Σήμερα τα Φώτα. Χτες...;



Παραθέτω τις σκέψεις ενός πλάνητα ιατρού, όπως μου παρουσιάστηκαν εψές το βραδάκι στα επείγοντα:

-Δεν μπορείς να πεις ότι "τελειώνεις" από αυτή τη δουλειά! Δεν υπάρχει η έννοια του "σχολάω", "τελειώνω βάρδια" ή "παραδίδω" και συνεχίζει κάποιος άλλος. Έτσι, αναγκαστικά έχεις ωράρια περίεργα, που σε κάνουν να κουράζεσαι περισσότερο και να πιέζεσαι χρονικά. Έτσι κάναν και στο Λαϊκό, ακούγεται και μια φωνή, και εσύ αναρωτιέσαι, γιατί πρέπει πάντα το κακό παράδειγμα που έχει γίνει κατεστημένο, να κερδίζει και να μας φαίνεται απόλυτα φυσιολογικό;
-Δεν μπορείς να πεις ότι έχω συγκεκριμένα ωράρια σε αυτή τη δουλειά. Μπορεί να πας και εκτός "ωραρίου" ή σε φάση που θα έπρεπε να είσαι σπίτι σου ή για καφέ ή για βόλτα. Ο ιατρός ΔΕΝ έχει ωράρια. Τελεία και παύλα. Έτσι, πηγαίνεις και απογεύματα, είσαι συνεχώς με ένα τηλέφωνο στο χέρι. Γιατί; Μα φυσικά, διότι προέχει η ζωή του άλλου ανθρώπου, του συνανθρώπου. Δεν είναι κάτι που μπορείς να πεις, οκ το αφήνω τώρα και το βλέπω αύριο το πρωί ξανά. Ο άνθρωπος θεωρείται κάτι διαφορετικό από τα υπόλοιπα δημιουργήματα τούτης της πλάσης. Δεν είναι αυτοκίνητο για να πεις, "όσο δούλεψα σήμερα πάνω του δούλεψα, αύριο πάλι". Ο άνθρωπος είναι μια δυναμική σχέση μορίων και ατόμων (όχι μόνο χημικών αλλά και κοινωνικών), και ως σύνολο δημιουργεί ένα φαινόμενο ανεπανάληπτο. Έλα όμως που κάποιες φορές, δεν υπολογίζει κανείς τον παράγοντα κούραση!
-Ο ιατρός όμως προσπαθεί να είναι και κοινωνικό ζώο, όπως τόσα άλλα ζώα γύρω μας... Και έχει και υποχρεώσεις και ανάγκες. Ο χρόνος βέβαια, είναι ένας και μετρά για όλους το ίδιο, άσχετα αν δεν βιώνεται από όλους το ίδιο. Έτσι τρέχεις να προλάβεις στις 8 παρά 15, τα μαγαζιά που κλείνουν σε λίγα λεπτά, διότι μπροστά σου έρχεται τριήμερο. Θα μου πεις βέβαια, καλά ρε μεγάλε, ολόκληρο απόγευμα είχες, γιατί περίμενες τελευταία στιγμή; Έλα μου ντε! Εδώ τώρα ερχόμαστε στη μαλακία του συστήματος υγείας όπου ζουν και εργάζονται τα ζώα που εδώ και λίγη ώρα περιγράφουμε και λέγονται "Έλληνες ιατροί". Χαμένος χρόνος κύριοι! Τόσος χαμένος χρόνος, που αν ο χρόνος ήταν πραγματικά χρήμα όπως λεν, οι Έλληνες ιατροί που αρέσκονται να χρηματίζονται δεν θα ξαναελάμβαναν φακελάκι από τους ασθενείς, παρά μόνο θα χρέωναν το δημόσιο σύστημα υγείας, αυτό το κολαστήριο ψυχών και σωμάτων, 1 ευρώ το κάθε λεπτό που χάνεται από τη ζωή τους! Όπως και να έχει όμως, αγαπητέ, όπως λένε και άτομα που έχουν φάει με το κουτάλι το ζόρι αυτού του συστήματος υγείας (και μάλιστα σε πιο αντίξοες συνθήκες): "δυστυχώς αγαπητέ, τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα από ότι πιστεύεις...". Και εδώ, αναδεικνύεται για ακόμη μια φορά, η διαφορετική μου θέση για το θέμα του συμβιβασμού σε εργασιακή πραγματικότητα. Συμβιβάζεσαι και προσπαθείς από μέσα να κάνεις μικρά βήματα βελτίωσης, ή δεν συμβιβάζεσαι καθόλου, και σαν Λύκος της Στέπας, ταλανίζεσαι βαυκαλιζόμενος ότι είσαι αντάρτης;
-Κάποιες φορές όμως, έρχεσαι σε μετωπική σύγκρουση με το σύστημα αγαπητέ μηχανόβιε! Είναι τότε που λόγω αδράνειας (δυστυχώς δικής σου που τρέχεις βιαστικός και όχι του άλλου που είναι ακινητοποιημένος, νωχελικός, σχεδόν βαριεστημένος), πέφτεις πάνω σε φράγμα με τη μηχανή σου, φέρνεις κανά δυο εντυπωσιακές κωλοτούμπες στον αέρα, βλέπεις τον ουρανό με τ' άστρα και πάνω εκεί ακριβώς σε αυτή τη στιγμή λίγο πριν την απότομη προσγείωσή σου, αποκτάς μια γεύση απογοήτευσης στα χείλη... Δεν είναι πίκρα, είναι απογοήτευση. Κοιτάς κατάματα τα αστέρια, αυτά που μας γέννησαν και μας έπλασαν, (καθώς με την εναέριά σου ακροβατική συμπεριφορά έχεις φτάσει ένα βήμα πιο σιμά τους), και έχεις να τους καταθέσεις ένα μόνο πράγμα σαν συμπέρασμα από την μέχρι τώρα μικρή σου βόλτα σε αυτήν την ξερολιθιά που λέγεται Γη: απογοήτευση από τους ανθρώπους, στο ένδοξο είδος των οποίων, ανήκεις! Φοβήθηκες καθόλου; τον ρωτώ. Όχι, καθόλου, μου απαντά. Δεν ήταν σε καμία περίπτωση φόβος. Πλέον τίποτα δεν με φοβίζει και δεν με σοκάρει, μου απαντά. Απλά, ήταν στιγμή, που είσαι ανίκανος να την ελέγξεις και περιμένεις να δεις τι θα σου φέρει... Η μόνο σκέψη που μου κυρίευσε το μυαλό ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν την απογείωση ήταν: άντε να δούμε τι θα φέρει τώρα αυτό το περίεργο παιχνίδι... Και μετά, ήρθε η προσγείωση, όπως λέμε και μετά ήρθαν οι μέλισσες! Νιώθεις την κούτρα σου να σκάει στη βρεγμένη άσφαλτο και αναρωτιέσαι για το παρελθόν σου αν ήταν ή όχι άσφαλτο (όπως είχε πει η ανυπέρβλητη Άντζελα Δημητρίου κάποτε...). Μετά νιώθεις να τραντάζεται και η λεκάνη σου και όλο σου το σώμα να γεμίζει έναν πόνο, που το μυαλό είναι δύσκολο να κουμαντάρει, λόγω πολλαπλών κεντρομόλων αλγινών ερεθισμάτων που το πλημμυρίζουν. Και αρχίζεις τον απολογισμό, να δεις τι έχεις θυσιάσει και τι εσώθη. Αντίστοιχα με "είσαι καλά; είσαι καλά;" των πρωτοκόλλων ALS,BLS που χρησιμοποιεί ένας ιατρός για να προσεγγίσει έναν άρρωστο που κινδυνεύει, αναρωτιέσαι "είμαι καλά; είμαι καλά;" και λες: ανασαίνω, δεν έχω δύσπνοια, κουνάω κεφάλι, βλέπω, νοιώθω, κουνάω χέρια πόδια, και πεθαίνω από τον πόνο στο ΑΡ γόνατο. Οκ, πέρασες το πρώτο τεστ δικέ μου! Θα ζήσεις, και από ότι φαίνεται θα ξαναπερπατήσεις και θα ξαναχορέψεις. Τώρα βγάλε και το κράνος μόνος σου, γιατί όλοι οι άσχετοι μα και οι σχετικοί που θα προφτάσουν (ήδη ακούω ποδοβολητό) δεν θα ξέρουν να στο βγάλουν. Έτσι κάνω μια χραπ! και βγάζω το κράνος, που μάλλον μου έσωσε ό,τι η αϋπνία έχει αφήσει ως εγκεφαλικό ιστό και φαιά ουσία! Και μετά, ήρθαν όλοι... και τελικά στο νοσοκομείο! Τι να πει ένας ιατρός όταν φτάνει στο χειρουργικό ΤΕΠ ενός νοσοκομείου; Ότι κανείς δεν ακολούθησε κανένα ATLS πρωτόκολλο; Ότι σε τρυπάνε 4 φορές για αίμα, γιατί τη μια είναι αιμολυμένος ο ορός, την άλλη μπερδευτήκαν, την παράλλη ψάχνουν να δουν αν έχει πέσει ο αιματοκρίτης μέσα σε τρεις ώρες από την πρώτη αιμοληψία, όταν ο αιματοκρίτης μπορεί να κάνει να πέσει μέχρι και 18 ώρες σε περίπτωση αιμορραγίας; Ότι, στο ΑΡ γόνατο σου βάζουν μόνο πάγο, και τον αφήνουν παραπάνω ώρα γιατί τον ξέχασαν, χωρίς καμιά περίδεση ή ακινητοποίηση, η οποία τελικά έγινε το επόμενο πρωί; Ότι, δεν χορηγήθηκε κανένα αντιφλεγμονώδες φάρμακο από κανέναν, παρά μόνο όταν το ζήτησες; Αγαπητοί μου, μικροί συνάδερφοι, πόσο άσχετοι είμαστε... Διαπιστώνω ότι η επιβίωση πολλών είναι καθαρά θέμα τύχης. Και δεν φταίμε εμείς, οι μικροί, αλλά οι μεγάλοι, που ούτε αυτοί ξέρουν από αλγορίθμους. Η ιατρική στην Ελλάδα, βρίσκεται ακόμα στο στάδιο των αυθεντιών. Ό,τι πει ο μεγάλος! Όσο μεγάλη παπαριά (που θα συνάδει με τη μεγαλοσύνη του) και αν είναι αυτό που θα πει!

Τα λόγια του συναδέλφου, με συγκλόνισαν. Μα κυρίως, εκείνο το: "δεν με σοκάρει τίποτα πλέον...". Δείχνει άραγε αναισθησία; Δείχνει αδιαφορία; Δείχνει συναισθηματική αναπηρία; Δείχνει επιπεδωμένο συναίσθημα, που τίποτα δεν μπορεί να το συγκλονήσει; Δείχνει ότι γίνεται σιγά σιγά ένας ώριμος ιατρός, ο οποίος έτσι πρέπει να είναι, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει τις σκληρές καταστάσεις των αρρώστων του; Δείχνει αποστασιοποίηση από τον πόνο και τον φόβο; Στην ΔΔ (διαφοροδιάγνωση), αγαπητοί μου ποτέ δεν ήμουν καλός, γιατί ουσιαστικά ποτέ δεν διάβασα να μάθω απέξω τις λίστες διαφοροδιάγνωσης κάθε πάθησης. Μου ταίριαζε περισσότερο να κατανοώ το πρόβλημα και να ψάχνω επί τόπου τις πιθανές αιτίες μια πάθησης, μια παθολογικής κατάστασης. Πάντα μου άρεσε να προσεγγίζω κάθε πρόβλημα με τα εργαλεία της Φυσιολογίας και της Παθολογικής Φυσιολογίας, δηλαδή με τους επιστημονικούς εκείνους κλάδους, που ασχολούνται με το να ορίζουν το φυσιολογικό και κατόπιν και με βάση αυτού, το μη φυσιολογικό, δηλαδή το παθολογικό ή αλλιώς το παθοφυσιολογικό, όπως λέμε εμείς οι γνώστες!

Ο ορισμός του φυσιολογικού και του μη φυσιολογικού, βέβαια, με διαποτίζει σε κάθε μου σκέψη, κίνηση, πράξη, συμπεριφορά. Εξού και ο λόγος μάλλον που προέκυψε και η αγάπη μου για την Κοινωνική Ανθρωπολογία, που ασχολείται με τον ορισμό του φυσιολογικού και μη φυσιολογικού της κοινωνικής μας συμπεριφοράς, με τον ορισμό του ιδίου σε αντιπαραβολή με το διαφορετικό και ξένο.

Να ευχηθώ στον -απίστευτα τυχερό μέσα στην άτυχη στιγμή- συνάδερφο, γρήγορα περαστικά από αυτό το νησί, (που και σε αυτόν δεν του έχει κάτσει καθόλου καλά έως τώρα), κλέβοντας σαν λάφυρο και παίρνοντας μαζί του μόνο μια εικόνα, φεύγοντας: την εικόνα της γοργόνας που αγάπησε.


Σήμερα τα Φώτα και ο Φωτισμός λοιπόν, μα χτες, παρ' ολίγον ο Σκοτωμός. Ο Σκοτωμός ενός ονείρου κάποιου ανθρώπου που ήθελε να βοηθήσει άλλους ανθρώπους, ξεχνώντας ότι είναι και ο ίδιος ευάλωτος, όπως όλοι οι άλλοι συνάνθρωποί του. Ξεχνώντας ότι και ο εαυτός μας μερικές φορές, θέλει βοήθεια!


"Κουρσάρος"
Στίχοι: Παύλος Μάτεσης
Μουσική: Λάκης Παπαδόπουλος
Ερμηνεία: Βασίλης Παπακωνσταντίνου





Στην άσφαλτο κουρσάρος
με καράβι την μοτοσυκλέτα,
παντιέρα το μπουφάν το πλαστικό
Στα 18 σου έσπασες τα φρένα,
ταξιδεύεις για ταξίδια, άλλα.

Κυκλοφοράς μονάχα φτιαγμένος,
ο κόσμος όλος χίλια κυβικά,
Είσαι αγριεμένος,
είσαι κουρασμένος,
έχεις τη ζωή στη σέλα σου γραμμένη,
Για κάποιο φόνο είσαι γεννημένος.

Από παρέες τργυρισμένος΄
δεν τους φοβάσαι, δε σ΄αγαπούν
και η ζωή να περνάει λαθραία,
μα εσύ φοβάσαι, φοβάσαι να κοιμηθείς
και το ταξίδι ξαναρχίζεις.

Το δάχτυλο στο φρένο κοκαλωμένο
μια στάλα αίμα στο μπουφάν σου
πλάι στα χίλια, στα χίλια κυβικά σου,
πλάι στα χίλια κυβικά σου.

Μονάχος χάραμα,
χάραμα στη λεωφόρο
και περιμένεις, ασθενοφόρο
από τις τρεις και δέκα σκοτωμένος...


"Κουρσάρος ονείρων δεν μπορείς να γίνεις,
απλά πρέπει να κυνηγάς το όνειρο σαν κουρσάρος"
(λόγια του Βασίλη Παπακωνσταντίνου)

Ευχές από χιόνι...




Από μικρός αναρωτιόμουν σε τι διαφέρει ο άνθρωπος από τον χιονάνθρωπο. Μια πρόχειρη απάντηση που είχα πάρει παλαιότερα είναι ότι ο χιονάνθρωπος λιώνει, ενώ ο άνθρωπος όχι.

Για το νέο έτος, θα ευχηθώ μέσα από το στόμα χιονανθρώπων:


1) Εύχομαι οι άνθρωποι να λιώνουν από συγκίνηση όταν ακούν κλάμα συνανθρώπου, παιδιού ή γέρου, και να μην κωφεύουν. Να έχουν τα αυτιά τους ανοιχτά για τις μελωδίες τούτης της πλάσης...




2) Εύχομαι οι άνθρωποι να λιώνουν από συγκίνηση όταν βλέπουν το καθάριο φως που εκπέμπουν οι συνάνθρωποι, ακόμα και αν αυτό περνά και βγαίνει μέσα από στενοχωρημένα και μουρτζουφλισμένα προσωπάκια, και να μην αδιαφορούν. Να έχουν τα μάτια τους ανοιχτά και να βλέπουν πίσω από τα φαινόμενα, πίσω από τα επίπλαστα, πίσω από τις φτιασιδωμένες εικόνες τούτης της πλασματικής κοινωνίας...



3) Εύχομαι οι άνθρωποι να λιώνουν από συγκίνηση όταν έρχονται σε επαφή με τα διαφορετικά αρώματα των διαφορετικών ανθρώπων που τυχαίνει να ανταμώνουν στο δρόμο τους. Να έχουν τα ρουθούνια τους ανοιχτά και να ρουφούν τις ευωδιές του κόσμου από όποιες ευκαιρίες και αν αναδύονται αυτές...



4) Εύχομαι οι άνθρωποι να λιώνουν από συγκίνηση όταν γεύονται νέες καταστάσεις, από την ευτυχία ότι τους δίδεται η ευκαιρία να γευτούν νέα πράγματα και καταστάσεις. Να έχουν το στόμα τους ανοιχτό για να δοκιμάζουν τα ωραία τούτου του κόσμου... Ακόμα και με κίνδυνο να παχύνουν λιγουλάκι...



5) Εύχομαι οι άνθρωποι να λιώνουν από συγκίνηση όταν νοιώθουν το άγγιγμα των άλλων συνανθρώπων τους, είτε αυτό γίνεται σκόπιμα είτε τυχαία, όπως όταν αγγίζονται δυο τυχαίοι περαστικοί εκεί στην άψη ενός πολυσύχναστου δρόμου... Να έχουν τα χέρια τους ανοιχτά για να φτάσουν ο ένας τον άλλον, ώστε να κάνουν η ασυνέχεια τούτης της φύσης να πάψει. Να υπάρχει μόνο συνέχεια. Συνέχεια των ανθρώπων. Των καλών και αγαθών ανθρώπων.



6) Εύχομαι οι άνθρωποι να συγκινούνται από τους βρώμικους, άπλυτους, αρρωστιάρηδες και κατατρεγμένους συνανθρώπους τους, που σχεδόν καθημερινά ποδοπατούμε στα μεγάλα πεζοδρόμια της μικρής διαδρομής μας σε τούτον τον κόσμο...



7) Μα πάνω από όλα εύχομαι οι άνθρωποι να συνεχίζουν να συν-κινούνται με τις τέχνες. Τη μουσική, το χορό, το τραγούδι... Και όπως το λέει η ίδια η λέξη... να κινούνται μαζί, σε ρυθμούς όμορφους, δημιουργικούς, ερωτικούς και παραγωγικούς...




"Χιονάνθρωπος"
Στίχοι, Μουσική: Τάκης Μουσαφίρης
Ερμηνεία: Δημήτρης Μητροπάνος






Δεν θέλει πολύ για να βρούμε τις ομορφιές τούτου του κόσμου. Θέλει πολύ όμως για να τις εκτιμήσουμε. Εξάλλου, αυτός ο κόσμος -το αποδεικνύει η ίδια η ετυμολογία της λέξης- κρύβει ατελείωτες ομορφιές και κοσμήματα, θησαυρούς και ανταμοιβές... Όλα γύρω μας είναι ένα απύθμενο κόσμημα, αρκεί να μπορούμε να το αντιληφθούμε. Ένα βασικό προαπαιτούμενο όμως για να το αντιληφθούμε, είναι τα αισθητήρια όργανά μας. Οι πέντε αισθήσεις μας. Η ύπαρξή μας. Εύχομαι για το νέο έτος, να ζούμε κάθε στιγμή με τις αισθήσες μας (τι ωραία λέξη το αισθήσες αντί του αισθήσεις...). Εύχομαι να μπορούμε να συνεχίζουμε να αισθανόμαστε. Ό,τι και αν είναι αυτό, πόνος, ζέστη, κάψα, κρύο, παγωνιά, ψυχρότητα, καρφιά, χάδι... Αρκεί να μπορούμε να αισθανόμαστε και να νοιώθουμε... Αυτό θα αποδεικνύει ότι συνεχίζουμε να ζούμε.




Και αν ποτέ χάσουμε το δρόμο μας, και αντικρίζοντας το σκοτεινό και στενό μας μέλλον, φοβηθούμε μήπως το επόμενο μας βήμα είναι γλιστερό και λανθασμένο,



ας αφεθούμε σαν ένα αποπίπτον φύλλο, που αφήνει την τελευταία του πνοή χορεύοντας λικνιστά τον τελευταίο του χορό στο ξέπεσμα ενός αλλοτινού μεγαλειώδους ονείρου. Ας αφεθούμε στην αγκάλη της αγνής και καθαρής αναζήτησης. Της αναζήτησης του εαυτού. Ίσως έτσι μπορέσουμε να νοιώσουμε την μαγεία του άλλου...



Αγαπητοί μου, ας ζήσουμε επιτέλους.


"Είπα να ζήσω"
Στίχοι, Μουσική, Ερμηνεία:
Αλκίνοος Ιωαννίδης




Υ.Γ.: Οι Φωτογραφίες είναι από τα προσφάτως επισκεφθέντα Ζαγοροχώρια.



Ποια κόλαση;




Και μιας και μιλάμε τούτες τις άγιες μέρες για κόλαση, ώρες ώρες αναρωτιέμαι:

τι είναι πιο κόλαση, η ίδια η κόλαση ή η συνειδητοποίησή της;


Το σκοτάδι του ενός



Ετούτες τις μέρες που πλημμυρίζουμε αγιοσύνη(;), αναρωτιέμαι αν μπορεί κάτι να αλλάξει και να φανεί κάποιο σημάδι βελτίωσης.

Ώρες ώρες, αποτραβιέμαι από το περιβάλλον μου, προσπαθώ να ερμηνεύσω τα γεγονότα όσο πιο αντικειμενικά γίνεται και να αντιληφθώ το μοντέλο διαβίωσης και συμπεριφοράς των ανθρώπων που χορεύουν γύρω μου ακατανόητους χορούς... Είναι τότε που προσπαθώ να το παίξω Ανθρωπολόγος, τρομάρα μου, μέσα από την παρατήρηση.

Κάποιες άλλες ώρες, βυθίζομαι τόσο μέσα στα πράγματα, στις νέες συμπεριφορές, με προοπτική να συμμετάσχω στις διαδικασίες και να περάσω μέσα από τον μηχανισμό εκείνο που παράγει τις κρίσεις και τις αποφάσεις, τις δράσεις και τις αντιδράσεις... Είναι τότε που ξαναπροσπαθώ να το ξαναπαίξω Ανθρωπολόγος, ξανατρομάρα μου, μέσα από την συμμετοχή.

Και είναι και κάποιες άλλες ώρες, τόσο μα τόσο βασανιστικές, που μπλέκομαι τόσο πολύ στη ζωή των άλλων ανθρώπων, στον τρόπο σκέψης τους, στον τρόπο συμπεριφορά τους, στην κοσμοαντίληψή τους, με σκοπό όμως όχι να τους κατανοήσω απλώς, αλλά να τους βοηθήσω. Να τους σεβαστώ, να τους ακούσω υπομονετικά, να τους χαϊδέψω τα μαλλιά, να τους κοιτάξω κατάματα και να τους πω την αλήθεια σε γλώσσα που καταλαβαίνουν. Αυτό, δεν είναι απλή κατανόηση, ξεπερνά τα όριά της. Είναι προσπάθεια για βοήθεια. Είναι τότε που προσπαθώ να το παίξω Ιατρός, μέσα από την ιατρική ιδιότητα. Γιατί η Ιατρική δεν μπορεί παρά να είναι ιδιότητα.

Μέχρις εδώ, όλα καλά, αν εξετάσεις κάθε προηγούμενη παράγραφο ξεχωριστά και ξεκομμένη. Το πράγμα αρχίζει να δυσκολεύει όταν όλα αυτά προσπαθούν να συνδυαστούν σε ένα άτομο, σε ένα σώμα, σε ένα βλέμμα, σε ένα άγγιγμα (που ταυτόχρονα ψηλαφά και χαϊδεύει), σε μια πρόταση, σε μια φωνή...

Και γιατί δυσκολεύει; Διότι, το να προσπαθείς να εξηγήσεις τις συμπεριφορές των ανθρώπων, πασχόντων και μη, ειδικά σε μια κοινωνική ομάδα τόσο ξένη και διαφορετική από εσένα, ενόσω είσαι σε θέση παρατηρητή (έστω και συμμετοχικού παρατηρητή, όπως σε θέλει η Κοινωνική Ανθρωπολογία, δηλαδή ατόμου που προσπαθεί να δεχτεί ερεθίσματα για να τα ερμηνεύσει), ενώ την ίδια στιγμή προσπαθείς να θεραπεύσεις κάποιους που πονούν, από τη θέση του ενεργούντος ατόμου, αυτού που λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις, που καθορίζει με τις κινήσεις του αναπόφευκτα και ίσως αμετάκλητα τις ζωές και συμπεριφορές των άλλων ανθρώπων (δηλαδή από θέση ατόμου που προσπαθεί να δεχτεί ερεθίσματα για να τα αλλάξει προς το καλύτερα βιώσιμο, όπως σε θέλει η Ιατρική), σε βάζει μάλλον στο μέσον μιας διελκυστίνδας...

Αυτά σκεφτόμουν όλη την ημέρα εψές, όταν ο Αγιότατος Βασίλης, αντί για δώρο μου έφερε μια εφημερία κόλαση... Κόλαση, γιατί μου έθετε στο πρόσωπο κάθε ασθενούς από τους 44 που είδα συνολικά, το ερώτημα: πώς γίνεται να σεβαστούμε την προσωπικότητα ενός ανθρώπου και να προασπίσουμε το δικαίωμά του για αξιοπρεπή φροντίδα και παροχή υγείας, χωρίς ψέμματα και κοροϊδίες, όταν η ίδια η κοινωνία που ζει και οι μηχανισμοί λειτουργίας της, θέτουν το πλαίσιο μιας αδιάφορης, τεμπέλικης, επιπόλαιης, νωχελικής κοινωνίας, που δεν σέβεται τα μέλη της, που ασελγεί πάνω στο δικαίωμα για αλήθεια και που δεν σε κοιτά στα μάτια με ευθύτητα; Κόλαση, γιατί δεν κατόρθωσα σε καμία από τις 44 φορές που αναρωτήθηκα, να απαντήσω σε αυτό το ερώτημα...

Διαπιστώνω, ότι μερικές φορές η Ιατρική με την Κοινωνική Ανθρωπολογία δεν συνδέονται και βρίσκονται αντιμέτωπες, υποστηρίζοντας άλλες αρχές η κάθε μια. Και αν είναι στα πλαίσια ενός επιστημονικού διαλόγου, έχει καλώς. Αν είναι όμως στα πλαίσια συστεγαζόμενων επιστημονικών κλάδων (σαν τα φαρμακεία ένα πράγμα) κάτω από το ίδιο σώμα και πνεύμα, τότε επέρχεται σύγκρουση εσωτερική και τα πράγματα γίνονται του διαβόλου και όχι του διαλόγου...


Και είχε μια ξαστεριά εψές το βράδυ... Στιγμές που έκλεψα και βγήκα έξω στην αστροφεγγιά, έλαμψαν στην ψυχή μου, όπως οι διάττοντες όταν διαβαίνουν τη στρατό-σφαιρα και καίγονται κατάσαρκα, λαμπυρίζοντας την τελευταία τους πνοή και σκορπώντας την ύπαρξή τους στην αγκαλιά του χάους... Και αν το σκοτάδι του ενός, οι δυο μαζί το κάνουν φως, τότε βασανιστικά αναρωτιέσαι: αυτοί οι δυο μπορεί να είναι δυο οποιοιδήποτε τυχαίοι ή θα πρέπει να ανήκουν στο ίδιο πλαίσιο;

Μέχρι να απαντήσεις όμως σε αυτό το ερώτημα, θες να σωριαστείς -λιωμένος από την κούραση- εκεί δα χάμω, πάνω σε έναν υπνόσακο, και ας ξέρεις ότι αντί για μαξιλάρι θα νιώσεις σε κάθε σου άρθρωση την σκληράδα ετούτης της γης...



"Υπνόσακος"
Στίχοι: Άλκης Αλκαίος
Μουσική, Ερμηνεία: Μπάμπης Στόκας




Σβήνει τα χρώματα η νύχτα στο κύμα τα φαρμάκια ρίχτα
κι άναψε μάτια μου όλα τα άστρα με του τσιγάρου σου τη κάφτρα
φέρε στα αυτί σου το κοχύλι και πες μου όσα δε λεν τα χείλι

Για τα παλιά τα συναξάρια για τα καινούργια μας φεγγάρια

Πάμε ξανά στις ξαστεριές στ' ονείρου ανοιγματα σκιές
το σκοτάδι του ενός κι'οι δυο μαζί το κάνουν φως

Μ'εναν υπνόσακο στην πλάτη και με το βίγλι άκου ορειβάτη
ίσως στο μέλλον τον επιστρέφω κι'αυταπάτες πια δεν έχω
σε μια υπαίθρια καντίνα στ' όνειρά σου μπαίνω σφήνα
είσαι το γέλιο δώσε βροχή μου να ξεδιψάσεις την ψυχή μου

Πάμε ξανά στις ξαστεριές στ' ονείρου ανοιγματα σκιές
το σκοτάδι του ενός κι'οι δυο μαζί το κάνουν φως
κι'οι δυο μαζί το κάνουν φως..



Υ.Γ.: Ευχή προς τον κύριο Santa για να μου φέρει ένα δώρο του χρόνου, με το καλό: περισσότερο ύπνο σε εμένα, λιγότερο ύπνο στον κόσμο! (μα να μην συμβαδίζω ποτέ με τον κόσμο βρε παιδάκι μου...! ένα περίεργο πράγμα...)




Η Αστρονομία του Σεφέρη



Γυρίζω από μια διάλεξη με θέμα "Η αστρονομία στην ποίηση του Σεφέρη".

Ξεκινώ από το κάτωθι, που αποτελεί φοβερή -και τυχαία;- συνέχεια του προηγούμενου post. Μιλά για τη διασπορά των σκέψεων και τη σύνδεση των ανθρώπων μέσα από τα πνευματικά τους παιδιά-πονήματα. Μιλά για τα πνευματικά δικαιώματα. Τίποτα δεν είναι απόλυτα πνευματικά κατοχυρωμένο...:

Πότε θα ξαναμιλήσεις;
Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.
Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη
ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα.
Όπως τα πεύκα
κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί
το ίδιο τα λόγια
φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί.

(«Επί σκηνής», ΣΤ΄, 1-10. Τρία κρυφά ποιήματα, 1966)



Ο Σεφέρης μέσα από τις λέξεις και τις ρίμες του μίλησε για το φως, το χάραμα, το ηλιοστάσι, τα ονείρατα των ανθρώπων, τα ονείρατα των ανθρώπων που είναι μόνοι...:

Την ώρα που τα ονείρατα αληθεύουν
στο γλυκοχάραμα της μέρας
είδα τα χείλια που άνοιγαν
φύλλο το φύλλο

Έλαμπε ένα λιγνό δρεπάνι στον ουρανό.
Φοβήθηκα μην τα θερίσει.

("Θεριό Ηλιοστάσι" Ι')



Ιδού και το δρεπάνι...





Ο Σεφέρης μίλησε για τη σχέση γυναίκας και αστεριών, για τις γυναίκες-αστέρια, για τα αστέρια που έχουν γυναίκεια μορφή...:

Γυμνή γυναίκα
το ρόδι που έσπασε ήταν
γεμάτο αστέρια.

(Γιώργος Σεφέρης, Τετράδιο Γυμνασμάτων, χάικου)



Ο Σεφέρης μίλησε και για τις προσδοκίες που γεννούν τα άστρα, για τους δρόμους που ανοίγουν μπροστά μας, για τους δρόμους προς τα επουράνια...:

Στάσου διαβάτη μπροστά στην ήσυχη λίμνη
η σγουρή θάλασσα και τα βασανισμένα καράβια
οι δρόμοι που τυλίγαν βουνά και γεννούσαν άστρα
όλα τελειώνουν εδώ στην πλατιά επιφάνεια.

Τώρα μπορείς να κοιτάξεις με γαλήνη
τους κύκνους
δες τους,
είναι κατάσπροι σαν τον ύπνο της νύχτας

χωρίς να αγγίξουν πουθενά
γλιστρούν σε ένα λιγνό λεπίδι

που τους υψώνει ελάχιστα πάνω απο τα νερά.
Σου μοιάζουν ξένε, τα ήσυχα φτερά
και τα καταλαβαίνεις
ενώ σε κοιτάζουν
μαρμαρωμένα τα μάτια των λιονταριών

και το φύλλο του δέντρου μένει άγραφο
στα επουράνια
και το κοντύλι
τρύπησε τον τοίχο της φυλακής.


(Η απόφαση της λησμονιάς)



Ο Σεφέρης μίλησε για τα πραγματικά τα όνειρα, αυτά που γίνονται μόνο όταν ξαγρυπνήσεις...:

Κοιμούμαι και η καρδιά μου ξαγρυπνά,
κοιτάζει τ' άστρα στον ουρανό και το δοιάκι
και πώς ανθοβολά το νερό στο τιμόνι.


(Γιώργος Σεφέρης, Ημερολόγιο καταστρώματος Γ')



Τέλος ο Σεφέρης μίλησε για το χορό και τη δικαιοσύνη...:

Όταν το φως χορεύει
μιλούμε δίκαια.



Τι να πεις για το χορό, για το φως, για τα αστέρια, για το Σεφέρη... Τα ποίηματα του Σεφέρη, χορεύουν τόσο φωτεινά, αγκαλιά με τα αστέρια... Μόνο αυτό, μπορείς να πεις!







Ωδή στους κλεμμένους αρθρογράφους...



Σε αυτό το σημείο, με αφορμή την προηγούμενη ανάρτηση, οφείλω μια εξήγηση. Πολλάκις έχω αναδημοσιεύσει σε αυτό το ιστολόγιο, αποσπάσματα από βιβλία, άρθρα, ρήσεις, χωρίς να έχω ζητήσει ή λάβει επίσημα την άδεια των ανθρώπων που τους ανήκουν ή των εκδοτών που τα επιμελήθηκαν.

Δεν ντρέπομαι για αυτό, αλλά δεν το κάνω κιόλας από καμιά μανία να το παίξω επαναστάτης και να εναντιωθώ στους νόμους περί πνευματικών δικαιωμάτων. Σέβομαι το δικαίωμα του καθενός δημιουργού να διαχειρίζεται όπως θέλει τις σκέψεις του. Όμως έχω μια αντίρρηση επ' αυτού: δεν μπορείς να κλειδώσεις τις σκέψεις, δεν μπορείς να τις εμποδίσεις να μοιραστούν ανάμεσα στους ανθρώπους και να πετάξουν σαν πολύχρωμες πεταλούδες... και που ξέρεις, ίσως -στηριζόμενοι στην θεωρία του χάους- κάπου στην άλλη άκρη της Γης να προκαλέσουν κάποια θύελλα σε κάποια ανυποψίαστη ψυχή!

Δεν μπορώ κάτι που μου κινεί το ενδιαφέρον, να μην το αναρτήσω και (με αυτόν τον τρόπο) μοιραστώ σε αυτήν την φτωχή και παγερά αδιάφορη -ίσως για τους περισσότερους- διαδικτυακή γωνιά του πλανήτη. Αυτός, είναι ίσως και ο λόγος ύπαρξης του συγκεκριμένου ιστολογίου. Αν δεν έχω κάτι άλλο να μοιραστώ μαζί σας, τότε θα πάψει να υπάρχει και θα σβήσει.

Σκεπτόμενος σαν άλλος Προμηθέας, αψηφώντας τους νόμους των Θεών, θεωρώ ότι κάτι που θεωρούμε ότι μπορεί να λάμψει σαν φως ανάμεσα στο σκότος των ανθρώπων και να κάψει σαν φλόγα τις κακές μας συνήθειες, όχι μόνο καλό θα ήταν να το το μοιραζόμαστε -αναφερόμενοι πάντα στην πηγή του- αλλά το οφείλουμε κιόλας στους συνανθρώπους μας...




Πάντα έχω στο νου μου μια ρήση του Δημήτρη Αποστολάκη, από τους Χαΐνηδες, σχετική με το αν τον ενοχλεί η πειρατεία στη μουσική και συνεπώς η κλοπή πνευματικών δικαιωμάτων: η πειρατεία είναι για τις εταιρείες, η μουσική είναι για τους ανθρώπους...

Ποιος ο πραγματικός κλέφτης; Ποιος ο νικητής και ποιος ο νικημένος; Ποιος χάνει και ποιος κερδίζει από αυτήν τη "διαφυγή" σκέψεων...;


"Ωδή στους νικημένους"
Στίχοι, Μουσική: Δημήτρης Αποστολάκης
Ερμηνεία: Χαΐνηδες





Την παλιά την ιστορία μέχρι και το χτες
γράψανε οι νικητές
μα ήταν καταδικασμένοι
να 'ναι πρωταγωνιστές
της ζωής οι νικημένοι.

Γεια σας, γεια σας, νικημένοι
τ' όνειρό σας δεν πεθαίνει
είναι μέσα στην καρδιά μας
σαν τ' αγέννητα παιδιά μας.

Μες στης λησμονιάς τη λίμνη δίπλα στις ακτές
πέταξαν οι δικαστές
τη ζωή μας την κλεμμένη
και τη θάψαν πειρατές
με σημαία ματωμένη.

Γέλασε, γλυκό μου ταίρι, μόνο εσύ δε φταις
δεν υπάρχουν νικητές
δεν υπάρχουν νικημένοι
είπανε οι ποιητές
μόνο η αγάπη μένει.



(α, ρε μαντολινάκι πώς σκορπάς έτσι των δακρύων σου τη λάβα;)



Το σχεδόν φιλί...


Μια μικρή ιστορία, που απασχολεί συχνά εμάς τους μικρούς ιατρούς...

Μια μικρή ιστορία όμως, που καταπιάνεται με θέματα μεγάλα... Με θέματα που ίσως σταμάτησαν να καταπιάνονται οι μεγάλοι ιατροί...


In the darkened room, gray shadows fell across Mrs. R’s face,
and she wearily glanced up at me. I gently stroked her hand,
but she did not seem to notice. I felt an urge to give her a gentle
kiss on the cheek. It seemed the only way to restore part of what
she had irreparably lost.

In general, I do not think kissing patients is on the top 10 list
of items we teach our students. I recall during my medical school
days observing a hale, hearty gastroenterologist lifting up his
little constipated patient and planting kisses on her cheek, under
the approving eye of her crooning parents. Once I moved out
of the realm of pediatrics and into the adult world of infectious
diseases, kisses were banished forever. In the era of resistant
bacteria, hugs were pretty much out, too. But, perhaps, there are
exceptions. I like Mrs. R.

Mrs. R was one of my primary care patients. She was well
into her 80s when I first met her: still a handsome woman
with a distinctive profile, a strong chin, and a peculiar dignity,
fiercely independent in her ladylike manner. She was a petite
woman, always slender but in her later years had become quite
frail. She had been widowed years ago and had no children. She
did have a nephew who lived over in the next state, an internist
who took as good care of her as he could from miles
and miles away.

Mrs. R began to have episodes of acute shortness of
breath and landed in the hospital, where she was subsequently
diagnosed with angina. Of course, she was offered a cardiac
catheterization.

Mrs. R would have none of that. She knew perfectly well
what she wanted: she had lived a good full life and was not
interested in spending more time in the hospital. She repeated,
clearly and unequivocally, that she was not going for any invasive
tests. If it was her time to go to the great beyond, so be it. She
carefully had her health care proxy and advance directives
legalized and notarized, and was confident that her wishes had
been made clear. I agreed that her approach was reasonable. On
this hospitalization, I duly wrote the ‘‘Do Not Resuscitate’’
(DNR) order in the chart and looked to discharge her.
We tried to set her up with a home health aide. She reluctantly
agreed, then, as soon as she met the said person, promptly
threw her out in her firm, yet genteel manner. She decided that
she would continue to live her life strictly on her own terms, with
no outside interference from anyone. I discussed the situation
with her nephew.

‘‘She threw the last two aides out of the house, too,’’ he said,
partly in resignation, and perhaps partly in admiration.
Mrs. R certainly did know what she wanted. The question
was if the medical community would allow her to live, and die,
as she wished. In retrospect, the odds were not in her favor. As I am in a
5-physician group, there was only a 20% chance of my being on
call when Mrs. R was admitted. In my group, there are 2 physicians,
including myself, who routinely ask a newly admitted
patient if they have an advance directive. The other 3 usually
do not ask unless the patient is obviously breathing their last.
Although I believe this attitude is shortsighted, I cannot fault
my partners too much because this is a result of our training in
the American system. We were trained to diagnose and cure
disease, and falling short of that makes us feel uncomfortable,
as if we have not done our job. In fact, it was not until my
fellowship that one of my professors told me that our overriding
priority should always be to make the patient feel better. My
professor was clearly in the minority.

And so it is that many physicians avoid addressing the issue
of advance directive. The very term DNR carries with it a very
negative connotation. Nurses not uncommonly recoil and start
speaking in hushed whispers when they hear a patient has been
made DNR as if we are shunning the patient and giving up
on them. The new expression ‘‘Allow Natural Death,’’ which I
fervently hope will gain traction in New Jersey, is more accurate
and more positive in outlook. It implies allowing nature
to take its course rather than the implication that we are not
doing what we are supposed to do.

We physicians as a group often do not know what to do
with patients such as Mrs. R, who prefer a less aggressive approach.
So as not to have blame assigned to them, residents
will routinely write, ‘‘Patient refused cardiac catheterizationI.’’
They put the burden on the patient, implicitly blaming the
patient for not following standard procedure. It should not be
that way. Deciding whether or not to do a potentially harmful
test should be the patient and physician working together toward
a common, mutually understood goal.

As Mrs. R deteriorated, her admissions inevitably became
more frequent. Each time Mrs. R was admitted by one of my
partners, I had to remind my entire group (and more forcibly,
the cardiologist) that she did not want an aggressive workup
and wanted to be ‘‘DNR.’’ It was on her final admission, however,
where the impersonal, unforgiving nature of the medical
system was exposed.

On Mrs. R’s last admission, she came to the emergency
department (ED) early in the evening, breathing 40 times per
minute. She did not respond to furosemide. Her nephew talked
to the ED physician over the telephone and said clearly that
Mrs. R had a living will and did not want to be resuscitated.
At the ED physician’s request, Mrs. R’s nephew faxed the living
will. As her unequivocally stated last wishes were arriving
on the fax machine in the back of the ED, the ED physician,
not bothering to wait for this confirmation of the DNR, intubated
Mrs. R. And that is how Mrs. R became a victim of the
system. Once the machine is set in motion, it is not so easy
to stop.

Unfortunately, the medical machine’s default mode is
always to do more. It does not involve listening carefully to
the patient, and it does not particularly pay heed to the Hippocratic
oath’s directive to ‘‘do no harm.’’ The default mode lacks
intelligence, and, most importantly, it lacks common sense. I regret to say I was not on call that night. If I had been, I would like to say I would have driven back to the hospital, put her on
a morphine drip, and had her extubated. She would have passed
away peacefully in the night.

However, this was not to be her fate. She was instead
taken upstairs and continued to be poked, prodded, and stuck,
half-living and half-dead in the crazy artificial twilight of the
intensive care unit (ICU). After several frightening and demeaning
days on the ventilator, she was finally terminally extubated.
In ICU jargon, however, she ‘‘flew,’’ which in her case meant
she was transferred in very fragile condition to the regular floor,
with precious little chance of making a full recovery.
For a while, she seemed to stabilize, but she never regained
enough strength to even sit up in a chair. During the next few
relatively uneventful days, she felt depressed and frustrated
and felt that she had somehow been violated. Although we
were hopeful that she would rally and get out of the hospital,
she could never truly believe that.

In due course, she was violated even more. On her tenth
day of hospitalization, she was given quinolones for what, in
retrospect, was a worsening of congestive heart failure, and
developed a severe case of Clostridium difficile. She spent an agonizing few days with a distended abdomen, helpless in her bed, as liquid stool ran continuously from her.
Up until that point, her medical care had been by committee,
with my partners often ceding control to a revolving team
of intensivists who had never before met the patient. It was
not my turn to round in the hospital for those fateful days.
Ultimately, I did finally see her in the hospital again. I tried to
make amends as soon as possible.

‘‘Doctor Louie, it’s you,’’ Mrs. R said weakly. ‘‘I’ve been
trying to tell them I don’t want anything more done.’’ She was
appalled at everything that she had been through, and now
this proud woman was embarrassed that her bedclothes were
continually soiled from relentless diarrhea.

The next day, she was worse. Mrs. R lay in the bed
disheveled, unable to eat, unable to get comfortable. I sat at
her bedside with my isolation gown and gloves on, stroking
her hand and talking softly to her. I wanted to comfort her
and to restore her dignity somehow. I wanted to kiss her.
But I did not. Perhaps it was my code of professionalism.
Perhaps it was the contact isolation for the C. difficile.
Or perhaps I did not feel worthy enough after all we had
inflicted upon her.


(Infectious Diseases in Clinical Practice & Volume 19, Number 3, May 2011, The Almost Kiss - εννοείται χωρίς άδεια αναδημοσίευσης...)



Είναι κάτι παππούδια και γιαγιάδια, που έρχονται στο νοσοκομείο και είναι πραγματικά για φίλημα... Θυμάμαι ειδικά ένα φιλί σε μια γιαγιά από την Αλβανία... Τι είναι αυτό το μεγάλο συναίσθημα, που σε συνδέει με τους ανθρώπους αγαπητέ μικρέ ιατρέ μου; Είναι τόσο μεγάλο που μπορεί να παραμείνει μεγάλο όσο εσύ... μεγαλώνεις και γίνεσαι μεγάλος (σε ηλικία και εμπειρία) ιατρός; Ή μήπως η μεγαλοσύνη αυτής της σχέσης είναι αντιστρόφως ανάλογη με την ηλικία σου, δηλαδή όσο εσύ μεγαλώνεις αυτή η μεγάλη σχέση σου με τους ασθενείς μικραίνει και... μακραίνει;


Δυο ακόμη σχόλια για αυτήν την ιστορία πέρα από τον Ατλαντικό:

1. Τα όρια της ανθρώπινης ζωής -η έναρξη και η λήξη του ανθρώπου- πάντα μπέρδευαν και δυσκόλευαν τους ανθρώπους και δη τους ιατρούς. Η αντίληψη της φύσης, τα όριά της και γιατί όχι και τα όργιά της, ανέκαθεν ήταν ένα θέμα πνευματικής διελκυστίνδας.
2. Αγαπητέ Τειρεσία, βλέπουμε ότι ακόμα και οι ξένοι φίλοι μας ιατροί, αυτοί που δημοσιεύουν σε μεγάλα ιατρικά περιοδικά, μιλούν για υπερήλικες που αδυνατούν να ελέγξουν τη εκροή και την κατανομή διαφόρων σωματικών υγρών τους, με αποτέλεσμα να λερώνονται... Κάτι για το οποίο έχω μιλήσει και εγώ σε παλαιότερη ανάρτηση, χωρίς να θέλω να τους θίξω, που εσύ όμως το εξέλαβες ως απέχθεια και αηδία από μέρους μου για αυτούς τους πάσχοντες. Ήρθε η ώρα λοιπόν να σου ξαναπώ ότι το να αναφερόμαστε σε έναν υπερήλικα άρρωστο που είναι λερωμένος και ανακατεμένος με τα δικά του σωματικά υγρά, δεν αφορά έναν υποβιβαστικό τρόπο αντιμετώπισης. Δεν είναι ταμπού -πλέον- να μιλήσουμε για όλα τα θέματα της ανθρώπινης παρουσίας ξεκάθαρα και δεν επηρεάζει τα πραγματικά μου αισθήματα για αυτούς τους αρρώστους.



Αγάπη για την τέχνη και τους τεχνίτες



Τι σου είναι η τέχνη...; Τι συναισθήματα φέρει και σκορπά...; Τι συγκίνηση...; Τι κώδικες επικοινωνίας αποκαλύπτει...; Τι ένταση...; Τι τράνταγμα βαθειά στα φυλλοκάρδια...; Τυχερός όποιος μιλά μέσα από την τέχνη.

"Je t' aime"
by Lara Fabian - Live






Who belongs to whom?


Τραγούδι ερωτικό με το οποίο έχω κολλήσει τις τελευταίες μέρες και έρχεται να μου εξηγήσει το ποιος ανήκει σε ποιον τελικά...:


"I belong to you"
Eros Ramazotti & Anastacia





Μια συν-αναζήτηση!



Τελευταία, όλο και λιγότερα βιβλία με μεθούν και με συγκλονίζουν… Όχι, βέβαια γιατί έπαψαν να βγαίνουν ή γιατί δεν υπάρχουν βιβλία που μεθούν και συγκλονίζουν. Αλλά γιατί διαβά-ζω λιγότερο. Για καλή μου τύχη όμως, αυτά που προλαβαίνω να διαβάσω (κάπου μεταξύ τουαλέτας και φαγητού… άλλος χρόνος δεν υπάρχει!), είναι τόσο καθαρτικά (σαν να βγήκα μόλις απ'την τουαλέτα όπως έλεγα...) για το μανιασμένο μου πνεύμα, που με κάνουν ακόμα να απολαμβάνω ηδονιστικά αυτήν την πανάρχαια ενασχόληση: το διάβασμα!

Πρόσφατα, έπεσε στα χέρια μου ένα υπέροχο βιβλίο, που στην ουσία αποτελεί καταγραφή μιας συνομιλίας μεταξύ δυο μεγάλων επιστημόνων. Οι συνομιλητές είναι ο Δημήτρης Νανόπουλος και ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης και ο τίτλος του βιβλίου «Από την κοσμογονία στην γλωσσογονία. Μία συν-ζήτηση» (εκδ. Καστανιώτη, 2010). Δεν θα πω πολλά για τους συνομιλητές, θα τους αφήσω να μιλήσουν μόνοι τους, σταχυολογώντας κάποια αποσπάσματα της συζήτησης, χωρίς να πάρω την άδεια από τον εκδότη τους αν το επιτρέπει αυτό. Χωρίς λοιπόν άδεια αναδημοσίευσης, χαρείτε τους:

«ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ: […] κατακλυζόμαστε από όγκους πληροφοριών. Οι οποίοι όγκοι αδυνατίζουν την χρήσιμη πληροφορία. Αυτό είναι πολύ ουσιαστικής σημασίας. Είναι ένα τεράστιο θέμα.
ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: Χαίρομαι που βάζεις αυτή τη διάσταση να την συζητήσουμε. Δεν είναι μόνο αυτό που λέγαμε, το horror mathematicus, αλλά υπάρχει και το horror informaticus τώρα! Έρχεται ο Μπαμπινιώτης, μου λέει αυτά. Έρχεται ο Νανόπουλος, μου λέει αυτά. Χρειάζεται επεξεργασία και αξιολόγηση της πληροφορίας, γιατί ο τεράστιος όγκος των πληροφοριών, οι οποίες μας βομβαρδίζουν, δημιουργεί ένα είδος απέχθειας. Διότι κάτι που δεν καταλαβαίνεις το φοβάσαι. Και σε λίγο το πολεμάς κιόλας.»

«ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ: […] Και προχωρώ ένα βήμα πιο πέρα, να πω ότι υπάρχει μια πανάρχαια ρίζα στην ελληνική γλώσσα, που εκφράζει ευθύβολα αυτό που πάμε να πούμε. Είναι η ρίζα ‘αρ-’ , που υπάρχει στο ‘αρμονία’, στο ‘αρμός’, στο ‘αρμόζω’, στην ‘άρθρωση’. Όλα αυτά σημαίνουν μια ‘σύζευξη αρμονική’, αυτή που πρέπει να υπάρχει στον άνθρωπο για να μπορείς να μιλάς για πληρότητα. Με άλλα λόγια, η αμφίπλευρη αυτή καλλιέργεια στην οποία αναφερόμαστε είναι ο δρόμος για ν’ αποκτήσεις μια εσωτερική αρμονία, δηλαδή ένα συνταίριασμα, έναν συγκερασμό, μια σύνθεση στοιχείων που, όπως ξέρουμε, μπορεί να ξεκινούν ως διαφορετικά στοιχεία, αλλά τελικά γίνεται η μεγάλη ενοποίηση που δίνει το Ένα. Αυτό, λοιπόν, δεν αφορά μόνο το κομμάτι της γνώσης αυτή ή εκείνης, αλλά έχει να κάνει και με τις ευαισθησίες, οι οποίες συνθέτουν την αρμονική λειτουργία της ψυχής και του νου του ανθρώπου. Έτσι λοιπόν, κάτι μας λείπει, όταν μέσα στη γνώση, την επιστήμη, την εξειδίκευση δεν έχουμε και το ‘άλας’, το οποίο είναι σημαντικό, διότι αυτό συνθέτει την αρμονία. Ίσως ακούγεται απλοϊκό ότι ο μεγάλος φυσικός χρειάζεται τις τέχνες. Αλλά εγώ θα θυμηθώ αυτή τη στιγμή τον Werner Heisenberg, ο οποίος έλεγε ότι η πιο σημαντική πνευματική θητεία του υπήρξε η επαφή του με την αρχαία ελληνική γλώσσα, διότι σ’ αυτήν οι λέξεις παραπέμπουν στις πρώτες έννοιες.
ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: […] γιατί ήθελα να πω προηγουμένως ότι η τέχνη και η φιλοσοφία ή η ευχαρίστησή μου όταν καταλαβαίνω καλύτερα τη γλώσσα και τις διάφορες έννοιες δεν με βοηθούν να λύσω πιο εύκολα μια μαθηματική εξίσωση. Με βοηθούν όμως να επιλέξω το θέμα με το οποίο θ’ ασχοληθώ. Αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί καλός επιστήμονας δεν είναι αυτός που, όταν του δώσεις ένα θέμα, θα το λύσει πιο γρήγορα. Αν μου δώσεις ένα θέμα τώρα και με τα κομπιούτερ, θα το λύσω. Το πρόβλημα είναι να βρεις ποιο είναι το θέμα. Εκεί φαίνεται όλη σου η προσωπικότητα.
ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ: Πάρα πολύ ωραία και ουσιαστική παρατήρηση! Κι έχει σημασία ότι προέρχεται από τον δικό σου χώρο, όπου συχνά η λύση θεωρείται το παν. Ωστόσο, σωστά επισημαίνεις ότι το θέμα δεν είναι να λύσεις το πρόβλημα. Το θέμα είναι ποιο πρόβλημα θα θέσεις και θα θελήσεις να λύσεις. Θα σου φέρω όμως, και ένα παράδειγμα από την ποίηση. Ο Ελύτης λέει ότι η ποίηση σ’ ένα πρώτο επίπεδο λύνει προβλήματα, σ’ ένα υψηλότερο επίπεδο θέτει προβλήματα. Αν ισχύει αυτό για την ποίηση, ότι δηλαδή θέτει προβλήματα, το ζήτημα είναι και στη ζωή και στην επιστήμη κι αλλού τι ακριβώς θα θέσεις ως πρόβλημα. Κι αυτό είναι ουσία ζωής: τι πρόβλημα θέτεις, τι αξιολογείς ως πρόβλημα.»

«ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: […] Αν κοιτάξεις τώρα στους γαλαξίες -έχουμε εκατό δισεκατομμύρια γαλαξίες, κάθε γαλαξίας εκατό δισεκατομμύρια άστρα-, θα δεις πόση αρμονία υπάρχει εκεί πέρα. Να δεις σπειροειδείς γαλαξίες! Ακόμη και τις φωτογραφίες που δείχνω στις ομιλίες μου, παρόλο που τις έχω δει πολλές φορές τις χαζεύω κι εγώ ο ίδιος. Υψηλή τέχνη.
ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ: Έτσι ωραία που μου έδωσες και κατάλαβα τι είναι και πού πραγματικά βρίσκεται η τελειότητα της αρμονίας, θα σου πω κι εγώ ότι ήρθε μια γλώσσα από ανθρώπους που είχαν το χάρισμα να σκέφτονται δημιουργικά, εννοώ τους Έλληνες, να εκφράσει αυτή την αρμονία με τη λέξη ‘κόσμος’. Κόσμος, στην Ελληνική, αρχικά σημαίνει ‘τάξις’. Και είναι αντίθετο του χάους. Είδαν λοιπόν οι Έλληνες τον κόσμο ως τάξη, όπου το ‘τάξις’ είναι ότι ‘βάζω κάτι κοντά στο άλλο, έτσι ώστε ν’ αρμόζει, να εφαρμόζει, να συνδέεται αρμονικά’. Αυτή είναι η αρμονία. Διότι το ‘αρ-’ που είπα βρίσκεται και στο ‘αραρίσκω’ και στο ‘αρμόζω’ και στο ‘συναρμόζω’ και στο ’εφαρμόζω’. Προέρχονται όλα από την ίδια ρίζα. Ο κόσμος είναι η τάξις έναντι του χάους και η τάξις έχει εξαιρετική σημασία και ως αισθητική κατηγορία. Δήλωνε το ωραίο, το στολίδι. Η λέξη ‘κόσμος’ λοιπόν έγινε το κόσμημα, το στολίδι. Και οι Ρωμαίοι πήραν το ‘κόσμος’ ακριβώς με αυτή τη σημασία, του στολιδιού, του κοσμήματος, και το είπαν mundus, το οποίο αρχικά σημαίνει στολίδι, κόσμημα. Δηλαδή η έννοια του κόσμου, της τάξεως, της αρμονίας κατέληξε ν’ αποτελεί στολίδι, δηλαδή αισθητική κατηγορία, και ν’ αντιτίθεται προς το χάος, το οποίο, επειδή δεν έχει σχήμα, είναι άσχημο. Ό,τι δεν έχει σχήμα είναι ‘άσχημο’. Πρέπει να έχει μορφή για ένα είναι ‘ευμορφο’, δηλαδή ‘όμορφο’, ενώ, αν δεν έχει σχήμα, είναι άσχημο.»

«ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ: Κι εδώ αξίζει πάλι μια άλλη παρατήρηση: Ξέρουμε ότι ο Αναξαγόρας, ο πρώτος κοσμολόγος, λέει ότι ‘νόος πάντα έγνω, νόος πάντα διεκόσμησε’, που σημαίνει: ‘το μυαλό (του ανθρώπου) γνώρισε τα πάντα, το μυαλό (του ανθρώπου) έβαλε τάξη στα πάντα’. Ήδη, λοιπόν, ο Αναξαγόρας, ενώ κινείται σ’ έναν χώρο που είναι ο κόσμος, για να εξηγήσει τα πάντα έρχεται και λέει: ‘Ναι, αλλά τον κόσμο τον έχω μέσα στο νου μου’. Δηλαδή δίνει ένα προβάδισμα ή μια προϋπόθεση στην κατανόηση του κόσμου μέσω του νου του ανθρώπου. Όλα αυτά που λέμε είναι νους ή, αν το δούμε βιολογικά, εγκέφαλος κλπ. Μήπως πρέπει να το ανοίξουμε λίγο περισσότερο και να πούμε ότι είναι ‘πνεύμα’; Γιατί η έννοια του πνεύματος παντρεύει την έννοια της γνώσης μαζί με άλλα συστατικά, όπως είπαμε προηγουμένως. Δηλαδή είναι μια γενικότερη έννοια η έννοια του πνεύματος. Ξεκινάει από το ‘πνέω’, δηλαδή από το φύσημα, το οποίο είναι η αναπνοή, είναι η ζωή. Το ίδιο και η ‘ψυχή’ του ανθρώπου, είναι από το ‘ψύχω’, που σημαίνει πνέω, φυσάω. Εμένα με εκφράζει πάρα πολύ και στέκομαι με θαυμασμό σ’ αυτό που διαχωρίζει τον άνθρωπο απ’ όλα τα άλλα όντα, δηλαδή στην ύπαρξη του πνεύματος, στην ύπαρξη του νου, του εγκεφάλου. Μ’ αρέσει η λέξη ‘πνεύμα’ γιατί με πάει και στο ‘πνευματικός’, σε πολλά άλλα, το οποίο υπήρξε και σε άλλες γλώσσες με τη λέξη spiritus […]. Έχει και έναν θεολογικό χαρακτήρα ενίοτε, αλλά όχι μόνο. Είναι πολύ ωραίο αυτό που είπες, πως πάνω απ’ όλα έχουμε την αρμονία του σύμπαντος. Και η λέξη ‘σύμπαν’ είναι ωραία (συν+παν). Είναι εκπληκτικό το πώς η γλώσσα με αυτή την έννοια αγκαλιάζει τα πάντα.»

«ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: […] Με άλλα λόγια, η κβαντική φυσική, σε αντιπαράθεση με την αριστοτέλεια λογική, προτείνει μια κατανομή πιθανοτήτων των δυνατών ‘τροχιών’ του σωματιδίου ή γενικότερα των δυνατών καταστάσεων στις οποίες μπορεί ταυτόχρονα να βρεθεί ένα σύστημα, δηλαδή μια ‘επαλληλία’, όπως λέμε, καταστάσεων. Όταν όμως κάνουμε τη μέτρηση, τότε θα βρούμε μια και μόνο μια από τις καταστάσεις με πιθανότητα καθοριζόμενη αυστηρά από τη δυναμική του συστήματος που μελετάμε. Όλα τα πιο πάνω γενικεύονται σε κάποια πολύπλοκα συστήματα που χαρακτηρίζουν τον μικρόκοσμο, ακόμη σύμπαν, που τώρα είναι τεράστιο, αλλά κοντά στην ‘αρχή’ του ήταν μικρότερο από ένα άτομο… Άρα κι εκεί εφαρμόζονται οι κβαντικοί νόμοι και άρα ακόμη και η όλη ύπαρξη του σύμπαντος καθορίζεται από τους νόμους των πιθανοτήτων και του τυχαίου! Πρέπει να τονίσω ξανά ότι οι κβαντικοί φυσικοί νόμοι υπαγορεύουν την εξέλιξη των πιθανοτήτων με , μπορούμε όμως κάθε φορά που κάνουμε ένα πείραμα να προβλέπουμε μια χαρακτηριστική κατανομή πιθανοτήτων, που πάντα επαληθεύεται από το πείραμα! Τα τελευταία χρόνια, υπάρχει μια σχολή, στην οποία έχω κάποια συνεισφορά, που ισχυρίζεται ότι ίσως και ορισμένες λειτουργίες του εγκεφάλου μπορεί να έχουν κβαντική προέλευση. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να εξηγήσει εύκολα την ‘ελευθερία της βούλησης’, χρησιμοποιώντας την κατανομή πιθανοτήτων για τις αντιδράσεις μας σ’ ένα συγκεκριμένο εξωτερικό ερέθισμα. Αλλά είμαι κατηγορηματικός εδώ, τέτοιες θεωρίες είναι ακόμη στα σπάργανα!»

«ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Όλο αυτό που είμαστε, αυτό που κάνω εγώ τώρα, όλο αυτό είναι ένα περίβλημα, όλο μας το ‘είναι’ είναι ο εγκέφαλός μας. Όλο αυτό το πράγμα είναι καθαρά τυχαίο, είμαστε προϊόντα εξέλιξης. Άρα, όλα αυτά τα πράγματα που έχουμε, το πώς είμαστε, οφείλονται καθαρά σε περιβαλλοντικούς λόγους. Επανερχόμαστε, δηλαδή, σ’ αυτά που λέγαμε στην προηγούμενη συζήτησή μας περί κβαντικής φυσικής, η οποία επιδρά πάνω στον εγκέφαλο και μας καθορίζει. Πρόκειται για ένα ενιαίο σύνολο. Γιατί μπορεί να μιλάω και να ενεργώ, αλλά όλες αυτές τις πληροφορίες που παίρνω, τις παίρνω από τον εγκέφαλο. Αυτό που κάνω τώρα, που σε κοιτάω, που μιλάω, οφείλεται σε εντολές που μου έχουν δοθεί. Δεν με ενδιαφέρουν αυτή τη στιγμή τα μηχανιστικά, παραδείγματος χάριν πώς κουνάω τα χείλη μου. Αυτό είναι άλλο. Εγώ λέω τις βασικές εντολές, για τις οποίες μερικοί από εμάς πιστεύουν ότι έχουν σχέση με την κβαντική φυσική…»

«ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: Όλοι το ίδιο πράγμα ψάχνουμε. Προσπαθούμε να καταλάβουμε τι είναι αυτό που μας περιβάλλει, ποια είναι η θέση του, ο καθένας από τη σκοπιά του. Αυτό, αν το συνειδητοποιήσουμε, αν το συνειδητοποιήσει ο κόσμος όλος, τότε θα είναι πολύ καλύτερα τα πράγματα.
ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ: Μιλάς τελείως φιλοσοφικά. Δηλαδή ότι ο καθένας μας πλησιάζει τον κόσμο μέσα από το χώρο του, εσύ κατεξοχήν μέσα από τον χώρο τον φυσικό και την κοσμολογία, ο συνομιλητής σου, εγώ, μέσα από τον κόσμο της γλώσσας που σε πάει στη σκέψη, στην πραγματικότητα, ο μαθηματικός μέσα από κάτι άλλο. Κι όλες οι μορφές είναι μορφές θεώρησης του κόσμου, τελικά. Κι αυτό είναι, στην ουσία, η καλλιέργεια: ν’ αναζητείς τον κόσμο απ΄ όποια πλευρά μπορείς να τον δεις. Η καλλιέργεια είναι το κίνητρο.
ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: Ναι, αυτό είναι το κίνητρο. Κι αν το περάσεις αυτό, θα δεις πως θα υπάρξει και το κίνητρο για δική σου δημιουργία. […] Αλλά πρέπει πρώτα να βρεις αυτό το κίνητρο: να ξεκινήσεις να διαβάζεις ή να ρωτάς.»

«ΜΠΑΜΠΙΝΩΤΗΣ: […] θα σου δώσω ένα ετυμολογικό επιχείρημα: όταν μιλάμε για συναίσθημα, για βιωματική, για ανθρώπινη προσέγγιση, για συγκίνηση, εσύ ως φυσικός μπορείς να λες ότι η ‘συν-κίνηση’ έχει μέσα της το χαρακτηριστικό της ‘κίνησης’ που είναι κατ’ εξοχήν φυσική έννοια. Δεν μπορεί να είναι η συγκίνηση έξω από τη φυσική!»

«ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ: […] Ο Derrida, από την άλλη, έχει πει κάτι άλλο που είναι πολύ σημαντικό για τη συζήτησή μας: Ότι δεν υπάρχει γραφή μηδέν. Τι σημαίνει αυτό; Ότι, κάθε φορά που ξεκινάς για κάτι, έχεις πίσω σου πρότυπα και καταβολές, που στην πραγματικότητα, καθοδηγούν και τη δική σου σκέψη. Δεν υπάρχει ‘παρθενικό κείμενο’. Κάθε κείμενο εξαρτάται απ΄ όλα αυτά, τα διαβάσματά σου, τα ακούσματά σου. Δεν υπάρχει γραφή μηδέν. Είναι πολύ σωστό.»

«ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ: Όλα αυτά γιατί τα λέμε; Γιατί και μέσα από τη συζήτησή μας έχει βγει ότι πρέπει πάση θυσία ν’ αποφύγουμε σε τελική ανάλυση αυτόν τον επιστημονικό κατακερματισμό, που ως επιστημονική αναζήτηση, ως ερευνητική εξειδίκευση έχει και νόημα και είναι θεμιτός. Όμως, η γενική παιδεία έχει να κάνει με ένα νέο παιδί, όχι με τον επιστήμονα του Πανεπιστημίου, και καθορίζει τι πρέπει να ξέρει. Γι’ αυτό πρέπει να υπάρχει αυτή η ώσμωση. Το επόμενο βήμα θα είναι, […] πως η ενότητα ‘θετικέ ς επιστήμες’ μπορεί να συνυπάρξει με την ενότητα ‘ανθρωπιστικές ’ επιστήμες. Αυτό στην εκπαίδευση το λέμε διαθεματικότητα, το να δεις ένα θέμα από διάφορες πλευρές. Δηλαδή παίρνεις το περιβάλλον: πώς είναι στη βιολογία, στη φυσική, πώς είναι όμως και στη λογοτεχνία και πώς είναι στη μουσική και πώς είναι στα εικαστικά.»

«ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: Το αν ο γαλαξίας είναι έτσι και δεν είναι έτσι δεν έχει κάποια συγκεκριμένη πρακτική εφαρμογή. Από ‘κει και πέρα όμως, η εσωτερική γαλήνη που αισθάνεσαι σε αναπαύει ψυχικά. Όπως θες πες το αυτό. Δεν μετριέται με τίποτα.»

«ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ: Αν υπάρχει μια βαθιά και ουσιαστική πρόκληση στην επιστήμη σήμερα σε σχέση με το παρελθόν είναι η αναζήτηση της ‘ενότητας της γνώσης’, η υπέρβαση του κατακερματισμού, της πολυδιάσπασης και της αποσπασματικότητας. Η σύνθεση. Μετά το ‘κυνήγι’ των ελάχιστων συστατικών, μετά την κατάτμηση, μετά την εξαντλητική ανάλυση, η σύνθεση είναι το επόμενο βήμα σε συνδυασμό με την αξιοποίηση των επιτευγμάτων της μέχρι τούδε έρευνας. […] Αυτό που έχει λεχθεί από παλιά, ότι ‘επιστήμη χωριζομένη αρετής πανουργία εστί’, ισχύει κατεξοχήν σήμερα, υπό την έννοια ότι επιστήμη χωρίς αξίες δεν είναι απλώς αδιάφορη ή άχρηστη, μπορεί να γίνει και επικίνδυνη.»