επιβάλλουν, τότε το καυτό ερώτημα των ημερών, πώς θα αλλάξουν τα πράγματα, γίνεται εγκαυματικό και απειλεί να σε σκοτώσει. Τότε οι συνθήκες, αποδεικνύονται πιο ισχυρές από τους συμμετέχοντες σε αυτές… Τότε οι αλλαγές, φαντάζουν, όνειρο καλοκαιρινής νυχτός…

Μην ήταν, ότι ένας άνθρωπος ταλαιπωρείται χωρίς λόγο; Έλα, μωρέ! Θα πει κάποιος, τι σε νοιάζει εσένα; Και κάποιος άλλος, (που τυγχάνει να είναι ο επιμελητής σου που εφημερεύει εκείνη την ημέρα και τον οποίο οφείλεις να ενημερώσεις για οποιαδήποτε εισαγωγή ασθενούς), θα πει: μα καλά έρχονται να πεθάνουν εδώ στην Κέρκυρα αυτοί οι κωλοξένοι;!

Μην ήταν, ότι τόσοι άνθρωποι ταλαιπωρούνται χωρίς λόγο; Και μιλάω για όλους αυτούς που δουλεύουν, αλλά και για όλους εκείνους που κάνουν ότι δουλεύουν, σε ένα δημόσιο νοσοκομείο… Τόση ενέργεια ασύντακτη, ασυντόνιστη, χαμένη… Κρίμα…

Τελικά τι από όλα αυτά ήταν; Ίσως όλα μαζί, ίσως και τίποτα από αυτά. Πάντως το συμπέρασμα είναι ένα: κάτι με χάλασε. Ξανά. Όλο κάτι με χαλάει και με φθείρει. Αντίθετη πορεία δεν έχει το πράγμα, που να πάρει! Όλο προς τα κάτω πάει, αντί να βελτιώνεται. Και όσο είσαι σε μια τόσο περίεργη κοινωνική συμβίωση, είναι επιστημονικά αναμενόμενο να αποκτήσεις και εσύ τα χούγια τους… Και αυτό είναι ο χειρότερός μου εφιάλτης. Είναι ο χειρότερος, γιατί αναδεικνύει ένα από τα πιο δύσκολα θέματα: ποια είναι τα όριά σου; Μέχρι πού μπορεί να αντισταθεί η προσωπικότητά σου απέναντι στις κοινωνικές επιβολές; Πάλι, ο εχθρός που προβάλλει είναι ο ίδιος σου ο εαυτός. Αυτός ο άγνωστος, εαυτός… Μέχρι πού φτάνεις, πού αντέχεις;



"Γλέντα τη ζωή"
Στίχοι: Παπαδόπουλος Βασίλης
Μουσική: Παπαϊωάννου Γιάννης
Ερμηνεία: Ελένη Βιτάλη






Στου κόσμου το αγνάντεμα...


Και αν στα δυο στοιχεία, το νερό και τη φωτιά που μιλήσαμε στο προηγούμενο post, προσθέσουμε και όλα τα υπόλοιπα που κατά καιρούς συνειδητοποιούμε ότι συνθέτουν τη κατακερματισμένη μας ύπαρξη, θα διαπιστώσουμε, ότι είμαστε
ένα. Ένα, μεγάλο, απύθμενο, ανεξήγητο, απροσπέλαστο και βασανιστικό κυμάτισμα πάνω στο φλόγισμα του συμπαντικού χορού ενός αρμυριασμένου παιδιού, που χτίζει την συντεταγμένη εικόνα της ανθρώπινης ψευδαίσθησης...

Σας φαίνονται αντιφατικά και συγκρουόμενα τα λόγια μου;

Αν η έριδα είναι η δικαιοσύνη του κόσμου και πατήρ πάντων ο πόλεμος, και αν η κοσμική αρμονία συνεπάγεται τη σύγκρουση, τότε για μια ακόμη φορά φαίνεται ότι ο Ερωτόκριτος με γέλασε... (Τι κωλόπαιδο ο Κορνάρος τελικά;)


Θέλει πολλές μάχες, απλά και μόνον να υπάρχεις, με πρώτη και σφοδρότερη αυτή εναντίον του εαυτού μας.


Αν το πιστέψω αυτό, πέφτω ήδη κατάχαμα κουρασμένος...

Αν αρνηθώ να το δεχτώ, γονατίζω μπρος στις μάχες, υποταγμένος και σφαγιασμένος από των καιρών το μένος...

Τι κάνουμε λοιπόν σε τοιαύτη περίπτωση;

Δεχόμαστε ότι κάποια ερωτηματικά είναι καταδικασμένα να μην απαντηθούν ποτέ και να πλανιώνται στο σύμπαν που αγαπήσαμε, φοβισμένα να μην πνιγούν από του χρόνου τα κύματα.



"Κύματα περνούν τα χρόνια μου"
Στίχοι: Γιώτα Βασιλακοπούλου
Μουσική: Κωστής Ζευγαδέλλης
Ερμηνεία: Ελένη Πέτα





Στου νοτιά το ωραίο πέρασμα
Στων μαλλιών σου το ανέμισμα
Στης ζωής το άδειο γέμισμα
Άναψα κερί

Βράχο βρήκα και ζευγάρωσα
Με τη σκέψη σου μεγάλωσα
Έγινα πλατειά σαν θάλασσα
Βάθυνε η πληγή

Κύματα, περνούν τα χρόνια μου
Άνθη, πέφτουν στα μπαλκόνια μου
Πόσα είπα, πόσα ζήτησα, που δεν έχουν 'ρθει!
Κέρασα νερό και βάλσαμο το δικό σου το παράπονο
Πόσα πήρα κι όμως έμεινε το Στερνό Φιλί

Στης μορφής σου το ανάγνωσμα
Και στου κόσμου το αγνάντεμα
Στου παράδοξου το μάντεμα
Έχω πια χαθεί

Κάθε τι δικό σου φύλαξα
Την αρμύρα σου δεν πείραξα
Το ταξίδι σου τι ζήλεψα
Πάντα από παιδί




Βροχή φωτιάς



Χτες παρουσίαζα στην κλινική ένα μάθημα με θέμα την αφυδάτωση. Ξεκίνησα και κατέληξα την μικρή μου ομιλία, με την άποψη ότι το νερό είναι το μεγαλύτερο σε ποσότητα στοιχείο του οργανισμού μας. Κατ’ επέκταση, οι οποιεσδήποτε μεταβολές του, επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό την ισορροπία μας, οπότε οφείλουμε να το σεβαστούμε.

Υπάρχει όμως κάτι στο σώμα μας, ακόμα πιο άξιο σεβασμού από το νερό. Είναι η φωτιά. Αυτή που μας καίει, μας τρώει και μας καταστρέφει τα σωθικά.

Αν το νερό είναι η ποσότητα, η φωτιά είναι η ποιότητα. Αν το νερό μας δίνει διάρκεια, η φωτιά μας δίνει ένταση. Και αν το νερό είναι το δάκρυ, η φωτιά είναι η αιτία γένεσής του.

Και αν βάλεις το ένα να κάνει παρέα με το άλλο, τότε πετυχαίνεις ένα μόνο πράγμα: την εξουδετέρωση. Των αναμνήσεων, των στιγμών, των σκιρτημάτων, των επιθυμιών. Την εξουδετέρωση εν ολίγοις, του εαυτού σου. Τελικά επικρατεί το κύλισμα. Το κύλισμα του πόνου μαζί με αυτό του χρόνου…

Αυτό, ίσως είναι ένα από τα πολλά σημάδια της διττής σου ζωής, φιλαράκo... Την αντέχεις άραγε;




"Set fire to the rain"
by Adele






Η εξημέρωση των ζουζουνιών



Και επειδή τα ζουζούνια και γενικότερα τα νέα παιδιά, θα γίνουν αυτό που θα τα εκπαιδεύσεις να γίνουν, και θα ανθίσει η ζωή τους, ανάλογα με τις συνθήκες σποράς τους, αξίζει να ακούγονται και να στηρίζονται οι όμορφες πρωτοβουλίες. Και ας γίνεται με τα λεφτά των χορηγών-ιδιωτικών εταιρειών (το ίδιο εξάλλου γινόταν και στην αρχαία Ελλάδα, στους αγώνες αρχαίου δράματος, μόνο που σήμερα πλέον ζούμε ένα σύγχρονο κοινωνικό δράμα...), το αποτέλεσμα είναι αυτό που μετρά σε τούτη τη ζήση...

Καλημέρα σε μικρούς και μεγάλους!







Ο Κυριάκος και η Κέρκυρα


Δεν ξέρω βρε παιδιά, αλλά για πρώτη φορά (τουλάχιστον συνειδητά), μου γεννιούνται τάσεις ρατσιστικές...

Πολύ κωλόπαιδα αυτοί οι Κερκυραίοι, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις!

Ελαφρόμυαλοι, φαφλατάδες, φωνακλάδες και φυσικά ανέντιμοι. Ένας φίλος μου, θα έλεγε απλά: σκατόψυχοι (με το συμπάθειο).

Ίσως η πιο βασανιστική συμμετοχική παρατήρηση στην μακραίωνη (!) ανθρωπολογική μου πορεία...


"Ρούγα"
Παραδοσιακό Κερκύρας




Κουνούπια!



Κουνούπια. Πολλά κουνούπια. Αιμοδιψή κουνούπια. Επιθετικά κουνούπια. Κουνούπια κομάντος. Ακόμα και το δασύτριχο -εκ γενετής- προστατευτικό κάλυμμα των καλλίγραμμων γαμπών μου δεν κατορθώνει να αναχαιτίσει την αεροπορική επιδρομή τους! Τι πράμα είναι αυτό σήμερα ρε γαμώτο; Δεν τολμάς να βγεις ξεβράκωτος (!) στο μπαλκόνι σου και σου την πέφτουν ομαδικώς... Και δώστου ξύσιμο, μα πολύ ξύσιμο σας λέω...

Ποτέ δεν κατάλαβα σε τι χρησιμεύουν αυτά τα μικροσκοπικά αντιαισθητικά και αναθεματισμένα πλάσματα. Ίσως μόνο σε ένα πράγμα: χρησιμεύουν ως ενδείκτες βαλτωδών υδάτων. Άρα εδώ που είμαι, να υποθέσω ότι βρίσκομαι σε βάλτο; Έχουν τα πράγματα βαλτώσει;

Κατά ένα περίεργο τρόπο, έτσι νοιώθω...

Τι κάνεις για να γλιτώσεις από δαύτα; Βάζεις φιδάκι, βάζεις λάδια στο σώμα σου, το βάζεις στα (τσιμπημένα) πόδια, ή προσπαθείς και βάζεις νέους στόχους. Και πλέον ένας νέος στόχος είναι να βάζεις ρεαλιστικούς στόχους. Αυτό βέβαια σημαίνει, συμβιβασμό, διότι το ρεαλιστικό σχετίζεται και ορίζεται από όλους τους υπόλοιπους που σε περιτριγυρίζουν, δηλαδή από το ομαδικό. Όπως και να 'χει, μια προσπάθεια στα νέα δεδομένα, αξίζει.

Για να δούμε λοιπόν, αν μειώνοντας την ένταση του θυμικού μας, μπορεί να δοκιμάσει πιο πολλά το εσωτερικό του εαυτού μας...

Πάντως εγώ, ξεβράκωτος δεν ξαναβγαίνω στο μπαλκόνι μου!








Yeah, yeah, yeah, yeah, yeah...



Τα ταξίδια έχουν να σου προσφέρουν πολλά περισσότερα από τα ξύδια. Και ας έχουν να λένε οι γεροί πότες, που στα μάτια μου δεν είναι τίποτε άλλο από καπότες! Κοινώς, κοινωνικά προσεκτικότατοι για να μην σπάσουν τα αυγά και διαφοροποιηθούν από το κατεστημένο! Πάντα με προφύλαξη ενάντια στην κοινωνική κατακραυγή… Μπροστά μας λοιπόν, πάλι το δίπολο φύση-πολιτισμός! Και αν τα σκληρά ποτήρια διαλέγουν πολιτισμό, (πανάθεμά μας!), εγώ TsilC, διαλέγω φύση και πάλι φύση!

Και τι φύση! Φύση που ξεκινά από το παρελθόν και πάει προς το μέλλον και από την ανατολή καταλήγει στη δύση. Φύση (μου), ίδια και απαράλλαχτη, σε κάθε γωνιά της γης, σε κάθε γωνιά της ανθρώπινης ψυχής. Ελληνική φύση, σμιλευμένη με τον ιδρώτα και τα δάκρυα άπειρων και άγνωστων ανθρώπων…

Άλλο ένα ταξίδι, που κλώνισε τους νευρικούς μου δεσμούς (ή μήπως δεσμά;). Και όταν πάω κάτι να γράψω, αδυνατώ να τα βάλω σε μια σειρά που να ευσταθούν και να βγάζουν νόημα. Όπως, όταν είσαι μπουκωμένος με τεράστιες ποσότητες φαγητού και προσπαθείς να μιλήσεις, εκτοξεύοντας κομμάτια κατά πάσαν κατεύθυνση, έτσι και οι λέξεις μου, υπερφορτωμένες από νόημα, εμπειρίες και αξία, αδυνατούν να κουβαλήσουν το φορτίο και ατάκτως ειρημένες εκτοξεύονται προς πάσαν χρονική, χωρική και συναισθηματική διάσταση, διασπώμενες και θρυμματιζόμενες. Μήπως αντανακλούν τις ατάκτως γεννημένες σκέψεις του μικρού μυαλού;

Όπως και να ΄χει, θα προσπαθήσω να τις αραδιάσω, όπως τότε που ήμασταν μικροί και βγάζαμε κάθε καλοκαίρι από το πατάρι τα παιχνίδια από εκείνη την τεράστια σακούλα και όλα μαζί τα τουρνοκωλιάζαμε (ιδιωματισμός του τόπου μου) στο έδαφος…

Καβάλα σε μηχανή. Μηχανή του χρόνου, μήπως; Μηχανή με δυο τροχούς. Μήπως με δυο τροχιές, μία γύρω από τον εαυτό μας και μια άλλη γύρω από τον Ήλιο; Εκ-κίνηση και συγ-κίνηση. Όπως και να ‘χει, κίνηση, γύρω στα 180-190 Km/h, ακατέβατα, σταθερά και απολαυστικά. Δρόμος, απέραντος. Φωτεινός, μα και διαστήματα με τούνελ σκοτεινός. Καμιά φορά και βροχερός και κρύος, έτσι για να μας θυμίζει ότι στο τέλος ενός τούνελ δεν ξέρουμε τι θα προβάλλει. Και οι περισσότεροι, αναζητούν το φως στην άκρη του, το φως της ζωοδόχου πηγής, πάνω σε μια ραχούλα. Τα μάτια, εκείνα τα μάτια, κουρασμένα από τις σκιές τόσου δρόμου… Πόσο φως αναζητούν; Τα μάτια της μάνας έχουν ξηραθεί από τόσα δάκρυα, μαζί και η λίμνη, η Ξηρολίμνη, που κάποτε δεχόταν στο βυθό της τόσα όνειρα αμούστακων παιδιών. Παιδιών με τεράστια παράδοση, θεία φώτιση, αστείρευτη στήριξη, μεράκι, προκοπή, φωτεινή κατεύθυνση από φωτεινούς δουλευταράδες. Ένα ολόκληρο γένος συνεχίζει να γεννά αξίες. Μια εικόνα συνεχίζει να στηρίζει ολόκληρη την εικόνα που έχουν κάποιοι για τον κόσμο. Είναι το κοσμοείδωλό τους. Και αν αυτή η Αθηναία, πήγε κάποτε στο όρος Μελά και ξαναγύρισε σε μια κορφή για να ενώσει καημούς και νέα όνειρα, για να σμίξει τις παλιές με τις νέες γενιές, το μυαλό πάει και έρχεται από ραχούλα σε βουνό, από βροχούλα σε καρπό, από παρακλήσεις σε στεναγμό. Όμως πίσω, ή καλύτερα μέσα, σε αυτά τα βουνά κρύβεται ένα τόσο φωτεινό χαμο-γέλιο. Χάμο- από τον τόσο κρόκο που έχει ανθίσει στα ροζιασμένα χέρια που έσκυβαν χάμω και χάιδευαν τη γης… Από τόσα όνειρα που λύγισαν και έδωσαν τη θέση τους σε άλλα μικρότερα, τα οποία υπόσχονται ότι θα γίνουν πραγματικότητα με δύναμη όμοια με αυτήν που ένα παιδί, κρατώντας ένα νεροπίστολο, πιστεύει ακράδαντα ότι θα νικήσει τους κακούς αυτού του κόσμου… Μετά έρχεται η εξήγηση. Που δεν απέχει πολύ από την παρεξήγηση. Και μετά το φιλί. Ή μάλλον τα φιλιά. Γιατί ένα φιλί ποτέ δεν είναι μόνο του, προηγούνται αυτού τα επιθυμητά φιλιά και το ακολουθούν τα βασανιστικά φιλιά της ανάμνησης. The basic in this life is to be able to change the basics in your life… Χαμένοι στην μετάφραση; Δεν νομίζω. Προσδοκίες ενός wonna be doctor και αμφιβολίες ενός wonna vgei doctor… Τηλέφωνο και είναι εκεί. Λίγα μέτρα από τον πεζόδρομο, ο οποίος διέπεται από πεζότητα και πεζούς. Αυτή όμως, εκεί, αέρινη, παραμυθένια, προβάλλουσα σαν από νούφαρο υγρό, αναδύεται από τη μάζα του κόσμου. Η λεπτότητα του προσώπου και η καθαρότητα της ψυχής, βαραίνουν τόσο τη σκέψη, για το παρελθόν που παρήλθε και το μέλλον που ποτέ δεν ήλθε. Μανιτάρια κεμπάμπ και πειράγματα ανσάμπλ! Και το άγγιγμα κάτω από το τραπέζι, να επιβεβαιώνει πως ό,τι δεν μπορεί να γεφυρώσει ο λόγος, το γεφυρώνει και το στεριώνει ένα χάδι. Γεφύρι. Καστράκι. Ποταμός ξεραμένος. Πάλι ξηρασία. Πάλι όνειρα που σιώπησαν. Και από τη μια όχθη, περνάς στην άλλη. Πόσο δύσκολο είναι; Να 'σου μια χελώνα, να σου θυμίζει ότι με τους ρυθμούς που πας, θα μείνεις εσύ και το καβούκι σου. Φτάνεις όμως πάλι στη γέφυρα και τότε σιωπή. Πόσα μπορεί να πει η σιωπή; Άστο καλύτερα… Βγαίνεις ξανά στη δημοσιά. Ανεβάζεις στροφές στη μηχανή, γιατί στο μυαλό έχεις ρίξει στροφές. Ο αγέρας σε κοπανά εδώ και εκεί. Θες να σε κοπανήσει. Κάποιος επιτέλους πρέπει να το κάνει αυτό, γιατί το αστείο παρατράβηξε. Ανεβαίνεις βουνό. Κατεβαίνεις βουνό. Και άλλος ποταμός μπροστά. Φαίνεται αρκετά Αραχτός ο τύπος… Ξανανεβαίνεις βουνό, αυτή τη φορά, αρκετά ψηλά. Φτάνεις. Αγναντεύεις και Πραμαντεύεις. Ρουφάς αέρα. Δεν χορταίνεις. Ρουφάς ξανά, πιο βαθειά. Μόνο κάτι τέτοιες στιγμές καταλαβαίνεις τους σκληρούς και εθισμένους πότες που θέλουν κι άλλο ποτό, κι άλλο. Αυτοί όμως, άραγε θα καταλάβουν κάποτε τη δική σου μέθη; Στα τόσα μέτρα υψόμετρο, σχεδόν αγγίζεις την πανσέληνο. Οι πηδηχτάδες παράμερα, πηδούν φωτιές και τραγουδούν ρεμπέτικα. Σαν τότε, παλιά με τους αντάρτες. Και το ακέφαλο σώμα του Άρη, να πλανάται κάπου σε εκείνα τα βουνά, κρατώντας το σπαθί σφιχτά. Εσύ έχεις μείνει όμως ακόμια πιο πίσω, στην εποχή του φωτόσπαθου, που είναι ολόκληρη μπάντα μόνο του. Και εκεί στης στροφής την άψη, ακούγεται μια φωνή που μαγικά σε λέει: «Η λογική λέει, ότι δεν υπάρχει λόγος…». Τι (θείο πράγμα) είπες ω ρε θείο; Και ψάχναμε τόσα χρόνια τι διάλο λέει η λογική… Αν η ίδια αυτοαναιρείται, τότε εμείς ας σφαλίσουμε τα μάτια δια παντός. Και όταν τα ανοίξουμε, να δούμε μπροστά την φωτεινή επιγραφή πάνω σε έναν βράχο: «Προσοχή Λύκοι και Αρκούδες». Και τότες, τελετουργικά, να εκτοξευτεί ένας γέροντας αετός, τινάζοντας τα φτερά του από κάθε τι μικρό και γήινο, από κάθε σκόνη των μικρών ανθρώπων και της καθημερινότητάς τους, και να σαρώσει την κοιλάδα με την ανοιχτή αγκάλη του. Και να τραντάξει ένα μελισσολόι που έστεκε βομβίζοντας παράμερα. Και να χαθεί ανάμεσα στα έλατα και στα φεύγατα. Και τότε φεύγεις και εσύ. Νοιώθεις ότι πας στον πραμάδεισο. Όχι, όποιον και όποιον, μα τον σούπερ πραμάδεισο. Βαράει σε λέω δικέ μου, βαράει… Και τότε πετάγεται κάποιος και ταραγμένα αντιφωνεί: «Ε, κρατήσσς, κρατήσς σσε λέω, θα φύγ ίσσα πάν». Φύγε ρε φίλε, μην μας ζαλίζεις τον έρωτα. Τον έρωτα με ένα πόδι, με μια γάμπα τριχωτή που στα ρουθούνια κάποιων, έχει σκυλίσιο άρωμα. Γύρισμα. Όπως λέμε, ξύρισμα. Ξανά στα ίδια. Μα αναπάντεχα, ακούς δυο λέξεις αυτογνωσίας: "νιοράντες" (από το ignorant --> ignorantes --> niorantes) και το "κουτοκερκυραίοι". Λες κάτι είναι και αυτό. Για να δούμε. Τι μπορούμε να πάρουμε από αυτόν τον τόπο; Το ερώτημα όμως νομίζω, είναι άλλο: τι ζητάμε από αυτόν τον τόπο ή και από κάθε τόπο; Τον κανόνα ή only exceptions?

Η απάντηση είναι μία: ζητάμε τη φωνή της συνειδητοποίησης... Αυτή, που θα μας εξηγήσει ότι όλα γύρω μας, είναι ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι ευχαρίστησης. Μια μάχη για ικανοποίηση. Όσο πιο γρήγορα το αντιληφθούμε, τόσο πιο εύκολα θα αναληφθούμε. Πού; Στους ουρανούς; Στα μάτια μας; Στην ψυχή μας; Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το παιχνίδι, όπως τότε που ήμασταν παιδιά.




"Struggle for Pleasure"
by Wim Mertens





Εξουσία με δανεικά


Πώς τυχαίνει πάντα την ανακάλυψη ενός δικού μου, βαθειά χωμένου, χαρακτηριστικού, να το φέρνει κρεμάσμένο σε ένα πεντάγραμμο, η μουσική; Όταν μάλιστα, αυτό γίνεται καθαρά τελετουργικά, πάνω στην κορυφή ενός βουνού, υπό το άγρυπνο βλέμμα της μαμάς-Σελήνης που έχει ανοίξει σχεδόν ολοκληρωτικά το μάτι της για να δει τα καλοκαιρινά καμώματα των παιδιών της, γνωρίζεις ότι το ανατρίχιασμα δεν είναι από το κρύο της ορεινής περιοχής, αλλά από την συνειδητοποίηση...

Κάποια άτομα, έχουν δοκιμάσει πολλά πράγματα στη ζωή τους. Έχουν κρατήσει από τα κέρατα τον ταύρο του πάθους και έχουν χορέψει για λίγο μαζί του, χορό θρυλικό, όπως σχεδόν οι περιπέτειες κάποιων καουμπόυδων που έφταναν στα παιδικά μας αυτιά...


Αυτά τα άτομα, ξεκίνησαν από την αρχαία εποχή, να τους λένε
πλάνητες. Είναι εκείνοι οι αλήτες του διαστήματος, που δεν έχουν δικό τους φως, μα αντανακλούν το φως των άστρων. Έτσι κυλά η ασήμαντη ζωούλα τους, αντανακλώντας φως. Παίρνουν φως, για να το ξαναδώσουν πίσω. Γεμίζουν ενέργεια, για να την χαρίσουν στον πρώτο τυχόντα. Απορροφούν δύναμη, για να την διοχετεύσουν στο περιβάλλον τους. Είναι απλά, ανακλαστήρες, χωρίς δικό τους καθαρό περιεχόμενο. Ζουν στο περιθώριο της ουσίας, φθάνοντας καμιά φορά, λόγω εγγύτητος και ψευδαίσθητα εντονότερου φωτός, σε κατάσταση συνουσίας. Υπάρχουν μόνο τη νύχτα, όταν λίγοι τους βλέπουν. Δραστηριοποιούνται στο σκοτάδι, όπου μπορούν να αποκτήσουν νόημα και ύπαρξη, καθώς φορούν δανεικό απαστράπτον ένδυμα και κάνουν το κομμάτι τους... Δεν τους ανήκει τίποτα, και συμπεριφέρονται τόσο εξουσιαστικά, σαν να τους ανήκει όλος ο νυχτερινός ουρανός...

Αυτούς τους
πλάνητες, μετά από πιο ενδελεχή παρατήρηση, επειδή περιπλανιώνταν με σταθερό μάλλον τρόπο, τους ονόμασαν περι-ηγητές γιατί αντιλήφθηκαν ότι κάνουν βόλτα γύρω από (=περί) το ίδιο μάλλον και σταθερό σημείο (αυτό του εαυτού τους) και σήμερα απλά τους λέν ταξιδευτές, που καβαλούν μια μηχανή και γυρίζουν... Γυρίζουν σε παρελθόν, γυρίζουν σε βουνά και λαγκάδια, γυρίζουν στα ίδια και στα ίδια... Γυρίζουν τις πλάτες τους στο μέλλον, από καθαρό φόβο, γυρίζουν σαν την άδικη κατάρα, γυρίζουν τα μέσα τους έξω μα πάλι δεν βρίσκουν διαφορά, γυρίζουν το κεφάλι τους ανάποδα μπας και κατεβάσει καμιά καλύτερη ιδέα, γυρίζουν γυρίζουν γυρίζουν... Πουλάνε δανεικό φως, πληρώνονται για λίγες νύχτες ακόμα και μετά συνεχίζουν να σκορπίσουν το σκοτάδι (τους) και σε άλλα βουνά.

Το ερώτημα, αν γνώριζα από κοντά κανέναν από δαύτους, θα ήταν αν μπορούν άραγε ποτέ να γυρίσουν σελίδα στη ζωή τους.
..



"Εξουσία"
Στίχοι, Μουσική, Ερμηνεία:
Διονύσης Τσακνής





Είμαι μια πόρνη που σέρνει το βήμα εδώ κι από 'κει,
είμαι αράχνη που δένει το θύμα της στην σκηνή.
με θέλουν πρόσωπα χίλια, με παίρνει ο πιο δυνατός,
κι απ' την μισάνοιχτη γρίλια, κρυφοκοιτάζει ο στρατός.

Σε μια στροφή έχω βάλει δολώματα,
είμαι σκιά και καπνός,
έχω αλλάξει πολλά γυναικεία ονόματα,
και δεν με νικάει εμένα ποτέ ο καιρός.

Σπέρνω ελπίδες στον δρόμο, είμαι σειρήνα γυμνή,
θερίζω πτώματα μόνο, είμαι φριχτή μηχανή.
είμαι ο λόγος που σβήνει, του έρωτα η ορμή,
είμαι η σκέψη που δίνει αιτία σ' ένα κορμί.

Σε μια στροφή έχω βάλει δολώματα,
είμαι σκιά και καπνός,
έχω αλλάξει πολλά γυναικεία ονόματα,
και δε με νικάει εμένα ποτέ ο καιρός.



Το φως αιμορραγεί...



Σήμερα, ο ήλιος ο ηλιάτορας στέλνει την δική του καλημέρα... Ορθώνεται εμπρός μου, όπως ο Ιησούς κάποτε στους μαθητές του (το οποίο εορτάζει η εκκλησία σήμερα ως την Μεταμόρφωση του Σωτήρος), και δείχνει τις κηλίδες του φωτός του... Δεν είναι απλές κηλίδες αυτές, είναι κηλίδες αίματος, από την προαιώνια μάχης επιβίωσης ενάντια στο συμπάντιο σκότος...




"Νυχτερινό"
Στίχοι: Δημήτρης Παπαχαραλάμπους
Μουσική: Σωκράτης Μάλαμας
Πρώτη εκτέλεση: Σωκράτης Μάλαμας




Την πέτρα ρώτησα να πει τι ξέρει και αντέχει
κι εκείνη μου 'πε: τη σιωπή για μυστικό της έχει
τ' αστέρι ρώτησα μετά, τι έχει μάθει ως τώρα...
Τα χίλια χρόνια, μ' απαντά, περνάνε σε μιαν ώρα

Και πάνω ο ήλιος μια πηγή, μια κόκκινη κηλίδα,
λάβα το φως αιμορραγεί να κάψει ό,τι είδα.

Το χώμα ρώτησα ξανά, παλιά αν ήταν σώμα
και μου 'πε: τα ψηλά βουνά κι αυτά θα γίνουν χώμα.
Κι ύστερα εσένανε ρωτώ το νόημα του κόσμου
και λες: το χέρι σου κρατώ κι εσύ είσαι δικός μου

Και πάνω ο ήλιος μια πηγή, μια χρυσαφένια βρύση,
νερό το φως του να πνιγεί όποιος θέλει να ζήσει.



Καλημέρα Σελήνη, καλημέρα...




Να τη! Ολόγυμνη να δείχνει τους βιασμούς του σώματός της, άβαφτη να δείχνει το ρυτιδιασμένο της πρόσωπο, μόλις άνοιξε τα ματάκια της, και με γλυκοφιλεί με μια ζεστή καλημέρα...







Enigmata + Ερωτηματικά = Ανοίγματα + Ερωτικά



Λέω απόψε να πάμε ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι, όπου επικρατούν τα αινίγματα και τα ερωτηματικά...

"Enigma"



Ανεβείτε στο πιο ψηλό βουνό, (σαν αυτό στους Φιλιππαίους για παράδειγμα...), κατά προτίμηση γυμνοί, για να νοιώσετε κατάσαρκα την αστρική σκόνη να σας τρυπά, και πιάστε το πρώτο τρένο της συμπαντικής γραμμής, που τυγχάνει να περνά από κοντά σας...


Ακόμα, γραπώστε τον πιο κοντινό σας συνταξιδιώτη στο σταθμό και συμπορευτείτε στου κόσμου τις μυστικές τις ράγες...


Κάποτε, είχαμε ξεκινήσει με έναν φίλο, να γράφουμε, ένα σενάριο θεατρικής παράστασης, στα πλαίσια μιας τρέλας που μας είχε πιάσει τότε. Το έργο έμεινε μισοτελειωμένο -όπως τα περισσότερα πράγματα άλλωστε-, αλλά μας έδωσε την ευκαιρία να ασχοληθούμε με ερωτήματα και αινίγματα συμ(π)αντικά... Ελπίζω να το απολαύσετε:





(Σταθμός τρένου. Χειμώνας βαρύς. Σούρουπο. Κρύο. Μόνο δύο άτομα περιμένουν την επόμενη αμαξοστοιχία. Οι βαλίτσες δίπλα τους)

Κωστής: (φυσάει τις παλάμες του με την ανάσα του. Ανασηκωμένος γιακάς. Κοιτάει τον ουρανό): Χχχχχ… Κοίτα σκοτεινιά! Μπρρρ… Πολύ κρύο κι απόψε! Θα περιμένουμε χιόνια είπαν. Τα σύννεφα τρέχουν σαν τρελά. Κοίτα! Αυτός ο βοριάς σε ξυρίζει. Τουλάχιστον δε θα βρέξει όσο φυσάει. Αλλά αυτός ο διαολο-αέρας φτάνει ως το κόκαλο. Πρέπει να πάρω καινούργια καμπαρτίνα. Αυτή έχει ζήσει (χάνεται, αναπολώντας)… τέσσερις, πέντε χειμώνες… (το ίδιο χαμένος) Σκληρούς χειμώνες…

Στράτος:
(τα χέρια βαθειά μέσα στις τσέπες, τα πόδια χορεύουν στο ρυθμό του ρίγους, γυαλάκια θολά απ΄την ανάσα που παγώνει πριν καλά καλά ξεστομιθεί… μύτη ρέουσα, σκούφος μαύρος, κασκόλ μπλε –το αγαπημένο δώρο από μια πρώην αγαπημένη-, μπουφάν Dainese, στα αυτιά walk-man να παίζει Lorenna Mckennit, μοναδική συντροφιά εδώ και ώρες…). Αυτό το σύνδρομο Raynaud, πρέπει κάποια στιγμή να το κοιτάξω, ο πόνος στα δάχτυλα από το κρύο είναι βασανιστικός… αρχίζω να μην τα νοιώθω γαμώτο. Και αυτός ο πονοκέφαλος δεν λέει να μ’ αφήσει απ’ το μεσημέρι… άντε να δούμε πότε θα φτάσουμε. Ααα… έχει πανσέληνο απόψε, αλλά με τέτοιο κωλόκαιρο ούτε μια καληνύχτα δεν θα με αφήσουν τα σύννεφα να πω στη νεράιδα του ουρανού… Tο τρένο γιατί αργεί τόσο;

Κωστής:
(ακόμα χαμένος) Μμμμ; Έχει Πανσέληνο; (Κοιτάει διστακτικά ψηλά, ερευνητικά. Σαν κάτι να τον ενοχλεί. Γυρνάει στο Στράτο). Γιατί τόσο βιαστικός;

Στράτος:
20.15' ακόμα! Άντε σε κανα τέταρτο να’ρθει το express του μεσονυχτίου, καμιά ώρα περίπου ταξίδι μέχρι το Βερολίνο και από εκεί στις 22.15 να πάρω το άλλο τρένο για Malchow… μου ‘χουν πει είναι 6 ώρες ταξίδι, άρα κατά τις 4 τα ξημερώματα θα’μαι εκεί! Για να ρωτήσω όμως για σιγουριά πόσο απέχουμε από δω ως το Βερολίνο. Excuse me Mr! Do you speak English?

Κωστής:
(χωρίς να κοιτάει το Στράτο που ρωτάει κάποιον στην άκρη της σκηνής, στο σκοτάδι, μονολογεί. Στο βάθος ακούγονται τα μουρμουρητά του Στράτου με τον άγνωστο) Το Βερολίνο, ε; Πώς να είναι άραγε αυτή την εποχή; Θα κάνει τόσο κρύο; Οι δρόμοι; Θα είναι χιονισμένοι; Κι οι άνθρωποι; Θα είναι χαρούμενοι, θα γελάνε, θα κάνουν περιπάτους; Είμαι πενήντα λεπτά από το Βερολίνο και δεν το έχω δει ποτέ μου. Θυμάμαι κάποιος ταξιδιώτης για Φρανκφούρτη (;) μου είχε πει πως έχει ωραίες και ειλικρινείς γυναίκες. Κατόπιν πήγα στο μαγαζί του Μαρκ (παύση. Ελαφρά νοσταλγικό χαμόγελο)– τι να κάνει αυτός ο τρελός; Αγόρασα μια κάρτα που είχε πάνω μια πλατεία στο Βερολίνο και μια όμορφη Γερμανίδα. Την ονόμασα Μπεάτε. Μπορεί να την ερωτεύτηκα κιόλας. Ήταν σαν άγγελος. Χμ (μειδίαμα) το δίχως άλλο φαινόταν και μάλλον ήταν μια από αυτές τις ντόμπρες Βερολινέζες του ταξιδιώτη. Αποφάσισα να πάω να τη βρω, να της δείξω την κάρτα, να χαρεί. Να γνωρίσω τη Μπεάτε μου. Έβγαλα το εισιτήριο, κάθισα... θαρρώ εδώ όπως τώρα, περιμένοντας το τραίνο. Η αμαξοστοιχία σταμάτησε μπροστά μου, έκανα να σαλέψω, αλλά τίποτα. Έμεινα εκεί ακίνητος κοιτώντας το βαγόνι μπρος μου. Το ίδιο παγωμένος κι ακίνητος όταν αυτό ξεμάκραινε. Από μακριά ακούστηκε η κόρνα του. Κάπνισα το τελευταίο τσιγάρο κι έφυγα, αποφασισμένος να μην πάω ποτέ στο Βερολινο.

Στράτος: (δεν μπόρεσε να βρει άκρη διότι ο τύπος που ρώτησε δεν ήξερε αγγλικά!) Χα, ένας ακόμα Γερμαναράς που δεν μιλά ή δεν θέλει να μιλά αγγλικά, σκέφτηκε… (Χωρίς να χάσει χρόνο πλησιάζει προς τον Κωστή και τον ρωτά). Excuse me! Do you speak English?

Κωστής: (τον κοιτάει με ύφος ανέκφραστο. Μιλά κοφτά. Ανάβει τσιγάρο) Μιλάω. Και τη γλώσσα σου μιλάω. Σε άκουγα όλη αυτή την ώρα. Σε ρώτησα γιατί βιάζεσαι. Φαίνεται δεν το πρόσεξες. (Προσφέρει στον Στράτο τσιγάρο).

Στράτος:
(ξαφνιασμένος σαν να τον διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα!) Οπ! Ρε πατρίδα, Ελληνάρας;;; Το μόνο που δεν περίμενα αυτή τη στιγμή ήταν να βρω Έλληνα σε τούτη εδώ τη χώρα, που ακόμα και η κυρά-Σελήνη κρύβεται! Είμαι ο Στράτος, άρτει αφιχθείς από τα μακρινά βουνά του Πάρνωνα!! Χο χο χο... Συγνώμη αν δεν κατάλαβα την ερώτησή σου, αλλά ήμουν απορροφημένος στις σκέψεις μου. Πώς σε λένε;

Κωστής:
(κατεβάζει το πακέτο με το τσιγάρο. Το ίδιο ανέκφραστος και με τον ίδιο κοφτό τόνο, χωρίς να του κάνει τίποτα εντύπωση, δίνει το χέρι του στο Στράτο, για μια σύντομη χειραψία) Χάρηκα. Με λένε Κωστή. Εγώ είμαι από... (σκέφτεται λίγο) δεν έχει σημασία. Καλώς ήρθες, λοιπόν στη Γερμανία. Πας στο Βερολίνο, άκουσα. Έτσι δεν είναι; (μικρή παύση, τραβάει μια γερή ρουφηξιά στο τσιγάρο. Κοιτάει στο σκοτάδι) Όσο για τη Σελήνη... σε αυτά τα μέρη, αυτή η “κυρία” όπως τη λες, δεν είναι τόσο ευγενική.

Στράτος:
(ακόμα πιο ξαφνιασμένος από την όλο «ζωντάνια» απάντηση του συμπατριώτη του...) Ναι, αρχικά Βερολίνο και μετά... Χα... (κατεβάζει το κεφάλι και χαμογελά σαν μικρό παιδί που θυμήθηκε μια σκανταλιά που δεν αποκαλύφτηκε ποτέ), μετά θα δούμε που θα με βγάλει... Και εγώ χάρηκα. Αλήθεια, η Σελήνη (και απλώνει το χέρι του προς τον σκοτεινό και παγωμένο ουρανό, με φιλοσοφικό τόνο στη φωνή) δεν φαίνεται ευγενική σε αυτά τα μέρη ή τα μάτια αυτών που την κρίνουν δεν είναι ευγενικά; Χμ... Ξέρεις οι αστρονόμοι λένε ότι η Σελήνη μας δείχνει πάντα το ίδιο πρόσωπο (κοιτώντας κατάματα τον Κωστή), είτε είναι θλιμμένη, είτε χαρούμενη... Ευχή ή κατάρα άραγε γι’ αυτο το πλάσμα που έτυχε να μας συνοδεύει αιωνίως...;

Κωστής:
Τα μάτια των ανθρώπων εδώ είναι σκληρά, όπως σε κάθε επαρχιακή πολιτεία. Χμ... (χαμόγελο οίκτου) σιγά την πολιτεία. Ώστε αυτά λένε οι αστρονόμοι; Σοφοί άνθρωποι (ειρωνικός τόνος)! Από ό,τι βλέπω λένε κι ότι είναι ζωντανή (ανταποδίδει τη ματιά στο Στράτο). Επιστήμη! Είσαι κι εσύ επιστήμονας;

Στράτος:
Αν είμαι; Χα, Θα έλεγα ότι προσπαθώ να γίνω... (και αναζητά μάταια με τα μάτια του τη σελήνη...με ψηλά το κεφάλι...) Γιατρός έχω σπουδάσει, αλλά απέχω πολύ από το να γίνω Γιατρός με την ολοκληρωμένη σημασία της λέξεως... Βέβαια ο παππούς Ιπποκράτης είπε «o βίος βραχύς, η τέχνη μακρά», αλλά αυτή η τέχνη ώρες ώρες μου φαίνεται πολύ μακρά...ατελείωτη, εσύ τελειώνεις αυτή όχι! Εσύ με τι ασχολείσαι; Για καμιά φιλοσοφική σε κόβω να έχεις τελειώσει!

Κωστής: Να έχω τελειώσει φιλοσοφική; Άραγε τελειώνει η..."φιλοσοφική"; Τέλος πάντων. Αν εννοείς αν έχω σπουδάσει, δεν... Προσπάθησα κάποτε, αλλά έμεινα στην προσπάθεια (αμυδρό χαμόγελο συγκατάβασης στον εαυτό του). Τώρα δουλεύω εδώ στο εστιατόριο του θείου μου. Σερβιτόρος, μη φανταστείς μεγαλεία.(Παύση σα να μετράει την εντύπωση που έκανε στο Στράτο). Εσύ είπαμε γιατρός... Σπουδαίο επάγγελμα. Φαντάζομαι θα έχεις μπόλικη δουλειά στον κόσμο που ζούμε. Και κάνεις ιατρική πάνω σε τι ακριβώς; (αρχίζει να δείχνει ενδιαφέρον)

Στράτος:
Πάνω σε τι;! (Με διάθεση λογοπαίγνιου) πάνω κάτω σε αυτό που οι άνθρωποι λένε... άνθρωπος! Δεν ξέρω πάνω σε τι φίλε, κάτω από τι, μέσα ή γύρω από τι! Ο άνθρωπος, άπιαστη έννοια... δεν πιάνεται από πουθενά, εκεί που λες ότι κάτι κατάλαβα, δεν κατάλαβες απολύτως τίποτε, διότι στην επόμενη γωνία ένα ερώτημα σου τα ανατρέπει όλα. Αν όμως εννοείς τι με συγκινεί περισσότερο, τότε η απάντηση είναι τα θέματα της Καρδιάς... (και στιγμιαία κουνά το κεφάλι, σαν να εννοεί, άστα να παν στο διάολο). Όσο για δουλειά που ρώτησες... λίγα πράγματα, αν και βασικά δεν το βλέπω σαν δουλειά.

Κωστής: Όπως όλοι. Κανένας δεν βλέπει τι δουλειά του, σα δουλειά, όταν ξεκινάει. Μετά... Ώστε, με τα θέματα της Καρδιάς... όντως θα έχεις πολύ δουλειά. Κάποιος παλιός, πολύ παλιός, έλεγε πως αν δεν είχαμε καρδιά θα ήμασταν όλοι περδίκια (χαμογελάει). Δεν είχε και άδικο. Και θα περιμένεις πολύ; Εννοώ, σ’ αυτή τη λίστα; (Παύση) Ά, και κάτι άλλο... να με συμπαθάς δηλαδή, αλλά είναι μια παραξενιά μου. Μη με ξαναπείς «φίλε». Λέγε με «Κωστή». Το προτιμώ και συγγνώμη.

Στράτος:
Εμένα να με συγχωρείς Κωστή, το συνηθίζω αυτό το ελάττωμα. Δεν ξέρω πόσο θα περιμένω... Αλλά το πήρα πλέον απόφαση ότι θα περιμένω μια ζωή... μια άλλη ζωή... (Παύση, με το κεφάλι κατεβασμένο. Ο τόνος της φωνής του βαραίνει) Όπως καταλαβαίνεις η ζωή μου είναι λίγο πολύ συγκεκριμένη, αν εξαιρέσεις κάποιες στιγμές τρέλας που το μυαλό δεν αντέχει το προβλεπόμενο και αποστατεί, αναζητά την περιπέτεια, τον κίνδυνο, γδύνεται και ολόγυμνο ζητά το Θεό ή το Διάβολο να αναμετρηθεί στα ίσια... (και ανεβάζει τα μάτια στον ομιχλώδη ουρανό) Χα! Άκου θράσος! Να αναμετρηθεί στα ίσια λέει...!! Μια τέτοια στιγμή είναι και αυτή που με έφερε εδώ μπροστά σου φίλ... sorry! Κωστή ήθελα να πώ!

Κωστής: Σου είναι δύσκολο βλέπω να με λες με το όνομά μου. Τέλος πάντων. Ώστε αναζητάς εδώ τριγύρω την περιπέτεια (τον κοιτάει ερευνητικά). Από όσο ξέρω σ’ αυτούς τους τόπους όλα είναι ήσυχα... κι αρκετά προγραμματισμένα (το τονίζει).

Στράτος:
Οκ Κωστή, με συγχωρείς, σταματάω προς το παρόν να σε αποκαλώ φίλο, ίσως στο μέλλον, ποιος ξέρει! (με σοβαρό ύφος για να αποκρούσει την πιθανή παρεξήγηση) Όσο για την περιπέτεια που λες, δεν ξέρω αν την αναζητάμε εμείς ή... αυτή αναζητά εμάς! Επίσης ποιός είπε ότι η περιπέτεια δεν βρίσκεται στην ησυχία και το προγραμματισμένο; Για παράδειγμα όταν ο νέος βρίσκεται κάτω από το μπαλκόνι της καλής του, περασμένα μεσάνυχτα, με το λαούτο ανά χείρας έτοιμο να κελαηδήσει, έχει σαν συνεργό την απόλυτη ησυχία της νυκτός που θα επιτρέψει στη μουσική να ταξιδέψει μέσα από τα παραθυρόφυλλα του δωματίου της νεαράς, ύστερα μέσα από τα ματόφυλλά της και τελικά να καταλήξει στα όνειρά της... Πόσο περιπετειώδες και ήσυχο ταξίδι μουσικών κυμάτων και συναισθημάτων... Δεν ξέρω αν συμφωνείς, αλλά η πολυπλοκότητα κρύβεται στην απλότητα λένε κάποιοι!


(πρώτο διάλειμμα στο θεατρικό μας έργο)




Κωστής:
Μιλάς πολύ, ε; Το παρατήρησα. Πολλοί λένε πως αυτοί που μιλούν πολύ δεν ξέρουν και πολλά πράγματα. Ίσως κι αυτοί που το είπαν αυτό να μιλάνε πολύ βέβαια, οπότε... (σαρκαστικό χαμόγελο) Πάντως για εμένα μετράει ο καλός αφηγητής. Δε με νοιάζει τι γνωρίζει ο καθένας αρκεί να λέει ωραίες ιστορίες με ωραίο τρόπο. Εσύ μου φαίνεσαι καλός στις ιστορίες.

Στράτος: Χα! Το ξέρω ότι μιλάω πολύ...(είπε κάπως ντροπιασμένος και κατέβασε τα μάτια) Νοιώθω όμως ότι έχω τόσα πολλά να πώ, τόσα να μοιραστώ... Απ’ την άλλη πιστεύω ότι δεν έχω τον τρόπο... το μόνο λοιπόν που μου απομένει είναι ο ενθουσιασμός, που τρώει μέσα μου τα σωθικά σ’ όλη τη διάρκεια της μέρας και της νυκτός! Χα,χα! Έκανε και ρίμα!

Κωστής:
Κι εμένα κάτι μου τρώει τα σωθικά, ιδιαίτερα τις νύχτες. Αλλά δε νομίζω να είναι ο ενθουσιασμός. Μάλλον τα διαόλια μου είναι. (ανταποδίδει το χαμόγελο) Πάντως μου φαίνεται πως έχεις τον τρόπο. Εγώ σίγουρα όχι.

Στράτος: Τα διαόλια σου;! Κάτι πιο συγκεκριμένο...;

Κωστής:
Δεν ξέρω αν μπορώ να τα συγκεκριμενοποιήσω όλα αυτά. Ίσως αν μπορούσα να μην ήταν πια διαόλια. Να, μπορεί να είναι πρόσωπα από το παρελθόν, κοπέλες που αγάπησα ή ένας έρωτας που δεν έζησα, απωθημένα, όνειρα... Κοίτα να δεις τι θυμήθηκα! Λένε πως αν δεις κάποιο δαίμονα στο όνειρό σου που σε φοβίζει και τον ρωτήσεις "ποιός είσαι και τι ζητάς" αυτός εξαφανίζεται. Εκτός ονείρου δεν ξέρω πώς διαλύονται αυτά τα... "διαόλια". (χαμογελάει σαρκαστικά)

Στράτος:
Χμ...στα όνειρα όλα είναι εύκολα αγαπητέ, και ξέρεις γιατί; (κοιτά στον ουρανό σαν να ψάχνει κάτι). Γιατί εμείς είμαστε σκηνοθέτες του επόμενου βήματος και κανείς δεν φέρει αντίρρηση. Στη ζωή όμως υπάρχει και ο φάκεν αντίλογος! Δεν είμαστε μόνοι μας! Εκεί που περιμένεις έναν άγγελο εμφανίζεται ένας διάολος και το αντίστροφο... Η ζωή είναι ένας κόλαφος στον εγωισμό μας ο οποίος μας τα δείχνει όλα όπως του αρέσει και όχι όπως αρέσουν στους άλλους! Ξέρεις τελικά γιατί αυτό το έργο της ζωής καταντά θέατρο του παραλόγου; Γιατί όλοι είναι σκηνοθέτες, μα κανείς πρωταγωνιστής... και αφού δεν υπάρχουν ηθοποιοί, δεν υπάρχει και φως, διότι ως γνωστόν "ηθοποιός σημαίνει φως"!

Κωστής:
Κι εσύ;...Τι θες από τη ζωή σου; Να είσαι πρωταγωνιστής ή απλά - αχ, πώς το λένε; μμμ... (συνοφρυώνεται προσπαθώντας να θυμηθεί) - καρατερίστας; Το θυμήθηκα!

Στράτος:
Τι θέλω ε;! Χα,χα. Πάντως σίγουρα όχι καρατερίστας...! (κλείνει τα μάτια, σαν τότε που ήταν παιδί και ονειρευόταν να γίνει αστρονόμος... Μικρή παύση) Θέλω να μην βαλτώνω ρε γαμώτο, να δοκιμάζω καινούρια πράγματα και να μαθαίνω, να προσφέρω χαμόγελα στον κόσμο και να μπορώ να αλλάζω τις ζωές των γύρω μου προς το καλύτερο, έστω και για λίγο. Μα πάνω από όλα δεν θέλω να πάψω να ερωτεύομαι... Αυτά! (με διάθεση μελαγχολίας) Αντερστεντ?! Εσύ; Τι θες;

Κωστής: Αντερστέντ, Στράτο! Πολύ καλύτερα από ότι ίσως νομίζεις. Εγώ... θέλω πλέον απλά, μα πολύ απλά, να κοιμάμαι ήσυχος το βράδυ. Κι εγώ όταν ήμουν νεώτερος ήθελα... (σταματά, διστάζει να συνεχίσει)

Στράτος:
Ναι…;! Πέστο! (Παύση) Δηλαδή τώρα νοιώθεις γερασμένος, που έπαψες να θες αυτά που ήθελες νεώτερος;

Κωστής: Η αλήθεια είναι πως μου βάζεις δύσκολα (χαμογελάει. Σπάει το τοίχος που είχε βάλει αρχικά μπροστά στον άγνωστο Στράτο). Γερασμένος δε νοιώθω... τουλάχιστον όχι πάντα. Κουρασμένος, ναι. Σου είπα πριν ότι καταλαβαίνω αυτά που λες πολύ καλά. Μου φαίνεται, αν και δε σε γνωρίζω ότι μοιάζουμε αρκετά. Νεώτερος ήθελα να γίνω κάτι σπουδαίο. Να κάνω κάτι σπουδαίο, σημαντικό. Να μην ξεχαστεί το όνομά μου, όπως τόσων εκατομμυρίων ανθρώπων που περνούν από αυτή τη σφαίρα και μετά χάνονται για πάντα. Ήθελα να είμαι δυνατός, να στηρίζω τους ανθρώπους γύρω μου, να αντλούν θάρρος από εμένα, ώστε να μην ξεχνούν ποτέ ότι η ζωή είναι ένα όμορφο παραμύθι. Με ήρωες, κατορθώματα, μαγεία, όραμα, όνειρο, νεράιδες μα και δαίμονες, όμορφες κι ευγενικές γυναικείες μορφές, δεσποσύνες, μάχες, νίκες κι έρωτες. Να ζήσω την περιπέτεια της ζωής κι όταν ετοιμαστώ κατάλληλα σαν πολεμιστής να έρθει δίπλα μου, Αυτή, η Μία, για να της δώσω ότι έχω αποκτήσει. Να της βρω ό,τι επιθυμεί. Αλλά... Η ζωές των ανθρώπων έχουν πολλές φορές ένα μεγάλο "αλλά". (Γελάει με μια μικρή γεύση πίκρας) Βλέπεις; Κι εγώ μιλάω πολύ μερικές φορές. Χα χα χα.

Στράτος:
Άρα μάλλον και εσύ θες να πεις πολλά για να μιλάς πολύ! Ξέρεις Κωστή, οι άνθρωποι τελικά μπορεί να μοιάζουμε περισσότερο από ότι η στενότης του μικρού μας μυαλού μας επιτρέπει... Κάτι παρόμοιο αναζητούσα και εγώ μικρός, μόνο που τώρα που μεγάλωσα... χα,χα...(μειδιά) μεγάλωσε και η αναζήτησή μου! Δεν ξέρω, δεν μπορώ να αποβάλλω τίποτα από αυτά που ένοιωθα και σκεφτόμουν σαν παιδί, ίσως γιατί δεν μπορώ να αποβάλλω το παιδί από μέσα μου! Αλλά και έτσι να είναι δεν ξέρω αν αυτό είναι ευχή ή κατάρα. Πάντως αρχίζω να το αποδέχομαι και να το χαίρομαι.

Κωστής: Υπό κανονικές συνθήκες δε μιλάω πολύ. Είτε αισθάνομαι πως δεν έχω κάτι να πω, είτε πως αυτοί που ακούν δε με καταλαβαίνουν. Εγωιστικό, ε; Πριν που σε παρακολουθούσα ήταν σα να ακούω την ηχώ του μυαλού μου. Βέβαια, μακάρι να υπήρχε μηχανισμός στη φύση ώστε να ηχεί η γαμημένη σκέψη μας στους άλλους χωρίς να μεσολαβεί η γλώσσα. (μειδίαμα). Τι αγενής! Τόση ώρα δε σου πρόσφερα τσιγάρο... Να (τείνει προς το Στράτο το πακέτο όπου προεξέχει ένα) Πάρε! (Φαίνεται πως αρχίζει να συμπαθεί το Στράτο)


(δεύτερο διάλειμμα στο θεατρικό μας έργο)




Στράτος: (Ξαφνιασμένος από το άνοιγμα του συνομιλητή του) Όχι, ευχαριστώ, το τσιγάρο με αηδιάζει. Πάντα αναζητούσα το γλυκό και όχι το πικρό... Αυτό είναι άλλη κουβέντα όμως! Κοίτα όσον αφορά τις δυσκολίες της επικοινωνίας στις οποίες αναφέρεσαι, δεν νομίζω ότι έχεις απόλυτο δίκιο. Ξεκινώ από το αξίωμα ότι οι σκέψεις των ανθρώπων είναι διαφορετικές εκ φύσεως και ποτέ απόλυτα ταυτόσημες, έτσι επέλεξε η φύση, τι να κάνουμε! Δεδομένης αυτής της διαφορετικότητας λοιπόν, υπάρχουν πολλοί τρόποι γεφύρωσής της, όπως μέσω γλώσσας, μέσω τέχνης, μέσω σώματος, μέσω πράξεων… Είσαι λοιπόν λίγο άδικος όταν ρίχνεις το βάρος της επικοινωνίας στη γλώσσα, όταν τόσες ανθρώπινες δραστηριότητες αποσκοπούν στην γεφύρωση του χάσματος. Δεν έχεις ακούσει αυτό που λένε ότι "μια εικόνα, χίλες λέξεις και μια νότα… χίλιες εικόνες"; (Μικρή παύση) Τώρα σχετικά με τον εγωισμό που είπες, ναι, ο άνθρωπος είναι φύσει εγωιστικό όν, αλλά δεν είναι κακό αυτό. Το κακό είναι να μην καταλαβαίνουμε ότι και ο άλλος είναι εγωιστής και θέλει να μας πείσει ότι αυτό που λέει είναι το σωστό. Όλοι νομίζουμε λοιπόν ότι έχουμε δίκιο γιατί το σύστημα αντίληψής μας δεν δέχεται εύκολα το δίκιο του άλλου. Όμως η μαγκιά είναι να έχουμε πάντα διάθεση να δούμε τα πράγματα και από άλλη γωνία… ξέρω δεν είναι εύκολο, είναι επίπονο, διότι πρόκειται για μια μάχη με τη φύση μας ή για έναν εμφύλιο πιο σωστά! Μόνο έτσι όμως ίσως καταφέρουμε να δούμε λίγο έξω από τα στενά όρια του κρανίου μας...

Κωστής:
Είναι να μην πάρεις φόρα, ε; Χα χα χα! Δε διαφωνώ ότι η ανθρώπινη επικοινωνία είναι πολυδιάστατη, αλλά φαντάζομαι θα συμφωνήσεις ότι η γλωσσική είναι όντως κυρίαρχη ή, αν θες, έρχεται σχεδόν πάντα πρώτη. Να τώρα που συναντηθήκαμε, δεν τραγουδήσαμε ο ένας στον άλλο, ούτε κουνήσαμε τα χέρια (κουνάει τα χέρια θεατρινίστικα) σαν να μιμούμαστε κάποιο μυστικό, πρωτόγονο κώδικα. Βέβαια μεταξύ μας τα πράγματα είναι απλά. Μπορούμε να συνεχίσουμε να κουβαλάμε τον εγωισμό μας και τα δίκια, όπως λες, της σκέψης μας κι αν τα τσουγκρίσουμε μου λες ή σου λέω "να πας να γαμηθείς" (χαμογελά και μέσα σε μια παύση κοιτάει ερευνητικά το Στράτο για να διακρίνει αν παρεξήγησε τα λόγια του). Τι συμβαίνει όμως στην πάλη με το άλλο φύλο; Πόσες φορές άραγε προσέγγισες μια γυναίκα με ένα τραγούδι, με μια παντομίμα, με μια εικόνα; Κι αν ναι, πόσες φορές κατάλαβε; (Σα να τσαντίζεται από αυτά που λέει) Στο διάολο!(Προσπαθεί να βγάλει ένα τσιγάρο από το πακέτο). Κόλλησε το ρημάδι!

Στράτος:
(Συνοφρυωμένος…) Κόλλησε;! Αναφέρεσαι στο τσιγάρο ή στο μυαλό; Γιατί κάπου διακρίνω εμπλοκή στον ειρμό της σκέψης σου και μάλλον καταλαβαίνω το λόγο: η γυναίκα (και το τονίζει αργόσυρτα) σαν ον μάλλον σε βραχυκυκλώνει! Κοίτα, εν αρχή δημιουργήθηκε η σκέψη. Σε δεύτερο χρόνο δημιουργήθηκε η σκέψη για τη γυναίκα. Και σε τρίτο χρόνο δημιουργήθηκε η επιθυμία της σκέψης για τη γυναίκα, κοινώς, όλες εκείνες οι σκέψεις που θα εκφράσουν τον θαυμασμό του άντρα για τη γυναίκα! Χαχα! Είναι κάτι ιδιαίτερο και συνάμα μαγευτικό το πώς θα προσεγγίσεις μια γυναίκα, διότι απλά κάθε σκέψη που αφορά αυτό το πλάσμα είναι απλά… μαγευτική! Είναι γυναίκες που παίρνουν μόνο από λόγια, άλλες μόνο από έργα, άλλες μόνο από ένα βλέμμα, άλλες από ένα τραγούδι… Και η λίστα ουκ έχει τέλος, αρκεί η φαντασία σου να μην έχει τέλος! Να (και δείχνει με το βλέμμα του)! Δες την κοπέλα εκεί απέναντι στην άκρη της αποβάθρας! Σίγουρα είναι Γερμανίδα. Εγώ γερμανικά δεν ξέρω, αλλά το μυαλό μου επεξεργάζεται τρόπους για να την προσεγγίσω. Ίσως με παντομίμα, ίσως με ένα τραγούδι, ίσως με μια νότα μαντολίνου…

Κωστής:
Και σε τέταρτο χρόνο γεννήθηκε το ένα άδειο δωμάτιο, στο οποίο στέκεσαι και κοιτάς τριγύρω πριν κλείσεις την πόρτα πίσω σου. Πολλές φορές χωρίς να πεις "αντίο". (Κοιτάει ερευνητικά την κοπέλα) Όμορφη είναι, ε; (Απευθύνεται στο Στράτο). Αν δεν πιάσει η παντομίμα και το μαντολίνο σου, κάνω το διερμηνέα, αν και τα Γερμανικά είναι άσχημη γλώσσα για κορτάκηδες! Χα χα χα!(Του κλείνει το μάτι)

Στράτος: Ναι, αρκετά όμορφη! (Μικρή παύση) Μήπως, διακρίνω μια απογοήτευση όμως με τις γυναίκες, κύριος; Καθότι υπάρχει και πέμπτος χρόνος, αυτός της ελπίδας, που χρησιμοποιεί την εμπειρία των προηγούμενων 4 χρόνων και ξεκινά από την αρχή, για νέες περιπέτειες…!

Κωστής: Μάλλον δε διακρίνεις καλά! Πρόκειται για επιφύλαξη και κάποιες ενοχές (χαμογελά μυστηριωδώς και κάπως μελαγχολικά). Ίσως υπάρχει κι έκτος χρόνος, όπου αυτή η ελπίδα πεθαίνει γιατί στη νέα αρχή κυριαρχούν τα ζιζάνια κι οι τρικυμίες του παρελθόντος και των δύο πλευρών.

Στράτος:
Πολύ σωστά χρησιμοποίησες τη λέξη «ίσως», διότι μπορεί και «ίσως όχι»! Ένας μόνο τρόπος υπάρχει να το εξακριβώσεις: να το δοκιμάσεις κύριος! Όσο για τα ζιζάνια υπάρχουν ζιζανιοκτόνα και όσο για τις τρικυμίες υπάρχουν σκληρά σκαριά που αντέχουν ακόμα! Κοίτα να δεις, πάλι ομοιοκαταληξία! Ρε, μήπως να γίνω ποιητής;!!

Κωστής: (Με αυστηρό τόνο που δε χωράει αντίλογο) Ποιητής δε γίνεσαι! Γεννιέσαι... (Ανάβει το τσιγάρο, κοιτώντας την άγνωστη του σταθμού). Κι αν κάποιος έχει κουραστεί να προσπαθεί και μη νομίζεις… άστο καλύτερα!

Στράτος: (Ξαφνιασμένος από τον τόνο της λέξης "γεννιέσαι" και από το ότι δεν δέχτηκε ο Κωστής ευχάριστα το αστείο του, άρχισε να υποψιάζεται ότι βαθύ πόνο κρύβει τούτος ο περίεργος συνταξιδιώτης) Τουλάχιστον μπορείς να προσπαθείς να γίνεις κάτι άλλο από αυτό που γεννήθηκες... Πού ξέρεις, μπορεί να μην γίνεις αυτό που θες, αλλά ίσως ξεφύγεις από αυτό που είσαι και δεν θες! Για ολοκλήρωσε όμως, γιατί δεν μου αρέσουν τα μισόλογα. Μη νομίζω τι πράμα;

Κωστής:
(Χαμογελά συγκαταβατικά και κάπως ευγνώμονα στην επιμονή του Στράτου) Βλέπω δεν το βάζεις κάτω. Χαίρομαι! Μου αρέσουν οι άνθρωποι που δείχνουν επιμονή, αν και σκάβουν βαθιά πολλές φορές… Ήθελα να εξηγήσω ότι δεν είμαι κανένας λιγόψυχος που κουράζεται στα δύσκολα. Απλά σκέφτηκα στιγμιαία «και τι σημασία έχει» να το πω. Δε βαριέσαι! Από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου, παλεύω να του ξεφύγω. Είναι μεγάλο βάρος να μην αντέχεις τον εαυτό σου. Να τον κουβαλάς συνέχεια εδώ κι εκεί. Να σου πω ξεκάθαρα τι νομίζω; (ο τόνος του γίνεται πιο νευρικός) Ποτέ δε θα ξεφύγεις από αυτό που είσαι! Μπορεί να κρυφτείς για λίγο στη γωνιά, αλλά αργά ή γρήγορα οι χειρότεροι φόβοι σου θα σε βρουν. Μοιάζει με ένα κακό όνειρο που θες να τρέξεις κι είσαι κολλημένο στο ίδιο σημείο, θες να ουρλιάξεις κι η φωνή σου πνίγεται!

Στράτος:
(Με διάθεση να αλαφρύνει την κουβέντα…) Ωραία! Συμφωνώ ότι δεν θα ξεφύγεις από αυτό που είσαι και σε κυνηγά! Που ξέρεις όμως ότι δεν σε κυνηγά για να...χορέψετε μαζί ένα βαλς;;; (Μικρή παύση) Κωστή! (Σοβαρεύοντας το πρόσωπό του) Άκου τι νομίζω εγώ: τίποτα δεν έχει νόημα από μόνο του, εμείς δίνουμε νόημα στις υπάρξεις, τα λόγια και τις πράξεις. Και αυτό μας βάζει στο επίκεντρο των γεγονότων, είτε το θέλουμε είτε όχι (και έστρεψε τα μάτια του σε μια ακόμα απεγνωσμένη αναζήτηση του φεγγαριού εκείνο το κρύο βράδυ το θολό).

Κωστής: Ένα βαλς; (Με τόνο παιχνιδιάρικο). Λες η σκοτεινή πλευρά του εαυτού μου να είναι τόσο ευγενική; Χα χα χα!Να σου πω μια ιστορία; Μπορείς μετά, αν θες να μου πεις τι κατάλαβες… (Κάνει μια παύση, σα να συγκεντρώνει τη σκέψη του. Ξαφνικά κάνοντας ένα μορφασμό δισταγμού γυρίζει το βλέμμα του προς την άγνωστη του σταθμού). Ίσως να μην είναι ακόμα ώρα για ιστορίες. Ίσως αργότερα. Ποιος ξέρει, μπορεί να γνωριστούμε καλύτερα και να αξίζει τον κόπο να σου την πω.

(τρίτο διάλειμμα και τελευταίο στο θεατρικό μας έργο)




Στράτος: Μα τώρα με αναγκάζεις να σε ρωτήσω: τι σημαίνει να γνωριστούν δυο άνθρωποι καλύτερα;; Γνωρίζονται οι άνθρωποι καλύτερα ή απλά μαθαίνουν να υπομένουν ο ένας τον άλλον καλύτερα και να συμβιώνουν καλύτερα;; Τέλος πάντων κύριος!! Μάλλον η βαλίτσα της κουβέντας μας πάει μακριά… σε αντίθεση με τη βαλίτσα των ρούχων μας που μάλλον δεν θα πάει απόψε στον προορισμό της, αν κρίνω από το φάκεν τρένο που δεν λέει να περάσει! Λοιπόν, λέω να πάμε να ρωτήσουμε τη νεαρά απέναντι αν ξέρει κάτι για το τρένο του μεσονυκτίου! Λες να μην περάσει καθόλου; (και μόνο στη σκέψη ταράχτηκε!)

Κωστής: (Ούτε που δίνει σημασία στην ερώτηση του Στράτου) Και ποιος σου λέει πως αυτό που πάντα ισχύει είναι ή το ένα ή το άλλο; Οι άνθρωποι αναγνωρίζουν στον απέναντι στοιχεία από τον εαυτό τους κι αυτό συνεπάγεται ότι υπάρχει σημείο επαφής με αυτό και κάθε σαν αυτό, άγνωστο πλάσμα. Και – ω του θαύματος! – ο άνθρωπος που στέκεται απέναντί σου αποκαλύπτεται σα να άκουσε το «σουσάμι άνοιξε», όταν αρχικά μόνο η φαντασία σου μπορούσε να ψηλαφήσει τον κόσμο που κρύβει μέσα του. Τότε όπως λες μαθαίνεις να υπομένεις τον άλλο, αν κι εγώ λέω… μαθαίνεις να τον αγαπάς (του κλείνει το μάτι με ύφος νικητή, λες και τον κέρδισε σε παρτίδα σκάκι). Φαίνεται πάντως πως για εμάς τους δύο υπάρχει χώρος μόνο για υπομονή. Χα χα χα! (Το γέλιο του σβήνει κάπως απότομα). Τι λες να σκέφτεται η κυρία απέναντι; (την παρατηρεί διακριτικά μέσα από τα δαχτυλίδια καπνού του τσιγάρου του)

Στράτος: (ανεβάζει το ένα του φρύδι, κοιτάει κάπως λοξά τον Κωστή και αναρωτιέται τι τάχα να σκέφτεται αυτός ο τύπος που κάμποση ώρα έχει απέναντί του...) Τι; Η κυρία; Το πιο πιθανόν τίποτα, ή άντε στην καλύτερη, το πότε θα έρθει το κωλο-τρένο! Ξέρεις, σε αυτό ακριβώς το ερώτημα είναι που την πατάμε όσον αφορά τον έρωτα. Προσπαθούμε να φανταστούμε τι σκέφτεται μια γυναίκα –και εν προκειμένω μια γυναικάρα όπως παρατηρώ!- αλλά έτσι σκεφτόμαστε εμείς τι σκέφτεται αυτή, αντί αυτής!! Και φυσικά ό,τι σκεφτούμε θα είναι υπέρ μας και όχι εναντίον μας... Χαχαχα! (κοιτά τον Κωστή και του κλείνει αυτός τώρα το μάτι περιπαιχτικά, σίγουρος ότι τον μπέρδεψε)

Κωστής: (Κάπως μπερδεμένος). Εννοείς πως οτιδήποτε θα σκεφτούμε θα είναι θετικό προς εμάς και σε αυτά που επιθυμούμε; Ότι σκεφτόμαστε εκ του ασφαλούς, σχεδιάζοντας κατά κάποιο τρόπο χωρίς τον ξενοδόχο; Πάντως και τι θα έδινα για να μπορέσω, έστω για λίγο, να εισχωρήσω στις πιο κρυφές σκέψεις μιας κοπέλας… Βέβαια βολεύομαι και με τις επιφανειακές, χα χα χα! Πάντως πιστεύω πως και μια απλή παρατήρηση της γλώσσας του σώματος, αν είσαι εκπαιδευμένος να ψυχανεμίζεσαι πράγματα, τότε μπορεί να σε βοηθήσει. (Παρατηρεί την άγνωστη). Αν κρίνω από τον τρόπο που περπατάει πρέπει να είναι μια πολύ ήρεμη κοπέλα με αυτοπεποίθηση… Ελπίζω βέβαια να κάνω λάθος! Ποτέ δεν άντεχα τις κοπέλες με σιγουριά! (Πετάει το τσιγάρο, μυρίζοντας τον αέρα)...





Το έργο μας, εδώ κάπου τελειώνει άδοξα. Μακάρι, να το είχαμε συνεχίσει... Γιατί διεκόπη, ίσως με ρωτήσετε. Η απάντηση δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρη (όπως τόσα άλλα...).

Ίσως τελικά πέρασε το τρένο και μας πήρε για να συνεχίσει ο καθένας τον προορισμό του,

Ίσως έπιασε μια δυνατή βροχή από τα -τόση ώρα απειλητικά- σύννεφα και έπρεπε να πάμε καπου να κουρνιάσουμε,

Ίσως τελικά να κατόρθωσε η ωραία του ουρανού, η κυρά-Σελήνη να ξεφύγει από τα σκοτεινά της σύννεφα και να μας αποκαλυφθεί μπροστά στα θαμπωμένα μας μάτια. Και όταν αυτή βγαίνει στη σκηνή του ουρανού, όλοι τότε οφείλουμε να σιωπούμε...

Ίσως πάλι, να είμασταν τόση ώρα στη λάθος πλευρά της αποβάθρας και το τρένο που πέρασε να μας πήγε προς τα πίσω, αντί να συνεχίσουμε προς τα εμπρός. Και εκεί, το "προς τα πίσω", είναι ένα ταξίδι σιωπηλό και μοναχικό. Είναι ένα ταξίδι στην παιδικότητα και την αθωότητα της ψυχής. Είναι ένα ταξίδι που σου φέρνει τόση ζάλη, καθόσον μετά από τόσα ταξίδια προς τα εμπρός, (προς την άλλη κατεύθυνση του "μεγάλου άντρα") έχεις μάθει να βλέπεις τα πράγματα ανάποδα...



"Return to Innocence"
by Enigma





Υ.Γ.: Ευχαριστώ τον φίλο, Κωστή, που με συνόδευσε σε αυτό το διαστρικό ταξίδι. Ξέρει αυτός, καθότι Φυσικός...




Το κακό συναπάντημα!



Μιλάμε για άτομα, που η μοίρα τα φέρνει το ένα μπροστά στο άλλο και τα κινεί στην ίδια τροχιά... Και τότε, γίνεται το μοιραίο: η απόλυτη σύγκρουση! Και πιο σωστά, η απόλυτη
πλαστική σύγκρουση, όπως λένε και οι φίλοι μας οι φυσικοί! Δεν μπορείς να την αποφύγεις. Είναι της βαρυτικής μοίρας μας γραφτό.




Γινόταν και θα γίνεται στη φύση (μας) για πάντα, αυτό το φαινόμενο. Σε μια προσπάθεια κάποιος να βγει νικητής, όλοι βάζουν τα δυνατά τους. Ο ένας όμως δεν μπορεί να γλιτώσει από τον άλλον. Άρα, όταν μία είναι η θέση του νικητή και δυο οι παίχτες, κάποιος θα χάσει αναγκαστικά. Και ποιός είναι αυτός; το παρελθόν!

Βίαια λοιπόν, διαμορφώνονται νέα άτομα, νέες συνειδήσεις, νέες τροχιές και νέες προσδοκίες. Με το έτσι θέλω της φύσης, αγαπητοί μου, αρχίζει νέο παρόν και δίνει κατεύθυνση για νέο μέλλον! Χωρίς να μπορείς να φέρεις αντίρρηση και χωρίς να μπορείς να το προλάβεις ή να το αποτρέψεις... Το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι να πέσεις με φόρα πάνω και να το ακολουθήσεις σε νέες περιπέτειες και... όπου βγει!

Η σύγκρουση, εν τέλει, δεν αφορά τα άτομα, που ξενυχτούν με τον ίδιο στεναγμό κάτω από τον ουρανό, αλλά αφορά το παρελθόν και το μέλλον. Αυτοί είναι οι αιώνιοι αντίπαλοι, που τρακάρουν σε κάθε στροφή του κόσμου...




"Δίδυμα Φεγγάρια"
Στίχοι: Κώστας Φασουλάς
Μουσική: Μάριος Τόκας
Ερμηνεία: Δημήτρης Μητροπάνος





Εκμάθηση ΜουσικοΙατρικής




Αν η Μουσική είναι Θεραπεία
και η Θεραπεία είναι Ιατρική,

τότε δεν μπορεί παρά η Μουσική να είναι Ιατρική
και τανάπαλιν
.


Τη σχέση αυτών των δυο οντοτήτων την επιβεβαιώνουν εξάλλου και τα πιο διάσημα επιστημονικά περιοδικά... (αναδημοσίευση χωρίς άδεια)













Μα κυρίως τη σχέση αυτή, την αποδεικνύουν εμπράκτως οι ίδιες οι νότες που στάγδην εισέρχονται στο σώμα μας και διαποτίζουν την ψυχή μας...


"When you believe"
by Celtic Woman



The Fields Of Gold



"Κάποτε, ένα παιδί, άρχισε να μετρά τα άστρα..."


ήταν η εναρκτήρια φράση ενός υπέροχου ομιλητή, στην πανελλήνια συνάντηση εραστη-τεχνών αστρονόμων, στους Φιλιππαίους Γρεβενών. Η συνέχεια, μαγευτική! Πώς θα μπορούσε άλλωστε να ήταν, όταν βρίσκεσαι σε υψόμετρο γύρω στα 1400μ. πάνω από τη θάλασσα, στην κορυφή ενός από τα υψηλότερα βουνά, η οποία σου παρέχει έναν αμόλυντο, κατάφωτο, σαγηνευτικό νυχτερινό ουρανό, καθώς και την ψευδαίσθηση ότι μπορείς να απλώσεις το χέρι και να ξεκρεμάσεις ένα από τα αρίθμητα φωτάκια;! Μέσα στο σκοτάδι του νου σου, ανοίγει μια καρδιά τα φωτεινά της φυλλοκάρδια και σε προσκαλεί να την ακολουθήσεις... "Μη φοβάσαι το φως", σου κράζει γλυκά! Πώς μπορείς να αρνηθείς μια τόσο μελωδική γυναικεία φωνή;



Στην κορυφή του βουνού (σου), Είσαι εσύ και το Σύμπαν, μόνο. Κάποιες φορές μάλιστα, νοιώθεις ότι είσαι Εσύ, το σύμπαν, μόνο. Όπως και να 'χει, υπάρχει ομοιότητα στις δυο καταστάσεις. Κρύβεται στην τελευταία λέξη: το "μόνο".




Ξαπλωμένος ανάσκελα, σαν τότε που ήσουν παιδί, αφηρημένος και αφαιρεμένος από κάθε τι χωμάτινο, γήινο, υλικό, απογειώνεις την ψυχή και ξεκινάς ταξίδι διαστρικό... Σαν άλλος πρίγκιπας, πιάνεσαι από τον πρώτο περαστικό και διαβατάρη αλήτη του διαστήματος που τυγχάνει να περνά από εκεί κοντά, και αμολιέσαι στο ξέφωτο... Μα ναι, είναι η Αρκούδα η Μεγάλη, που σου απλώνει την ουρά του χαρταετού της και σε προσκαλεί για βόλτες μυστικές...


Τραβάς μπρος, πίσω, στρίβεις στον τρίτο γαλαξία αριστερά, κάνεις αναστροφή μετά το πρώτο φανάρι του μεγάλου σμήνους δεξιά, επιστρέφεις στο απότομο σαν πέταλο παρελθόν, εκτοξεύεσαι στην ευθεία του μέλλοντος, γκαζώνεις όταν πρόκειται να πλησιάσεις το παρόν, σουζάρεις στις πέτρες που σκάνε μπροστά σου, πετάς, εξαϋλώνεσαι, θρυμματίζεσαι και έτσι σκοτώνεσαι... Τα κατάφερες! Έστω, με αυτόν τον λίγο άκομψο τρόπο, κατόρθωσες να σκοτώσεις μαζί και τα εγωιστικά σου στοιχεία! Ωραία, τώρα πλέον άδειασες... Ώρα για να ξαναγεμίσεις με νέες εγγραφές.


"Από πού να αρχίσω", σκέφτεσαι... Μα
φυσικά από την φυσική σου φύση! Αυτή που σε γέννησε, σε έπλασε από τα σπλάγχνα της, σε σμίλεψε με χώμα και ύδωρ και σε στέριωσε σε τούτη τη γης που την πατούμε και όλοι μέσα θε να μπούμε...

Μετά την νυχτερινή εξόρμηση, (σχεδόν κατά συνέχεια ιστού όπως λένε οι γιατροί, μόνο που αυτή τη φορά, αφορά παγκόσμιο ιστό, διότι ως γνωστόν όλα είναι συνδεδεμένα στης ζωής μας το
κανένα), ακολουθεί εξόρμηση στη Βάλια Κάλντα! Τόσα χρώματα, αρώματα, στρώματα, και ιδιώματα... Ολόκληρο σύμπαν σε σμίκρυνση! Ισορροπίες, που ούτε καν φανταζόμαστε, παιχνίδια και ερωτοτροπίες που κρύβονται κάτω από το χώμα, ιδιοτροπίες που στοιχειοθετούν την μαγευτική ομορφιά της ποικιλίας και της κοινωνικής συμβίωσης... Απαγορεύεται η παρέμβαση! Το σύστημα -το φυσικό, φυσικά, μην το μπερδεύετε με το ανθρώπινο- έχει βρει τους μηχανισμούς αυτοδιόρθωσης...






Όσο και αν ανθρωπάκος, θέλει να ονοματίζει το άγριο ρέμα που κατεβαίνουν και πίνουν νερό οι αρκούδες, ως "αρκουδόρεμα", δεν ξέρει ότι από την άλλη πλευρά του ποταμού, οι αρκούδες ονοματίζουν το άγριο ρέμα ως "ανθρωπόρεμα" για τον ίδιο ακριβώς λόγο: γιατί κατεβαίνουν και οι άνθρωποι να πιουν νερό... Ύδωρ, το 75% της σύστασής μας...









Πώς γίνεται να αγνοούμε τόση ομοιότητά μας; Πώς γίνεται να αγνοούμε πως όλοι σκύβουμε και προσκυνούμε, πριν πιούμε νερό; Και αυτό το σκύψιμο, δεν είναι τίποτε άλλο από μια βαθειά υπόκλιση στο ζωογόνο άστρο μας.







Μέσα στη φύση (σου) είναι τα φάρμακα και τα φαρμάκια. Εκεί τα αδύνατα και τα δυνατά. Οι πληγές και τα βαλσαμόχορτα. Εκεί και οι καρδιακές οι γλυκοσίδες, αυτές που σκιρτούν τα φύλλα της καρδιάς, σαν πλέκεις στα μαλλιά σου κόρη του ουρανού, των άστρων της αχτίδες...




Ο δρόμος μακρύς, ατελείωτος κάποτε φαντάζει... Ξερνά πύρρα από τα σωθικά του και σου ψήνει το σώμα...




Και εκεί, στην πιο δύσκολη στιγμή, που θες να απιθώσεις το κουφάρι σου στην πρώτη του διάβα σου ακούνητη ξερολιθιά, τότε ορθώνεται ομπρός σου το πιο δύσκολο κομμάτι. Αυτό, που αν το ξεπεράσεις σε βγάζει κατευθείαν στα επουράνια...




Ψάχνεις να βρεις στις τσέπες σου λίγη αντοχή ακόμα... Μα αυτές, τρύπησαν από τόσων χειμώνων τα χιόνια... Δεν σκέφτεσαι. Δεν δύνασαι να σκεφτείς... Αφήνεσαι. Και αν ο αγέρας, ο πάντα σύντροφος, σε σπρώξει προς τα μπρος με φόρα, ίσως ανέβεις κανα δυο σκαλοπάτια πιο κοντά στα άσπρα σύννεφα, αλλιώς ψυχοραγείς στης πέτρας τη γλιστερή την κατηφόρα!


Ακόμα και ως εδώ, όμως... Πόσο ταξίδι λαμπερό! Άλλοτε λυπητερό και άλλοτε μαγευτικό. Ας είναι. Ξερίζωσε την ψυχή σου και φύσηξέ την στα λιβάδια του χρυσού. Άστην να πετάξει πέρα, μακρυά, έτσι και αλλιώς, εκεί παντοτινά ανήκει. Εκεί γεννήθηκε, εκεί ανδρώθηκε, εκεί ο θάνατος προσήκει...





Όλοι παλεύουμε για μια θέση κάτω από τον Ήλιο. Δεν αντιλαμβανόμαστε όμως, ότι την έχουμε ήδη κερδίσει, ότι από εκεί εκκινούμε τις μικρές μας καθημερινές περιπέτειες...

"Μάγεμα η φύσις και όνειρο και ομορφιά και χάρη, η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι..." (Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι)


Κάτω από τον έναστρο ουρανό, στα χωράφια της ψυχής, παλεύουμε με τα σκότη του εαυτού μας... Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να σηκώσουμε ψηλά τα μάτια, να ανοίξουμε φαρδιά την αγκάλη και να ψελλίσουμε: "ευχαριστώ..." όπως τότε παλιά, που αποχαιρετούσαμε την πρώτη μας αγάπη...





"The Fields of Gold"
by Celtic Woman



(...many years have passed since those summer days...)



Υ.Γ.1: Οι περισσότερες φωτογραφίες σε αυτήν την ανάρτηση είναι από τον Ν-Tsigas και τον ευχαριστώ για την όμορφη οπτική της ζωής που με αφήνει να αντικρύσω.

Υ.Γ.2: Το πρώτο-πρώτο ξενύχτι στη ζωή μου, ήταν λόγω μιας κρυφής ερωτικής συνάντησης: περιμένα να γνωρίσω κάποια με το όνομα "Πούλια", ένα καλοκαιρινό βράδυ κάποιου πολύ μακρινού Αυγούστου (...many years have passed since those summer days
...). Έκτοτε, σαν κατάρα που βιάστηκα να σηκώσω ψηλά το βλέμμα και να αντικρύσω με λαχτάρα αυτήν την όμορφη κυρά, έχασα τον ύπνο μου και τριγυρίζω κάτω από τις φωτεινές σκιές της, συνεχίζοντας τα αξημέρωτα ξενύχτια αναζήτησης μιας στάλας ανάπαυσης στη ζεστή αγκαλιά της...




(οι Πλειάδες)