Στης ζωής το άδειο γέμισμα...



Σε έναν μικρό χώρο, γίνεται να χωρέσει όλη σχεδόν η ζωή σου;

Η ζωή σου σαν σε σκηνή θεατρική!

Και φυσικά γίνεται αν:

-ακουστούν δυο μονόλογοι ενός αγαπημένου θεατρικού συγγραφέα, του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ο οποίος έχει σκηνοθετήσει τη ζωή σου,

-για τα όριά μου: για την αρχή και το τέλος και κάπου ανάμεσα να μένει αβοήθητος ο άνθρωπος...,

-σε ένα σπίτι-σταθμό-θεατρική σκηνή,

-όπου κάποτε (1940-1955) έζησε ο αγαπημένος συγγραφέας Μ. Καραγάτσης, όπου και συνέγραψε τη "Μεγάλη Χίμαιρα" -βιβλίο σταθμό της δικής μου ζωής και εσωτερικής αναζήτησης-,

-κάπου στην Κυψέλη, πολύ κοντά στη γειτονιά όπου έμενα, και όπου σίγουρα έχουν μείνει και κομμάτια της δικής μου ύπαρξης...

-με συνοδεία των μισών τουλάχιστον γονιδίων μου, σαν το κομμάτι εκείνο του διχασμένου σου εαυτού που δεν μπορείς πάντα να ελέγξεις, και τα οποία τα βλέπεις να περιδιαβάζουν και αυτά στα μυστικά μονοπάτια της ζωής τους,

-απαντώντας πρόσωπα σαν να τα ξέρω από παλιά, μέσα από χαώδεις τυχαιότητες, υπενθυμίζοντάς μου μια γνωστή συνήθεια της μοίρας που θέλει να με πειράξει, και δεν ξέρω αν πρέπει να την βαφτίσω "μοίρα μου" ή "μοίρα μας"...


Μετά την παράσταση που τη συνιστώ ανεπιφύλαχτα:



Δείτε εδώ και εδώ λεπτομέρειες για την παράσταση αυτή.


Φεύγοντας, πώς γίνεται να ξεπήδησε από το νου μου το κάτωθι αγαπημένο τραγούδι, που κάτι ήθελε να μου υπενθυμίσει, δεν ξέρω...

Ξέρω, όμως, πως κάποιες φορές, νιώθω πως όλα γύρω μου συνδέονται... σαν τα κεφάλαια και τις πράξεις ενός θεατρικού έργου που τώρα παίζεται επί σκηνής... ή σαν τα ξεχωριστά κύματα μιας ατελείωτης θάλασσας που συνδέονται σε ένα ενιαίο "Όλον" και εκεί που δεν πιστεύεις ότι φέρνουν κάτι καινούργιο και ότι απλά επαναλαμβάνονται, συνειδητοποιείς ότι παρά τη φαινομενική τους ομοιότητα, ποτέ ένα κύμα δεν είναι -και δεν πρόκειται να είναι- ίδιο με το επόμενο ή το προηγούμενο κύμα...

Συμπέρασμα: ή είμαι κοντά στην ανακάλυψη κάποιου συμπαντικού μυστικού, όπως η ενοποιημένη θεωρία των δυνάμεων του σύμπαντος, που από χιλιάδων ετών αναζητείται από τον ανθρώπινο νου, ή είμαι κοντά στην ανακάλυψη... της τρέλας μου! Όπως και να έχει, ένιωσα πως μέσα μου, άναψε ένα κερί...



"Κύματα περνούν τα χρόνια μου"
Στίχοι: Γιώτα Βασιλακοπούλου
Μουσική: Κωστής Ζευταδέλλης
Ερμηνεία: Ελένη Πέτα





(αφού διαβάστε όλο τα άνωθεν κείμενο, ξαναδιαβάστε μόνο τα γράμματα σε έντονο μαύρο, δηλαδή σε bold, για να έχετε αφενός μια άμεση απάντηση του αρχικού ερωτήματος σε μια και μόνο πρόταση, μα αφετέρου -και κυρίως- για να σας υπενθυμίσω ότι πολλές φορές η καθημερινότητά μας που καίγεται και λιώνει και χάνεται στα μικροπράγματα, απαιτεί μια δεύτερη ανάγνωση ώστε να βρούμε μέσα της, καλά κρυμμένα νοήματα της ζωής...)




Το σύγχρονο θέατρο


Μια ολιγόωρη βόλτα σήμερα, στο κέντρο της Αθήνας, και δυο πανομοιότυπα περιστατικά μου γέννησαν τεράστια απαισιοδοξία:

Χρειάστηκε να σταθώ δυο φορές σε ουρά, για παραλαβή εισιτηρίων, τη μια για θέατρο και την άλλη για την προβολή ενός ντοκιμαντέρ. Και τις δυο φορές η ουρά ήταν μικρή, 4-5 άτομα πριν από εμένα. Δεν πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα αφού είχα φτάσει και άρχισαν να διαπληκτίζονται στην αρχή της ουράς δυο άνθρωποι (γυναίκα φώναζε σε άντρα τη μια φορά και γυναίκα σε γυναίκα τη δεύτερη φορά) για το ποιος έχει πρώτος σειρά και ποιος έκλεψε τη σειρά του άλλου και ποιος ήταν πριν από τον άλλον εκεί και τα γνωστά ξεκατινιάσματα... 

Η απαισιοδοξία μου, πηγάζει από τη διαπίστωση ότι μας έχουν κλέψει σήμερα σχεδόν τα πάντα από θέμα αξιοπρέπειας και εμείς κοκορευόμαστε για μια θέση σε μια ασήμαντη ουρά έξω από ένα θέατρο (δείγμα πολιτισμού - το θέατρο φυσικά, όχι το ξεκατίνιασμα), λες και διεκδικούμε τη μεγαλύτερη θέση στο σύμπαν... Πόσο λίγοι, ασήμαντοι και αποπροσανατολισμένοι είμαστε, που ενώ μας έχουν κλέψει την ίδια τη ζωή μας, διαπληκτιζόμαστε για τα ψίχουλα...

Διαλύουν τον πολιτισμό μας (ως ανθρωπότητα εννοώ, και όχι ως Έλληνες, γιατί οι σύγχρονοι Έλληνες δεν νομίζω ότι έχουμε να επιδείξουμε πολιτισμό), και εμείς ναρκωμένοι (για να μην πω ναρκομανείς πιο σωστά) φοράμε το ψεύτικο μανδύα του ακόμα πολιτισμένου ανθρώπου που πάει στο θέατρο για να προάγει τον πολιτισμό του και αντί για αυτό βγάζει τον πιο πρωτόγονο εαυτό του... 

Αλήθεια, πόσο γελοίοι είμαστε;! 

Πιο σωστά: πόσο άρρωστοι είμαστε;! 

Αυτή η κατάσταση στη Νευρολογία λέγεται "νοσοαγνωσία", κοινώς, ο πάσχων δεν γνωρίζει την τραγικότητα της πάθησής του. Αυτό, δεν είναι κάτι νέο, αλλά είναι ο πυρήνας των πιο μεγάλων αρχαίων τραγωδιών που συνεχίζουν, ως δείγμα πολιτισμού, να κεντρίζουν τη σκέψη του σύγχρονου ανθρώπου. Και αυτό είναι η ακόμα μεγαλύτερη τραγικότητα: ο άνθρωπος αναλύει τις αρχαίες τραγωδίες παριστάνοντας το πολιτισμένο ον, ενώ αγνοεί τη γενικότερη σύγχρονή του τραγωδία που δεν είναι άλλη από την αδυναμία του να αναλύσει πρώτα τον ίδιο του τον Εαυτό. Έτσι, του μένει να διαδραματίζει καθημερινά πρωταγωνιστικό ρόλο σε ένα θέατρο του παραλόγου. Και μάλιστα του δικού του παραλόγου...

Για αυτό, σπανίζω πλέον να πηγαίνω στο κέντρο της Αθήνας...







Τοποθετεί συνειδητά τον εαυτόν του εις το όλον!



Φίλτατοι, πολυπληθείς αναγνώστες, σήμερον, εορτάζομεν εν συνειδήσει το βροντερόν ΟΧΙ που κάποτε ορθώσαμε στην Ιστορική μας μοίρα, αρνούμενοι να δεχθώμεν τα άλλα έθνη και τις ιμπεριαλιστικές τους προθέσεις...

Αναλογίζομαι διαχρονικά αυτή τη σχέση ατόμου-έθνους και βρίσκω κάποια αποσπάσματα που αποτυπώνουν τη διάθεση και τη συμπεριφορά άλλων εποχών: (τα κάτωθι αποσπάσματα αναπαράγονται από αυτόν τον ιστότοπο του Δημήτρη Καζάκη):

"ο Χ. Γ. Σγουρίτσας, ήδη από το 1925 έγραφε: "Ούται αι απειλαί του ποινικού νόμου, ούτε μυστικοπαθείς θεωρίαι είναι ικαναί να διατηρήσουν εν δίκαιον, το οποίον πεισμόνως ανθίσταται εις τα ηθικάς απαιτήσεις της κοινωνίας. Και όσω μεγάλη κι αν φαίνεται η αρχή του απαραβιάστου του δικαίου, υπάρχει τι μεγαλύτερον αυτής: η σωτηρία της πατρίδος."


"Ο Ρήγας Φεραίος στα Δίκαια του Ανθρώπου ανέφερε στο άρθρο 35: "Οταν η Διοίκησις βιάζη, αθετή, καταφρονή τα δίκαια του λαού και δεν εισακούη τα παράπονά του, το να κάμη τότε ο λαός ή κάθε μέρος του λαού επανάστασιν, να αρπάζη τα άρματα και να τιμωρήση τους τυράννους του, είναι το πλέον ιερόν από όλα τα δίκαιά του και το πλέον απαραίτητον από όλα τα χρέη του."


"Όταν κανένας συντεταγμένος θεσμός δεν λειτουργεί υπέρ του πολίτη, η υπεράσπιση των δικαιωμάτων του, που αναγνωρίζει το Σύνταγμα "επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία."


"έγραφε στην εποχή του ο Δημήτρης Γληνός: "Δεν υπάρχει στιγμή ιερώτερη από τη σημερινή για να βάλουμε κάτω όλοι τις προσωπικές μας φιλοδοξίες, τις προσωπικές μας φιλοτιμίες, τα παρελθόντα μας, τα πάθη μας, τα μίση μας, τα συμφέροντά μας, τις σοφίες μας και τις γνώσεις μας, και να τα υποτάξουμε όλα, μα όλα, στον ένα και μόνο ιερό σκοπό, τη σωτηρία του λαού μας και την απολύτρωσή του από τη σκλαβιά. Όποιος, κρατώντας οποιουσδήποτε προσωπικούς υπολογισμούς, συμφέροντα, μίση, αντιπάθειες, συμπάθειες και φιλοδοξίες και "ιδεολογίες", καταπολεμάει ή υπονομεύει ή ματαιώνει μ' οποιοδήποτε τρόπο την ενότητα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, την ενότητα στους σκοπούς, στην οργάνωση και στην καθοδήγησή του, αυτός οπουδήποτε και να βρίσκεται, οπωσδήποτε και να λέγεται, είναι συνεργάτης των ξένων καταχτητών, θεληματικά ή άθελα, προδότης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα."


Στις αρχές του 20ου αιώνα ο Τζορτζ Μπέρναρ Σο έγραφε: "Ένα υγιές έθνος δεν έχει συνείδηση της εθνικότητάς του, όπως ο υγιής άνθρωπος των οστών του. Αλλά αν σπάσει κανείς την εθνικότητα ενός έθνους, αυτό δεν θα σκεφτεί τίποτα άλλο, εκτός από το να την αποκαταστήσει και πάλι. Δεν θα ακούσει κανένα μεταρρυθμιστή, κανένα φιλόσοφο, κανένα ιεροκήρυκα, έως ότου πραγματοποιηθεί το αίτημα του Εθνικιστή. Δεν θα ασχοληθεί με κανενός είδους επιχείρηση, όσο ζωτικής σημασίας κι αν είναι, εκτός από την επιχείρηση της ενοποίησης και της απελευθέρωσης."




Ο κύριος Καζάκης, όπως και πάρα πολλοί ευπατρίδες που -ειλικρινά πιστεύω ότι- αυτά που λένε τα εννοούν, παροτρύνουν ότι ήρθε η ώρα να διαλέξουμε στρατόπεδο και να κάνουμε την κίνησή μας απέναντι στο καταρρέον σύστημα. Ίσως, όμως λησμονούν ότι το αποτέλεσμα μιας απόφασης είναι το αλγεβρικό προϊόν μιας διαδικασίας εσωτερικής, εν πολλοίς άγνωστης και μυστηριώδους, που βασανίζει πολλές ανθρωπιστικές επιστήμες για τις καταβολές της και την πολυπλοκότητά της. Μια συνοπτική, μα στην καρδιά του προβλήματος, εξήγηση αυτής της διαδικασίας παρατίθεται εδώ στο δεύτερο γράμμα της Καθημερινής, υπό τον τίτλο "Οι εικόνες φρίκης και οι συνειδήσεις" του φίλτατου δάσκαλου και καθηγητή κυρίου Ντεληθέου.

Δεν είναι μόνο το κάλεσμα του κυρίου Καζάκη προς αντίσταση και αλλαγή πλεύσης. Αυτό εξάλλου μας το προτάσσει σαν αίτημα καθημερινά νομίζω η λογική μας και πολύ περισσότερο η εμπειρία μας... Είναι πολύ περισσότερο εκείνη η κρίσιμη μάζα συνανθρώπων μας που -θα τύχει;- να πάρει την ίδια απόφαση ώστε να καταφέρει να αλλάξει το κοινωνικοπολιτικό τοπίο. Και ο κυρίαρχος προβληματισμός είναι ακριβώς πώς η συνείδηση του (καθε)ενός, θα συνταχθεί ώστε να γίνει σταδιακά συνείδηση των πολλών, άρα τελικά, πραγματικότητα όλων. Κάτι τέτοιο δεν είναι ανέφικτο, και αυτό ακριβώς νομίζω οφείλουμε να γιορτάζουμε σήμερα, (για όσους αναρωτιούνται ποια είναι η σημασία της σημερινής ημέρας...), καθώς κάποτε οι παππούδες μας κατόρθωσαν το ακατόρθωτο. Είναι συγκλονιστικό σε φιλοσοφικό μέγεθος το κάτωθι απόσπασμα του Κωνσταντίνου Τσάτσου (αναπαράγω από εδώ):

"Αλλά είναι και κάτι άλλο. Υπάρχει κάτι το οποίον ίσως να ελησμονήσαμεν και ημείς, το οποίον φαίνεται να παρείδον και αρκετοί ξένοι. Όπως εξήγγειλεν ο Έλλην Βασιλεύς «Ο άνθρωπος δεν είναι στέλεχος άβουλον αγέλης». Το πανανθρώπινον τούτο αίτημα εις την Ελλάδα είναι πραγματικότης. Εις την Ιταλίαν είναι όνειρον. Ο Έλλην στρατιώτης είναι και στρατηγός, είναι και αρχηγός του κράτους, είναι ολόκληρη η Ελλάς. Όχι διότι παρακούει ή ορίζει, αλλά διότι έχει αδιάκοπα την εποπτείαν του όλου. Διότι εις πάσαν στιγμήν τοποθετεί συνειδητά τον εαυτόν του εκεί που πρέπει μέσα εις το όλον και τον συσχετίζει με αυτό. Βαδίζει διότι γνωρίζει, και μόνον διότι γνωρίζει, πού πηγαίνει. Έχει ιστορικήν και πολιτικήν συνείδησιν. Δεν είναι «στέλεχος άβουλον αγέλης».




Αυτό ακριβώς το πρόβλημα υπάρχει σήμερα, αγαπητοί πολυπληθείς αναγνώστες: έχει διαρρηχθεί αυτή η σχέση μέρους-όλου που κρύβεται μέσα στη σχέση ατόμου-έθνους. Τι εννοώ: μέσα σε ένα ιμπεριαλιστικότατο παγκοσμιοποιημένο σύστημα ομογενοποιημένης πολτοποίησης (που είναι το ακριβώς αντίθετο της ποίησης και της δημιουργίας), ο άνθρωπος χάνει τη συνείδηση του "μέρους" του, τόσο ως μέρος=τμήμα ενός ολόκληρου οργανισμού, όσο και ως μέρος=τόπος όπου ανήκει. Ποιο ελληνικό έθνος να εννοήσει σήμερα ο Έλληνας και για ποιο να ενδιαφερθεί στην καθημερινότητά του, όταν την ίδια στιγμή, μπορεί να φύγει στο εξωτερικό, όπου τα πράγματα δεν πολυδιαφέρουν για να ικανοποιήσει τα όνειρά του; Καθημερινά βλέπω φίλους και γνωστούς να μαζεύουν τα μπογαλάκια τους και να αναχωρούν για άλλα λιμάνια, επειδή ακριβώς δεν χωρούν σε τούτη τη χώρα... Σε τι διαφέρει "το έθνος μας" από άλλα έθνη σήμερα για έναν νέο; Σε τίποτα! Τι έχει κάνει για μένα τον 33άχρονο το έθνος που να το βλέπω καθημερινά στη ζωή μου, ώστε να νιώθω ότι με συνδέει μαζί του; Μήπως οι υπηρεσίες υγείας ή παιδείας, μήπως οι φοβεροί αυτοκινητόδρομοι, μήπως η δικαιοσύνη και η οικονομική διαφάνεια, μήπως η αξιοκρατία και η ανταμοιβή, μήπως η ξεκάθαρη νομοθεσία; Δεν μιλώ για το ελληνικό έθνος του '40 ή του '21 ή παλαιότερα. Αυτά τα έθνη πέρασαν, πάει έφυγαν από το προσκήνιο και ζουν πλέον μέσα στην Ιστορία και τις εθνικές εορτές. Το πραγματικό έθνος όμως, το ζωντανό έθνος, είναι αυτό που θα το βλέπουμε καθημερινά και θα συνομιλούμε μαζί του.

Αν κάποτε είπαμε "ΟΧΙ" σε άλλα έθνη, σήμερα λέμε "ΟΧΙ" στο ίδιο μας το έθνος και το αρνούμαστε καθημερινά! Σήμερα, φεύγουμε μακρυά του, το καταστρέφουμε εμείς πρώτοι, και δεν μας κοστίζει τίποτα να το αποχωριστούμε και να αναζητήσουμε μια θέση ύπαρξης σε άλλες κοινωνίες που δεν διαφέρουν σχεδόν σε τίποτα από τη δική μας. Άρα, σε ποια κοινωνία ανήκουμε και πώς ορίζεται σήμερα το έθνος; Υπάρχουν έθνη διαφορετικά; Αντέχουν τα έθνη να είναι διαφορετικά;

Ο τρισμέγιστος Ντοστογιέφσκι κάποτε έγραφε: "ο λαός δε θα πάει να πολεμήσει χωρίς να ξέρει το γιατί. Οι μόνοι που θα πάνε να πολεμήσουν, να βάλουν φωτιά και να ληστέψουν, θα ναι μια χούφτα εγκληματίες."

Σήμερα, ο λαός έχει χάσει το νόημά του, την κοινωνική του συνείδηση, την εθνική του ταυτότητα. σήμερα, ο καθένας μας είναι ανώνυμο "στέλεχος άβουλον αγέλης" (εκτός από στέλεχος ανωνύμου εταιρείας) και έκαστος -αναγκαστικά- κοιτά το συμφέρον του, μιας και έχει αποκοπεί από το όλον, αφού πρώτα του στέρησαν μέσα από παγκοσμιοποιητικές πρακτικές, να αντιλαμβάνεται και να ορίζει την ατομικότητα και τη διαφορετικότητά του (δεν χρειάζεται να αναφερθώ για χιλιοστή φορά στο  facebook που προάγει και παγιώνει μια τέτοια κατάσταση).

Συμπέρασμα: άνθρωπος που δεν εννοεί τη διαφορετικότητά του ως άτομο, δεν μπορεί να ενταχθεί σε μια ολότητα ή σε ένα έθνος. Χάνεται η ολότητα και χάνεται το έθνος. Κατ' επέκταση, χάνεται και το άτομο. Εκεί ακριβώς βρισκόμαστε τώρα. 

Για αυτό κανένα πρόσταγμα του κυρίου Καζάκη δεν μπορεί να επιφέρει αποτελέσματα, αν η φόρμουλα του κυρίου Ντεληθέου δεν υλοποιηθεί μέσα σε ένα πλαίσιο κοσμοαντίληψης που περιγράφεται από το προαναφερθέν απόσπασμα του κυρίου Τσάτσου.

Μέχρι τότε, λαοί θα αναζητούν πατρίδες, εκδιωκόμενοι, πνιγόμενοι ή αιωρούμενοι, μέσα σε ή έξω από ψευδοεθνοτικά πλαίσια.

Μέχρι τότε, ακόμα και αν κάποιος δεχθεί το κάλεσμα και πάει για μάχη, θα νιώσει όπως αυτός ο 20χρονος νέος που έχει αποθανατιστεί σε αυτό το απαράμιλλης φόρτισης παραδοσιακό τραγούδι, που περικλύει επακριβώς μέσα σε λίγες νότες και λίγους στίχους, όλα αυτά που προσπάθησα παραπάνω να σας εκφράσω (αυτή είναι η δύναμη της μουσικής: τα συμπυκνώνει όλα σε ελάχιστο χρόνο):



"Ένα παλικάρι 20 χρονών"
Παραδοσιακό
Ερμηνεία: Νίκος Στρατάκης



Όταν το σώμα τραγουδάει



Το σώμα μας, μιλάει. Το ακούτε;

Αφήστε το να πει αυτά που νιώθει. Γιατί είναι το μόνο που νιώθει πραγματικά.

Δώστε του ευκαιρία να κινηθεί, να αγγίξει και να χαϊδέψει, να ακουστεί, να εκφραστεί.

Όπως, ευκαιρία του δίνουν αυτά τα παιδιά που ξεκινούν ένα όνειρό τους στη καρδιά της Αθήνας.

Το σώμα είναι το μόνο που αποτυπώνει (και έτσι προδίδει), το πέρασμα του χρόνου, όσο και αν το πορτραίτο μας καθημερινά στον καθρέπτη, (όπως εκείνο του Ντόριαν Γκρέυ), τρέφει την ψευδαίσθηση της απόδρασης από τα δόντια του.

Αφεθείτε λοιπόν στη γαλήνη μιας νυχτιάς, όπου το σώμα μπορεί, γυμνό, καθαρό, ολόκληρο, να ζήσει και να ανασάνει. Πόσο ωραία το περιγράφει ο ποιητής και το αποδίδει ο μελωδός;


"Την αφρούρητη νυχτιά"
Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Ηλίας Ανδριόπουλος
Ερμηνεία: Άλκηστις Πρωτοψάλτη



Την αφρούρητη νυχτιά πήρανε θύμησες 
 μαβιές, κόκκινες, κίτρινες. 
Τ’ ανοιχτά μπράτσα της γεμίσανε ύπνο, 
 τα ξεκούραστα μαλλιά της άνεμο, 
 τα μάτια της σιωπή...


Ο Άνθρωπος μπορεί, ο Υπολογιστής υλοποιεί.



Ο Άνθρωπος πιστεύω ότι πραγματικά μπορεί.
Και πρέπει να του δίνουμε την ευκαιρία να το πιστεύει και να το υλοποιεί.
Έτσι, συνδυάζεται πίστις και ύλη, τεχνολογία και ιδεολογία, ήθος και πράξη.

Αυτά αρκούν.



"Ο Άνθρωπος μπορεί"
Στίχοι, Μουσική: Σπύρος Παρασκευάκος
Ερμηνεία: Ζαχαρίας Καρούνης, Πολυξένη Καράκογλου





Ανθρωπολογία του Υλικού Πολιτισμού;


Ένα πολύ ενδιαφέρον μάθημα στο τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Παν/μίου Αιγαίου, ήταν η "Ανθρωπολογία του Υλικού Πολιτισμού". 

Το μάθημα μας εισήγαγε στον τρόπο που οι άνθρωποι ανά τον κόσμο και ανά τους αιώνες, μετέτρεπαν τις υλικές τους ανάγκες τους σε πολιτισμό. Δεν ήταν δηλαδή, μόνο η αναγνώριση των καθημερινών αναγκών τους και η προσπάθεια κάλυψής τους, μα ήταν περισσότερο απ' όλα, ο τρόπος που προσπαθούσαν να τις καλύψουν. Αυτός ο τρόπος γέννησε τους κατά τόπους πολιτισμούς με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, αντικατοπτρίζοντας αφενός την ιδιαίτερη αντίληψη και προσέγγιση εκάστου λαού για τις ανάγκες του και αφετέρου τον ιδιαίτερο τρόπο κάλυψής τους.

Κάποτε λοιπόν, υπήρχαν ανάγκες, όπως για παράδειγμα η ανάγκη για ένδυση, συνεπεία της συνειδητοποίησης της γύμνιας του σώματος, η οποία γεννούσε το αίσθημα της ντροπής που με τη σειρά της έδωσε το ερέθισμα για να ξεκινήσει όλη αυτή η μακραίωνη ιστορία της ενδυματολογίας, της μόδας, κλπ κλπ...

Σήμερα, όμως, διαπιστώνω ότι αυτή η συνειδητοποίηση της γύμνιας του σώματος, μάλλον δεν οδηγεί σε ντροπή, αλλά σε τιμή και καμάρι, αντιστρέφοντας τους όρους, μπερδεύοντας τις ανάγκες, οριοθετώντας νέους ορίζοντες, δίνοντας έμφαση στο σώμα της γύμνιας και όχι στη γύμνια του σώματος...

Κάποτε επίσης, είχε σημασία η ύλη, ως εκείνο το αναπόφευκτο περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούσαν οι άνθρωποι και από το οποίο αντλούσαν ερεθίσματα για να τα ερμηνεύσουν μέσα από βιωματικές διαδικασίες, χρησιμοποιώντας ως βασικά εργαλεία τις πέντε αισθήσεις τους. Όλες οι αισθήσεις μαζί, σε αγαστή εναρμόνιση, στερέωναν το πνεύμα, το οποίο ολοκλήρωνε στη σφαίρα του συνειδητού, την αντίληψη εαυτού και περιβάλλοντος, θέτοντας κάθε φορά και σε έκαστο πλαίσιο (φυσικό, βιολογικό, κοινωνικό, πολιτικό) τις ιδιαίτερες και ξεχωριστές ανά πολιτισμό, σχέσεις και όρια αυτών των δυο εννοιών μεταξύ τους. Άρα, το υλικό φυσικό περιβάλλον έδινε τα ερεθίσματα, τα οποία γίνονταν αντιληπτά μέσω των βιωματικών αισθήσεων, για να δημιουργήσουν στο επίπεδο του πνεύματος μια ιδιαίτερη σφαίρα αίσθησης της ύλης και των ορίων της, ερμηνεύοντας με αυτόν τον τρόπο διαχρονικά ο Άνθρωπος, το υλικό φυσικό περιβάλλον. Και αυτή η κυκλική διαδρομή (ύλη-φύση-αισθήσεις-πνεύμα-ορισμός ύλης-ορισμός φύσης, και εκ νέου αντίληψή του), ολοκληρωνόταν και επαναλαμβανόταν σε μια σπειροειδή διαδικασία στο ρου της Ιστορίας.

Σήμερα, όμως, διαπιστώνω ότι αυτή η υλιστική προσέγγιση έχει αποκοπεί πλέον από τις αισθήσεις μας. Ζούμε κυρίως μέσα από τις πνευματικές μας διαδικασίες: 

υπάρχουμε μέσα από το προφίλ μας στο φατσοβιβλίο, 

κρινόμαστε και αξιολογούμαστε -δηλαδή αποκτούμε αξία ως υπάρξεις- μέσα από τις υπηρεσίες που προσφέρουμε, (καθότι σαν δυτική κοινωνία ελάχιστοι ανήκουν στον πρωτογενή ή δευτερογενή τομέα παραγωγής, αφού όλοι "παρέχουμε υπηρεσίες"), 

κοινωνούμε τις σχέσεις μας κυρίως μέσα από τα δυαδικά ψηφία του διαδικτύου, 

κινούμαστε συνεχώς σε ένα μονότονο δίπολο του "like" ή "don't like", του "ναι" ή "όχι" (άσχετα αν τελικά αποκτούν μετά από τόση άσκοπη χρήση, την ίδια ουδέτερη σημασία), της "μέρας" ή της "νύχτας", και άντε το πολύ πολύ η δημιουργικότητά μας για να βγει από την ανία της και να νιώσει λίγο ζωντανή και ακόμα ικανή να ερεθίζεται (δηλαδή να αντιλαμβάνεται ερεθίσματα), δημιουργεί μια ενδιάμεση ομάδα σωματικών και βιωματικών ερεθισμάτων, τους "bi" (=μπάι). 

Έτσι, εκεί που κάποτε λέγαμε ότι "στους δυο, τρίτος δεν χωρά", τώρα όχι απλά χωρά, μα γίνεται και σύμβολο επανάστασης, μπορεί μάλιστα να ψηφιστεί και ως δήμαρχος... Και όλα αυτά έχουν γίνει, διότι η κυριαρχία του πνεύματος έχει αφανίσει την έννοια και την αξία της ύλης ως κάτι το πρωταρχικό και την έχει αντικαταστήσει με την υπεραξία της ύλης, ως κάτι το φανταστικό και πρακτικά ανύπαρκτο, κατασκεύασμα του νου, που αναπαράγεται και θηρεύεται μόνο και μόνο για να θρέψει κάτι εξίσου πνευματικό και ανύπαρκτο: την Υπεραξία του Ανθρώπου! Ο Υπεράνθρωπος αυτός λοιπόν, γιγαντώνει τον εγωισμό του, κατασπαράζει την ύλη γύρω του για να θρέψει το πνεύμα του χωρίς να ανταποδώσει τίποτα πίσω στην ύλη. Κατακερματίζει την ύλη, την αποσυνθέτει, την ανασυνθέτει όπως επιθυμεί, για να συνεχίζει να υποστηρίζει ένα τεχνητό σύστημα που συνεχίζει να τον υποστηρίζει (για πόσο ακόμα κανείς δεν ξέρει), ξεχνώντας όμως, ότι αυτή η διαδικασία δεν γίνεται παράλληλα με τις αλλαγές στα αισθητήρια όργανα του σώματός μας, τα οποία αλλάζουν τόσο αργά στο διάβα των αιώνων που πρακτικά μένουν απαράλλαχτα. Και εδώ δημιουργείται η πραγματική τραγωδία των σημερινών καιρών: η ύλη, που παλαιότερα έτρεφε τις αισθήσεις για να δημιουργήσουν πνεύμα, το οποίο με τη σειρά του επέστρεφε στην ίδια τη φύση τα προϊόντα του και αυτή την κυκλική πορεία την ονομάζαμε πολιτισμό, τώρα αυτή η ύλη στέκει να θρέφει ένα τερατόμορφο και αλλοιωμένο πνεύμα που δεν επιστρέφει τίποτα και σε κανέναν, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Έτσι, σπάει αυτός ο ανατροφοδοτούμενος κύκλος δημιουργίας πολιτισμού, διακόπτεται η συνεχής βιωματική ερεθισματοδότηση των αισθήσεών μας, με αποτέλεσμα αυτές να ατροφούν και τελικά όλη αυτή η διαδικασία να επιτελείται μέσα στο εικονικό περιβάλλον του πνεύματός μας. Είμαστε λοιπόν, κυρίως μια πνευματική κοινωνία, που ζει, υπάρχει, λειτουργεί και αυτο- και ετερο-προσδιορίζεται κυρίως μέσα από το πνεύμα του, σημαντικό στήριγμα του οποίου είναι η τεχνολογία, το διαδίκτυο, η τηλεπικοινωνίες, τα κβάντα πληροφορίας... Και κάθε δημιούργημα της κοινωνίας αυτής, στοχεύει στο πώς θα συνεχίσει να αναπαράγει αυτόν τον κατακερματισμένο υλικό κόσμο και στο πώς θα συνεχίσει να υπερτρέφει το αυτοβαυκαλιζόμενο, αυτοβραβευόμενο και μη βιωματικά αντιλαμβανόμενο, πνεύμα της.

Ξεχνά όμως κάτι ο άνθρωπος και η κοινωνία του: τις αισθήσεις και το περιβάλλον.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, έχω την αίσθηση ότι σήμερα, ούτε για υλικό μπορούμε πλέον να μιλήσουμε, ούτε για πολιτισμό. Συνεπώς, ούτε για περιβάλλον!

Το μάθημα στη σχολή συνεπώς, τσάμπα το διαβάσαμε; Μήπως, πρέπει να αναθεωρηθεί;


Υπόθεσις "Χαμόγελο" !


Σήμερα, παγκόσμια ημέρα Χαμόγελου!

Αναρωτιέμαι: αν κάποιες φορές, νιώθουμε ότι η Τύχη δεν μας χαμογελά, τότε... γιατί να μην αρχίσουμε να της χαμογελάμε εμείς;! Αυτό θα ήταν μια υπέρβαση. Και αυτό χρειαζόμαστε σήμερα! Υπερβάσεις και όχι άλλες παραβάσεις...

Έχετε αναρωτηθεί τί κοστίζει ένα μόνο χαμόγελο; Ένα χαμόγελο, σε όλους αυτούς που μας κορνάρουν ή μας βρίζουν στο δρόμο, σε όλους αυτούς που μας σπρώχνουν στις ουρές, σε όλους αυτούς που προσπαθούν να μας κοροϊδέψουν ή να μας κλέψουν στα ρέστα ή που αρνούνται να μας δώσουν απόδειξη παροχής υπηρεσιών; Σε όλους αυτούς που το παίζουν γνώστες και αλάνθαστοι ή κοκορεύονται για τις ικανότητές τους; Ένα χαμόγελο τα σβήνει όλα στη συνείδησή μας και μας αφήνει μια αίσθηση γαλήνης...

Πόσο ωραία έχει αποτυπωθεί αυτή η αίσθηση στο εξαίσιο κάτωθι τραγούδι:



"Όλη η Ζωή είναι υπόθεση Χαμόγελο"
Στίχοι: Σώτια Τσώτου
Μουσική, Ερμηνεία: Κώστας Χατζής



Εξάλλου, το έχει πει και ο Σαίξπηρ:

"Ό,τι θέλεις, θα το πάρεις ευκολότερα με το χαμόγελο παρά με το σπαθί σου"



Qp:Qs



Ξεκινώ με το να δηλώσω ότι αυτή η ανάρτηση είναι ίσως η πιο δύστοκη από όλες μέχρι τώρα. Την κυοφορώ εδώ και αρκετές μέρες, αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο δεν ήθελε να δει το φως της δημοσιότητας. Βγήκε, θα έλεγα, σχεδόν με εμβρυουλκό… 

Δεν είναι κάτι νέο σαν σκέψη, αλλά μέσα από ένα παράδειγμα του τρόπου λειτουργίας της καρδιάς, μορφοποιεί σχηματικά τον τρόπο λειτουργίας της ζωής. Τουλάχιστον της δικής μου. Εξάλλου, τι θα ήταν η ζωή χωρίς την καρδιά μας; 

Εντοπίζω ευθύς το θέμα. 

Η καρδιά μας, όπως ίσως γνωρίζετε, είναι χωρισμένη στα δυο: στη δεξιά καρδιά και την αριστερή καρδιά (μην απορείτε λοιπόν, γιατί στη ζωή πολλά πράγματα είναι διχασμένα, πολωμένα και εν πολλοίς κατηγοριοποιημένα σε «δεξιά» και «αριστερά», σε «ανατολή» και «δύση»…). Οι δυο αυτές καρδιές δεν επικοινωνούν καθόλου σε κανονικές συνθήκες (μην απορείτε λοιπόν, πάλι, που και στις καθημερινές μας συνθήκες «δεξιά» και «αριστερά» δεν επικοινωνούν καθόλου, σαν να τους χωρίζει ένας τοίχος! – είπαμε, ό,τι συμβαίνει στην καρδιά, συμβαίνει και στις ζωές μας). Κάθε μια από τις δυο καρδιές μας, κάνει τη δουλειά της («καθείς εφ’ ο ετάχθη», που λένε), με έναν συντονισμένο ρυθμό, χωρίς κάπου να παρακωλύεται το αίμα ή να λιμνάζει. Με άλλα λόγια, οι δυο καρδιές δουλεύουν με τέτοιον τρόπο ώστε να σπρώχνουν το αίμα με τον ίδιο ρυθμό (έχουν ίδια παροχή, καθώς το καρδιαγγειακό είναι ένα κλειστό κύκλωμα σωλήνων, των αγγείων, όπου το αίμα ρέει συνεχώς, καθώς δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από τον γενικό κανόνα ότι τα πάντα ρει!). 

Έλα όμως, που η λειτουργία της μιας καρδιάς επηρεάζει τη λειτουργία της άλλης τόσο έμμεσα, όσο και άμεσα, μέσα από ελλείμματα των διαχωριστικών ιστών τους (κάτι σαν τρύπες σε έναν τοίχο), με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια παθολογική επικοινωνία. Μέτρο αυτής της επικοινωνίας είναι ο λόγος Qp:Qs, που ουσιαστικά διαιρεί την παροχή αίματος στην πνευμονική κυκλοφορία με αυτήν στη συστηματική κυκλοφορία. Φυσιολογικά, όση παροχή προσφέρει η δεξιά καρδιά, τόση πρέπει να προσφέρει και η αριστερή, ώστε ο λόγος αυτός να ισούται με το 1, διαφορετικά οι δυο παροχές θα διέφεραν και κάποια από τις δυο καρδιές θα δούλευε περισσότερο από ό,τι συνήθως και κάποια λιγότερο. Η εξήγηση οφείλεται ακριβώς σε αυτό το έλλειμμα ιστών ανάμεσα στις δυο καρδιές, που κάνει κάποια ποσότητα αίματος που σπρώχνει η μια καρδιά να λοξοδρομεί αντί να πηγαίνει ορθόδρομα και να πηγαίνει στην άλλη καρδιά (διαμέσου της παθολογικής επικοινωνίας), επιβαρύνοντάς την. Συνεπώς, η μια καρδιά δουλεύει λιγότερο και πιο ανάλαφρα, γιατί έχει δυο εξόδους για να σπρώξει το αίμα της (μια ορθόδρομη και μια παθολογική δια μέσου του ελλείμματος) και η άλλη δουλεύει περισσότερο, καθώς έχει μια επιπλέον είσοδο αίματος να διαχειριστεί (δια μέσου του ελλείμματος) και να το προωθήσει από τις ήδη υπάρχουσες διεξόδους. 

Ίσως μπερδευτήκατε με όλα αυτά τα ιατρικά, αλλά το μηχανιστικό αυτό μοντέλο μου φαίνεται ότι ταιριάζει σε κάποια κατάσταση της ζωής που περιγράφω ευθύς αμέσως: όταν έχουμε να συνταιριάξουμε δυο καταστάσεις, δυο «θέλω», δυο σενάρια στην καθημερινότητά μας, τις περισσότερες φορές επέρχεται μια άνιση σχέση μεταξύ τους, αντί μια ισορροπημένη, με αποτέλεσμα η μια κατάσταση να ζορίζεται, να συμφορίζεται, να δυσφορεί και να αγκομαχάει, και η άλλη κατάσταση να φαίνεται πιο ανάλαφρη και πιο ξεκούραστη. Στη μια περίπτωση υπάρχει ένα κομμάτι της καρδιάς μας και της ζωής μας, του εαυτού μας τελικά, που σηκώνει μεγάλο βάρος, που επιφορτίζεται με έργο δυσανάλογο των προθέσεών μας, των «θέλω» μας. Αυτό το κομμάτι της ψυχής μας λοιπόν, δέχεται το βάρος από ένα άλλο κομμάτι, το οποίο κάθεται και χαλαρώνει, ακολουθεί την εύκολη λύση που προσφέρουν οι τρύπες ενός συστήματος και σπρώχνει την καθημερινότητα και τον καιρό προς την «αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι», άσχετα αν με αυτόν τον τρόπο καταπατάται και εξαντλείται ένα άλλο κομμάτι του εαυτού μας που δεν θέλει να έχει σχέση με όλα αυτά… 

Ίσως πάλι μπερδευτήκατε, οπότε νομίζω πρέπει οι δυο καταστάσεις που περιγράφω να ονοματιστούν ακόμα πιο ξεκάθαρα: η μια κατάσταση, η φαινομενικά χαλαρή, η ευκαιριακά λειτουργούσα, αυτή που υπόκειται στην κυριαρχία των δυνάμεων των καιρών μας, είναι αυτή που ακολουθεί τις επιταγές της σύγχρονης κοινωνίας για μια καριέρα, για μια πετυχημένη δυτικού τύπου ζωή. Η άλλη, είναι αυτή που έρχεται από πολύ μακρινά χρόνια προς τα πίσω, αυτή που είχε μέχρι πρόσφατα βρει μια ισορροπία, που είχε ξεκαθαρίσει τον τρόπο λειτουργίας της και την εσωτερική της δομή, μα που τώρα -στη σύγχρονη εποχή- παραγκωνίζεται από την άλλη ζωή, αυτήν των ταχυφαγείων, των ταχυδρομείων -ηλεκτρονικών ή συμβατικών- και που επιβαρύνεται από τα ελλείμματα και τις δυσρυθμίες της πρώτης. Η μια λοιπόν, χαλαρώνει και μειώνει έτσι την παροχή της (και τις παροχές της) εις βάρος της άλλης, που φορτώνεται με επιπλέον έργο και αναγκάζεται να δουλεύει πολύ περισσότερο και να παράγει πολύ μεγαλύτερη παροχή (και παροχές) για κάποιους άλλους. Ο λόγος λοιπόν Qp:Qs, γίνεται άνισος, ανισόρροπος και η μια καρδιά, δουλεύει παραπάνω ενώ η άλλη αναπαύεται στις δάφνες της. Ο πραγματικός λόγος όμως, που συμβαίνει αυτό, είναι εκείνο το «έλλειμμα» που έχει δημιουργήσει ο τρόπος που ζούμε στη σημερινή κοινωνία, καθώς πρόκειται για ένα έλλειμμα επικοινωνίας. Και χωρίς επικοινωνία, δεν υπάρχει συνεργασία, άρα δεν υπάρχει ισορροπημένη σχέση, οπότε υπάρχει άπλετος χώρος και χρόνος για ανισόρροπες και εξουσιαστικές σχέσεις αλληλεπίδρασης, πάντα εις βάρος της ήρεμης δύναμης… 

Το τελικό αποτέλεσμα το καταλαβαίνετε μόνοι σας: καρδιακή ανεπάρκεια! που στο τέλος θα έρθει και θα συμπαρασύρει και την αρχική εκείνη καρδιά που μέχρι πρότινος εξωθούσε εύκολα, ανέξοδα και ανάλαφρα το αίμα της προς την άλλη καρδιά, υπακούοντας στα ευκαιριακά κελεύσματα των καιρών. Διότι, αν σε ένα ισορροπημένο σύστημα ανατρέψεις το ένα του σκέλος, δεν θα χρειαστεί πολύ για να καταστραφεί και το άλλο. Και αυτό είναι ένα ακόμα «έλλειμμα»: είναι ένα έλλειμμα αντίληψης της κατάστασης στην οποία έχουμε περιέλθει σαν χώρα, σαν σύγχρονη κοινωνία, σαν πλανήτης, καθώς και ένα έλλειμμα του επικείμενου κινδύνου αυτοκαταστροφής… 

Η θεραπεία είναι μια: να κλείσουμε το έλλειμμα ανάμεσα στους δυο χώρους με μπάλωμα… Δυστυχώς όμως, μπαλώματα κάνουν τόσα χρόνια όσοι μας κυβερνάνε, μπαλώματα κάνουμε και εμείς στην καθημερινότητά μας… Μόνο που, κάποιες φορές οι καταστάσεις δεν σηκώνουν πολλά μπαλώματα και ξαναμπαλώματα και το ρούχο δεν αντέχει, σκίζει! Νομίζω, είμαστε σε αυτήν ακριβώς την κατάσταση που μας σκίζουν καθημερινά, χωρίς να υπάρχει επικοινωνία, χωρίς να υπάρχει διάθεση να καλύψουμε τις τρύπες μας και τα κενά μας. Όσο η μισή ζωή μας, μάς σπρώχνει στην χαλαρότητα και στις «ευκολίες παροχής», τόσο η άλλη μισή ζωή μας, θα αναπολεί μια ξεχασμένη ισορροπία που της έκλεψαν και τόσο θα μισεί την άλλη ζωή. 

Έτσι, θα μιλάμε στο τέλος για μια διχασμένη ζωή, για έναν χωρισμένο εαυτό που χώρισε τον κόσμο από λάθος… και θα αρνούμαστε την πραγματικότητα για να διεκδικήσουμε μιαν υποσχόμενη αιωνιότητα μέσα από μιαν διαστρεβλωμένη και ελλειμματική εικονικότητα…



Το δελφίνι και οι δελφίνοι...


Αναρωτιέμαι: υπάρχει τέχνη ή επιστήμη χωρίς λάθη; Πώς ένας νεοσσός θα μάθει την τέχνη ή την επιστήμη του αν όχι μέσα από τα λάθη του; Πώς θα βελτιωθεί αν δεν συνειδητοποιήσει τα στραβοπατήματά του; Έτσι, δεν γίνεται εξάλλου και στην ίδια τη ζωή...;

Μόνο που σε κάποιες τέχνες ή επιστήμες, τα λάθη των νέων στο άθλημα, κοστίζουν. Έλα μου όμως, που δεν γίνεται χωρίς λάθη (και αυτή η διαπίστωση είναι το μόνο σωστό); Θα μου πείτε βέβαια, δεν γίνεται ένας εκπαιδευόμενος πιλότος αεροπλάνων ή ένας αστροναύτης ή ένας καπετάνιος να μάθει τη "δουλειά" την ώρα που κουβαλάει στις πλάτες του ένα ολόκληρο σκάφος-δορυφόρο-πλοίο και θα έχετε απόλυτο δίκαιο. Για αυτό υπάρχουν τα τεστ προσομοίωσης, οι πολλές ώρες (εικονικής) πτήσης ή πλοήγησης πριν δοθεί στον -έτοιμο πια- νέο, η διαπίστευση της ετοιμότητας και της ικανότητας. Για να αποφευχθούν τα λάθη και έτσι οι αθώες ανθρώπινες ζωές, ένας πχ πιλότος έχει αρχικά τριφτεί με τις χιλιάδες ώρες εικονικής πλοήγησης, ενώ αργότερα γίνεται βοηθός πιλότου και έχει δίπλα του έναν πιο έμπειρο πιλότο μέχρι να γίνει και ο ίδιος ο πρώτος πιλότος και να έχει και αυτός με τη σειρά του έναν νεώτερο να του μάθει τη "δουλειά", η οποία αξίζει να σημειωθεί ότι έχει ιεραρχία επειδή ακριβώς έχει να κάνει με ένα μηχανιστικό μοντέλο λειτουργίας: αν πατήσεις ένα κουμπί του αεροπλάνου, 99,9% των περιπτώσεων θα κάνει ένα μόνο πράγμα (το απευκταίο 0,1% δεν θα κάνει τίποτα γιατί θα έχει χαλάσει και τότε θα πρέπει ο έμπειρος πιλότος να βρει τρόπο πατώντας ένα άλλο κουμπί που επίσης κατά 99,9% των περιπτώσεων επιφέρει μια και μοναδική απάντηση, να διορθώσει την πρώτη αστοχία κλπ κλπ).

Προσέξτε τώρα την αντιδιαστολή με τους ιατρούς: ένας νέος ιατρός, εκπαιδευόμενος και εν πολλοίς και ασταμάτητα παιδευόμενος, όχι μόνο δεν έχει ώρες πτήσης σε μια εικονική πραγματικότητα (καθότι πριν βγει στην αγορά εργασίας έχει αγκαλιά μόνο κάτι τόμους παλαιολιθικών βιβλίων), όχι μόνο δεν έχει ακριβώς δίπλα του, τις περισσότερες φορές που του αφήνεται το "τιμόνι", έναν έμπειρο καθοδηγητή (όπως ο νόμος ορίζει και υποχρεώνει), μα του χρεώνεται και ολάκερη η ευθύνη αν τυχόν "ρίξει το καράβι στις ξέρες", συν ότι πρέπει να μάθει να κουμαντάρει ένα όχημα ανα-τρέχοντας (αναλογιστείτε παρακαλώ την εικόνα του β' συνθετικού της λέξεως...), ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο "εγχειρίδιο λειτουργίας", καθώς κάθε μέρα (και κυριολεκτώ) οι οδηγίες προς ναυτιλομένους αλ(α)λάζουν. Να μην μιλήσω για την κακοκαιρία που επικρατεί στα επείγοντα ιατρεία σε συνθήκες γενικής εφημερίας, που δεν βλέπεις και δεν ακούς μπροστά σου μερικές φορές τι γίνεται και αφεντικά και δούλοι... λιώμα γίνονται ούλοι! Συνεπώς, όχι μόνο ένας νέος ειδικευόμενος (κατά το "εκπαιδευόμενος") ιατρός δεν εκπαιδεύεται παρουσία άλλου ειδικού ιατρού, όχι μόνο αναγκάζεται από το ίδιο το σύστημα να πάρει ευθύνες που δεν του αναλογούν, όχι μόνο οι εμπόλεμες συνθήκες εργασίας αντιμάχονται οποιαδήποτε ειρηνική δύναμη εκπαίδευσής του, αλλά και το ίδιο το αντικείμενο (υποκείμενο ορθότερα) της ενασχόλησής του, συνεχώς μεταβάλλεται και δεν υπόκειται εύκολα σε καταστάσεις επαναληψιμότητας, καθώς έκαστος ασθενής μοναδικός εκ κατασκευής... πράγμα που σημαίνει ότι αν πατήσεις ένα συγκεκριμένο κουμπί πάνω του, ο ένας μπορεί να μην νιώσει τίποτα, ο δεύτερος μπορεί να πονέσει και ο τρίτος μπορεί να σε πλακώσει στο ξύλο... Με λίγα λόγια, οι αντιδράσεις εξατομικεύονται, όπως τελικά και η διάγνωση και η ερμηνεία. 

Με τον παραπάνω συλλογισμό δεν θέλω να πω ότι η ιατρική ιδιότητα είναι πιο δύσκολη και πιο επικίνδυνη από άλλα επαγγέλματα, αλλά ότι επειδή ακριβώς οι συνθήκες εκ φύσεως, είναι δυσκολότερες στη μετάδοση της γνώσης (και μην ακούτε όλους εκείνους που λένε ότι το internet αν βάλεις τα συμπτώματα σου βγάζει απευθείας τη διάγνωση, πώς ο μαλάκας ιατρός δεν το βρήκε; - η πραγματική ιατρική τέχνη είναι τόσο απύθμενη και μακρά που ο βίος του ανθρώπου βραχύς και ανίκανος να την προσεγγίσει, ό,τι εργαλεία ή applications και αν χρησιμοποιεί... επικουρικά), διερωτώμαι γιατί το κράτος επιτρέπει να λειτουργεί έτσι το σύστημα εκπαίδευσης των νέων ιατρών προωθώντας την ακαταστασία (για να μην πω το χάος...), όταν έναν αεροπόρο τον περνά από πολλά κόσκινα μέχρι να του επιτρέψει να "πετάξει"; Γιατί, τους νέους ιατρούς τους "πετάει" το σύστημα στον ωκεανό του αδύτου της ανθρώπινης παθοφυσιολογίας και τους ζητάει να κολυμπήσουν σαν δελφίνι, ενώ πρώτα το μόνο που τους έχει μάθει μετά από τόσα χρόνια εκπαίδευσης, είναι να λειτουργούν σαν δελφίνοι;

Μην προσπαθήσετε να απαντήσετε. Δεν θα βρείτε μια πειστική απάντηση. Εγώ πάντως, την ψάχνω εδώ και καιρό...

Επαναστατημένα και Κατεστημένα



Επανάσταση. Μια λέξη με μπόλικο ζουμί. Άλλοτε, και κυρίως, το ζουμί αυτό ήταν αίμα ανθρώπων, άλλοτε πάλι ιδρώτας αυτών που πάσχιζαν να αλλάξουν τα κατεστημένα με ειρηνικό τρόπο και άλλοτε ήταν το απόσταγμα μιας προσπάθειας το αποτέλεσμα της οποίας κανείς δεν το έχει ακόμα βρει.

Ψηλαφώντας τη λέξη ‘επανάσταση’, ανακαλύπτω με έκπληξή μου, ότι διαχρονικά ο άνθρωπος έχει επαναστατήσει τρεις φορές στην Ιστορία του. Τρία είναι εκείνα τα στάδια και τα βήματα, το ένα αναπόφευκτο μετά το άλλο, το ένα να προδικάζει το επόμενο, που έχουν διαμορφωθεί ως σήμερα στο πέρασμα του Ανθρώπου. Αυτά τα βήματα, δεν είναι ξέχωρα από εκείνα τα βήματα αναζήτησης του σωστού δρόμου που ψάχνει διακαώς το ανθρώπινο είδος. Δεν είναι τυχαίο ότι η λέξη ‘επανάσταση’ εμπεριέχει τη λέξη ‘ανάσταση’ (που τόσες θρησκείες υπόσχονται), και αυτή με τη σειρά της τη λέξη ‘ανάταση’, σε μια συνεχόμενη προσπάθεια (όπως η δια βίου εκ-παίδευση ένα πράμα), ο Άνθρωπος να φτάσει ψηλά. Αλήθεια, πού θέλει να φτάσει ο Άνθρωπος; Πόσο ψηλά; Και πού είναι το εκεί ‘ψηλά’; Για αυτό το ‘ψηλά’ έχει επαναστατήσει τρεις φορές.

Ας παρακολουθήσουμε βήμα-βήμα, τα τρία αυτά στάδια:

Το πρώτο στάδιο, είναι όταν ο άνθρωπος προσπάθησε να βγει από τον Σκοταδισμό, από τη Μοιρολατρία, από τη Θεολογία και τη Φαινομενολογία, όταν προσπάθησε να σπάσει το πλαίσιο του Νόμου, είτε θεοκρατικός ήταν αυτός, είτε αυτοκρατορικός, είτε ακόμα και επιστημονοκρατικός, με την έννοια όμως της επιστήμης της πρωτόγονης, δηλαδή του σαμάνου, του μάγου, του ταχυδακτυλουργού και του θαυματοποιού. Εκρήξεις κατά τόπους και περιόδους είχαμε πολλές και σημαντικές στο βάθος των αιώνων. Πιο χαρακτηριστικές που τυχαία σταχυολογώ, αυτές του Σωκράτη, που τον κατηγορούσαν ότι εισήγαγε ‘καινά δαιμόνια’ καταρρίπτοντας την υπάρχουσα θεολογία, του Αρίσταρχου του Σάμιου ο οποίος ήταν πιθανότατα ο πρώτος που μίλησε για ηλιοκεντρικό και όχι γεωκεντρικό (και άρα όχι ανθρωποκεντρικό και ούτε τελικά θεοκρατικό) πλανητικό σύστημα, του Χριστού ο οποίος είπε να αγαπάμε τον πλησίον μας ως εαυτόν και όταν μας χαστουκίζουν από το ένα μάγουλο να γυρίζουμε και να προσφέρουμε και το άλλο, συγκρουόμενος με τον τότε υπάρχοντα Νόμο των Φαρισαίων και λοιπών καθεστωτικών. Το κοινό αυτών και αρκετών άλλων προσωπικοτήτων είναι ότι ήταν αντισυστημικοί. Καλούσαν το ανθρώπινο πνεύμα να βγει από τα δεσμά της σπηλιάς τους όπως αλληγορικά έλεγε ο Πλάτωνας και να δουν με πιο καθαρά μάτια τον γνωστό κόσμο, έξω από τα τείχη που έχτιζε η εξουσία της Θεολογίας, της Νομοκρατίας, της Πολιτκής. Καλούσαν τον κόσμο να σπάσει το στενό πλαίσιο που έπνιγε και συσκότιζε το μυαλό και την αντίληψη. Αυτές οι προσπάθειες όμως ήταν μεμονωμένες και παρά το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα που πρώτο συνειδητοποίησε την κατεύθυνση της πρώτης αυτής επανάστασης, αυτή επήλθε μαζικά και συντονισμένα σαν πλημμύρα, μόνο με τον Διαφωτισμό. Ο Διαφωτισμός ήταν εκείνο το σπάσιμο των αλυσίδων που μπόρεσε να ελευθερώσει το πνεύμα από αγκυλώσεις και στεγανά, από σκοτάδια και μοιρολατρίες. Τι κατάφερε όμως ο Διαφωτισμός με την αποκαθήλωση του Θεού, με την παραβίαση του Νόμου, με το θάνατο του Βασιλιά, με την άρση του Πλαισίου; Φωτίστηκε πραγματικά το πνεύμα του Ανθρώπου; Επήλθε το επιδιωκόμενο;

«Από τη στιγμή που ο άνθρωπος υποβάλλει το Θεό σε ηθική κρίση, τον σκοτώνει μέσα του. Μα ποιο είναι τέλος πάντων το θεμέλιο της ηθικής; Αρνείται το Θεό στο όνομα της δικαιοσύνης, αλλά η ιδέα της δικαιοσύνης νοείται χωρίς την ιδέα του Θεού; Μήπως τότε βρισκόμαστε σε παραλογισμό; Πρόκειται για παραλογισμό που ο Νίτσε αντιμετωπίζει με αποφασιστικότητα. Για να τον ξεπεράσει καλύτερα, τον ωθεί έως τα άκρα: η ηθική είναι η τελευταία όψη του Θεού που πρέπει να καταστρέψουμε προτού ξανακτίσουμε τον κόσμο. Ο Θεός τότε δεν υπάρχει και δεν εγγυάται πια την ύπαρξή μας. Για να υπάρξει, ο άνθρωπος πρέπει να αποφασίσει να δράσει […]. Είναι αδύνατον να ζει κανείς σε μια γη χωρίς νόμο, γιατί ζω προϋποθέτει ακριβώς έναν νόμο. Πώς να ζούμε ελεύθεροι και χωρίς νόμο; Σ’ αυτό το αίνιγμα πρέπει ο άνθρωπος να απαντήσει, γιατί αλλιώς θα πεθάνει. […] Με τον βασιλιά νεκρό, τις αλυσίδες του παλιού δεσποτισμού κομμένες, ο λαός θα μπορέσει να εκφράσει αυτό που, παντού και πάντα, είναι, ήταν και θα είναι η αλήθεια. Συμβολίζει τον χρησμό που πρέπει να συμβουλευτούμε για να μάθουμε τι απαιτεί η αιώνια τάξη του κόσμου. Φωνή λαού, φύσης φωνή (vox populi, vox naturae). Αιώνιες αρχές διέπουν τη συμπεριφορά μας: η Αλήθεια, η Δικαιοσύνη και τέλος, η Λογική. Εκεί, βρίσκεται ο νέος Θεός. Το Υπέρτατο Ον, που πλήθη από νέες κοπέλες έρχονται να λατρέψουν γιορτάζοντας τη Λογική, δεν είναι παρά ο παλιός θεός, εξαϋλωμένος, αποκομμένος ξαφνικά από κάθε δεσμό του με τη γη και διωγμένος, σαν μπαλόνι, στον άδειο ουρανό των μεγάλων αρχών. […] Ο νόμος μπορεί, πράγματι, να βασιλεύει όσο είναι νόμος της συμπαντικής Λογικής. Αυτό όμως δεν συμβαίνει ποτέ και η αιτιολόγηση της ύπαρξης του χάνεται, αν ο άνθρωπος δεν είναι από τη φύση του καλός. Αργά ή γρήγορα, η ιδεολογία συγκρούεται με την ψυχολογία. Τότε δεν υπάρχει πλέον νόμιμη εξουσία. Ο νόμος, λοιπόν, εξελίσσεται μέχρι που ταυτίζεται με τον νομοθέτη και μ’ ένα νέο ‘έτσι θέλω, γιατί αυτό μου αρέσει’. Τότε, προς τα πού να στραφεί; Χάνει τον προσανατολισμό του. Δίχως σαφήνεια, καταντά όλο και πιο αβέβαιος, μέχρι του σημείου να θεωρεί το κάθε τι έγκλημα. Ο νόμος βασιλεύει πάντα, αλλά δεν έχει πλέον καθορισμένα όρια».


Ο Άνθρωπος βγήκε από το σκοτάδι της σπηλιάς, από το Μεσαίωνα της συντριβής του νου, επαναστάτησε, αποτίναξε από πάνω του όλα τα συντρίμμια των παλιών θεών του, των παλιών δεσμών του και βγήκε στο Φως. Τι κατάφερε όμως από αυτήν την πρώτη του επανάσταση; Νομίζω η απάντηση έχει αποκρυσταλλωθεί στο διαφωτιστικό (με την έννοια της επεξήγησης και όχι την έννοια του Διαφωτισμού, διότι ακριβώς αντιτίθεται σε αυτόν) έργο του Γκαίτε «Φάουστ»:

«Το έργο ξεκινά σε μια εποχή που ο άνθρωπος βρίσκεται στο Διαφωτισμό, έχει φύγει από το Μεσαίωνα, είναι η έκρηξη της επιστήμης, της γνώσης και αυτό αντιπροσωπεύει η δυτική σκέψη. Το έργο κάνει αναγωγή στη σύγχρονη ακόρεστη μανία του ανθρώπου να κατακτήσει όσο το δυνατόν περισσότερα πεδία. Πεδία γνώσης, απόλαυσης, ακόμα και ιδιοκτησίας. Ο άνθρωπος είναι ένα ον ανικανοποίητο, ο σκεπτόμενος να πούμε καλύτερα. Ο Φάουστ είναι ένα παράδειγμα ανθρώπου που έχει κατακτήσει τη γνώση την ανθρώπινη και αυτή δεν του αρκεί. Θέλει να προχωρήσει παραπέρα, να κατανοήσει και να κατακτήσει κάτι ακόμα, τη γνώση τη θεϊκή , να ενωθεί με κάτι που θα του αποκαλύψει για ποιο λόγο συμβαίνουν όλα αυτά».

(απόσπασμα από συνέντευξη της Κατερίνας Ευαγγελάτου που ανεβάζει σε λίγες μέρες το έργο «Φάουστ» στο θέατρο Πειραιά)


Ο άνθρωπος, πολύ ωραία επαναστάτησε και βγήκε έξω από τα δεσμά του, προς τον κόσμο το φωτεινό. Και τι έγινε τότε; Τότε, πρωτοαντίκρισε τους άλλους ανθρώπους γύρω του, σχημάτισε την έννοια της Κοινωνίας, μα παράλληλα είδε και την εικόνα του, μέσα από την εικόνα των συνανθρώπων του. Τότε ήταν που άρχισε να θέλει. Εκεί που είχε συνηθίσει απλά να υπακούει και να ακολουθεί άλλους, τώρα άρχισε να επιθυμεί και κυρίως άρχισε να επιθυμεί να τον υπακούουν και να τον ακολουθούν οι άλλοι. Κάπου εκεί λοιπόν, αρχίζει και η δεύτερη μεγάλη επανάστασή του: είναι η επανάσταση απέναντι στους ίδιους τους συνανθρώπους του και την ιδέα της Κοινωνίας.

«Πρέπει η επιθυμία της συνείδησης να απευθύνεται σε κάτι άλλο, διαφορετικό από τη φύση δίχως συνείδηση. Το μόνο πράγμα που ξεχωρίζει απ’ αυτή τη φύση είναι ακριβώς η αυτοσυνείδηση. Πρέπει, λοιπόν, η επιθυμία να στοχεύει σε μιαν άλλη επιθυμία, η αυτοσυνείδηση να ικανοποιείται με μιαν άλλη αυτοσυνείδηση. Με πιο απλά λόγια, ο άνθρωπος δεν είναι άνθρωπος και δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του ως άνθρωπο όσο αρκείται να ζει σαν ζώο. Χρειάζεται να τον αναγνωρίσουν οι άλλοι άνθρωποι. Κάθε συνείδηση είναι, από την αρχή της, επιθυμία ν’ αναγνωριστεί και να χαιρετιστεί ως τέτοια από τις άλλες συνειδήσεις. Οι άλλοι μάς δημιουργούν. Μόνο στην κοινωνία αποκτούμε μιαν ανθρώπινη αξία, ανώτερη από τη ζωική αξία. […] Τότε από το Όλα ή Τίποτα, περνάμε στο Όλοι ή Κανένας. […] Ο αφέντης αυτού του κόσμου μετά την αμφισβήτηση της νομιμότητάς του, πρέπει να ανατραπεί. Ο άνθρωπος πρέπει να πάρει τη θέση του. Μια και ο Θεός και η αθανασία δεν υπάρχουν, επιτρέπεται στον καινούργιο άνθρωπο να γίνει Θεός. Μα τι σημαίνει να είσαι Θεός; Να αναγνωρίζεις ακριβώς πως όλα επιτρέπονται. Να αρνείσαι κάθε άλλο νόμο πέρα απ’ τον δικό σου. Χωρίς να χρειάζεται ν’ αναπτύξουμε τους ενδιάμεσους συλλογισμούς, διαπιστώνουμε έτσι ότι το να γίνεις Θεός σημαίνει ότι δέχεσαι το έγκλημα».

Συμπεραίνουμε λοιπόν, πως το Κοινωνικό Οικοδόμημα, άρχισε να διασπάται μετά τη δεύτερη αυτή επανάσταση. Μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχει βέβαια και η βιοεξουσία (κατά Φουκώ) που ακριβώς ως επακόλουθο την κενή θέση εξουσίας που δημιούργησε η αποκαθήλωση του Θεού με τον Διαφωτισμό, προσπάθησε να την γεμίσει με νέα εξουσία, αυτή τη φορά όχι από τον ίδιο το Δημιουργό, αλλά από το Δημιούργημά του. Εκεί κάπου αρχίζει αυτό το Δημιούργημα να μετατρέπεται σε Τερατούργημα και μαζί και η Κοινωνία του, που άρχισε να γίνεται Κοινωνία Αποσύνθεσης και όχι Σύνθεσης, καθώς έκαστο μέλος της άρχισε να προβάλει τον Εαυτό του πάνω απ’ όλα και σαν αόρατος ακροβάτης να κάνει το νούμερό του μπροστά σε ένα ολοκαίνουργιο τσίρκο Και εδώ, αρχίζει ο μεγάλος παραλογισμός…

Η συνέχεια δεν αργεί να φανεί και τα γεγονότα εξελίσσονται με ραγδαίους ρυθμούς τα τελευταία 200 και ειδικά τα τελευταία 100 χρόνια. Ο άνθρωπος μπερδεμένος στο ποιος είναι ποιος και έχοντας χάσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούσε, τώρα μπροστά στο απέραντο και αχανές της νέας του πραγματικότητας ‘αντιλοΐζει’:

«Ο συλλογισμός συνεχίζεται έτσι με τον ίδιο τρόπο. Φωνάζω ότι δεν πιστεύω σε τίποτα και ότι όλα είναι παράλογα, μα δεν μπορώ να αμφιβάλλω για την κραυγή μου και πρέπει να πιστέψω τουλάχιστον στη διαμαρτυρία μου. Η πρώτη και μοναδική ολοφάνερη αλήθεια που δίνεται έτσι, εντός της παράλογης εμπειρίας, είναι η εξέγερση. Στερημένος από κάθε γνώση, εξαναγκασμένος να σκοτώνω ή να συναινώ στο φόνο, δεν έχω παρά μόνο τούτη την απτή αλήθεια, η οποία ενισχύεται ακόμη περισσότερη από την απόγνωση που με παιδεύει. Η εξέγερση γεννιέται από το θέαμα της παραφροσύνης…».

Η θεματική αυτή έχει ξεδιπλωθεί τόσο παραστατικά στην παράσταση «Επικήδειος» του Ιάκωβου Καμπανέλλη (εξαιρετικός μονόλογος), καθώς και στο απαράμιλλης έντασης τραγούδι των Χαΐνηδων «Ο Ακροβάτης», που ουσιαστικά και τα δυο αυτά έργα αναφωνούν «για δέστε και μένα, άλλο δεν βαστώ!». Ο Άνθρωπος καθαίρεσε τον Θεό του, έγινε ο ίδιος Θεός, μα και πάλι ησυχία δεν βρήκε. Η Τρίτη επανάσταση λοιπόν έγινε -και γίνεται μέχρι τις μέρες μας- διότι ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι δεν αρκεί απλώς να μπεις σε περίοπτη θέση για να γίνεις σημαντικός και σπουδαίος, ερωτεύσιμος και περιζήτητος. Κάτι του λείπει ακόμα που τον κάνει να είναι στον αέρα, μετέωρος και να ακροβατεί μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας... Χαρακτηριστικό είναι πάντως ότι και το τραγούδι της Μαρίας Λούκα και των Χαΐνηδων χρησιμοποιούν τη λέξη «ακροβάτης» για να περιγράψουν την κατάσταση του Ανθρώπου τόσο σχετικά με τη Δεύτερη όσο και με την Τρίτη επανάστασή του. Και αυτό συμβαίνει ως αποτέλεσμα της Πρώτης επανάστασης του Ανθρώπου κατά την οποία, όπως είπαμε, έσπασε το πλαίσιο, η βάση, το πεδίο στήριξης. Ένας Άνθρωπος δίχως πλαίσιο, είναι ένας Άνθρωπος που Ακροβατεί. Να γιατί λοιπόν, η λέξη Ακροβάτης συμπυκνώνει σήμερα τόση ένταση και τόσο νόημα, τόση έκφραση και τόσο καημό.

«Ο σκλάβος ξεκινά απαιτώντας δικαιοσύνη και καταλήγει ζητώντας τη βασιλεία. Θέλει να εξουσιάσει και αυτός με τη σειρά του. Η ανταρσία ενάντια στην ανθρώπινη μοίρα οργανώνεται σε μια μεγάλη εκστρατεία κατά του ουρανού, για την αιχμαλωσία ενός βασιλιά που θα τον εκθρονίσουν προτού καταδικάσουν σε θάνατο. Η ανθρώπινη ανταρσία καταλήγει σε μεταφυσική επανάσταση. Πορεύεται από το φαίνεσθαι στο πράττειν, από τον δανδή στον επαναστάτη. Όταν ο θρόνος του Θεού γκρεμιστεί, ο επαναστάτης θα αναγνωρίσει ότι τούτη τη δικαιοσύνη, τούτη την τάξη, τούτη την ενότητα που μάταια έψαχνε στην υπόστασή του, έχει τώρα τη δυνατότητα να τις δημιουργήσει με τα ίδια του τα χέρια και να δικαιολογήσει συνεπώς την καθαίρεση του Θεού. Τότε θα αρχίσει μιαν απελπισμένη προσπάθεια για να ιδρύσει, ακόμη και με το έγκλημα αν χρειαστεί, την αυτοκρατορία των ανθρώπων. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τρομακτικές συνέπειες, από τις οποίες γνωρίζουμε μόνο μερικές προς το παρόν. Μα αυτές οι συνέπειες δεν απορρέουν από την ίδια την εξέγερση ή, τουλάχιστον, δεν φανερώνονται στο φως της ημέρας παρά μόνο όταν ο επαναστατημένος ξεχνά την αρχική του πορεία, αποκάμνει από τη φοβερή ένταση ανάμεσα στο ναι και το όχι, κι εγκαταλείπεται τελικά στην άρνηση κάθε πράγματος ή στην πλήρη υποταγή. Η μεταφυσική εξέγερση μας προσφέρει, στην πρώτης της κίνηση, το ίδιο θετικό αποτέλεσμα με την ανταρσία του σκλάβου. Χρέος μας είναι να εξετάσουμε πώς εξελίσσεται αυτό το περιεχόμενο της εξέγερσης στα έργα που την επικαλούνται και να πούμε πού οδηγούν η απιστία και η πίστη, από τον εξεγερμένο έως το ξεκίνημά του».

Ωραία. Και θα αναρωτηθείτε τις πταίει για όλα αυτά; Μήπως δεν έπρεπε δηλαδής να γίνει η Πρώτη επανάσταση του Ανθρώπου, για να μην χαθεί το πλαίσιο και έτσι οδηγηθούμε στις επόμενες δυο επαναστάσεις που μας έχουν φέρει εδώ που παραπαίουμε σήμερον; Μήπως δεν έπρεπε ο Άνθρωπος να βγει από τη σπηλιά του και να σπάσει τα στενά πλαίσια της σκέψης του και τα σφιχτά δεσμά του πνεύματός του γιατί ουσιαστικά αυτό που έκανε ήταν να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου κάτι που μας οδήγησε να πάμε σήμερα ούλοι κατά Διαβόλου…; Η απάντηση δεν είναι ότι φταίει που βγήκαμε εκτός εκείνου του απαρχαιωμένου πλαισίου της συσκότισης στο οποίο ζούσαμε. Αλλά, είναι ότι βγαίνοντας από τη σπηλιά μας δεν ακολουθήσαμε ένα νέο πλαίσιο διαβίωσης, λειτουργικό και ικανό να μας ωθήσει να αναπτύξουμε το πνεύμα μας, να κορέσουμε τις ανάγκες μας και να σεβαστούμε την ύπαρξή μας. Κάπου σε αυτό το σημείο ο Άνθρωπος, από τη θόλωση της πρωτόφαντης ελευθερίας του, έγινε αδάμαστος, θηρίο ανήμερο και τρομακτικό, που στράφηκε με ακόρεστη μανία και αδηφαγία απέναντι σε κάθε τι θα μπορούσε να μιλήσει για δέσμευση, δεσμά, πλαίσια λειτουργίας και όρια. Στη φόρα του επάνω όμως, δεν συνειδητοποίησε κάτι πολύ σημαντικό: ο τρόπος λειτουργίας του μυαλού του είναι συνυφασμένος με το πλαίσιο, τη δέσμευση, τη βάση στήριξης. Χωρίς πλαίσιο, ο Άνθρωπος βραχυκυκλώνει και αυτό ακριβώς έχει πάθει σήμερα. Χωρίς κάποια στέρεα βάση, δεν μπορεί να σταθεί ο Άνθρωπος στο Συμπαντικό Στερέωμα (βλέπετε, οι λέξεις δεν είναι τυχαίες, σε αντίθεση με τις καταστάσεις που είναι τυχαίες…). Ο νους και η λογική του Ανθρώπου είναι σιδηροδέσμιοι του πλαισίου. Χωρίς ένα τέτοιο, δεν λειτουργούν.




(εξ-αιρετική τοιχογραφία στα Χανιά που αποτυπώνει ακριβώς αυτό που βασάνιζε το νου μου αυτές τις μέρες - κάποια πράγματα σου παρουσιάζονται εκεί ακριβώς που περπατάς...)


Στην παραζάλη της απελευθέρωσής του λοιπόν, ο Άνθρωπος ξέχασε να ορίσει ένα νέο κοινό πλαίσιο λειτουργίας, με αποτέλεσμα σήμερα, ο καθένας μας να ορίζει το δικό του πλαίσιο λειτουργίας, ατομικά, και μέσα σε αυτό να ζει απομονωμένα και αποστειρωμένα. Αυτό όμως, αγαπητοί μου, μην προστρέξετε να το βαφτίσετε ως «την απόλυτη Ελευθερία», καθώς είναι η ψευδαίσθησή της, το κακέκτυπό της, αφού αποτελεί «την απόλυτη Ασυδοσία». Και ξέρετε ποια είναι η βασική διαφορά αυτών των δυο εννοιών; Ότι η Ελευθερία έχει όρια και πλαίσια, ενώ η Ασυδοσία όχι. Στην ελευθερία σέβομαι τα όρια του άλλου για να σεβαστεί και αυτός τα δικά μου όρια, ενώ στην Ασυδοσία δεν σέβεται κανείς κανέναν γιατί απλούστατα δεν υπάρχουν όρια που να γεννήσουν την ανάγκη του Σεβασμού αυτών των ορίων. Έτσι, τα όρια αντικαθίστανται με όργια. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται σήμερα η Ανθρωπότητα.

Θα με ρωτήσετε και εύλογα, πώς ξεφεύγουμε από τούτο το μπλέξιμο και πώς αλλάζουμε πορεία; Η απάντηση έχει δοθεί νομίζω αφενός στο ποίημα του Χέλντερλιν «Ο θάνατος του Εμπεδοκλή»:


«Και την καρδιά μου φανερά αφιέρωσα 
Στη σοβαρή και πονεμένη γη 
Και, μες στη νύχτα την ιερή, 
Συχνά της υποσχέθηκα να την αγαπώ 
Πιστά μέχρι θανάτου, άφοβα, 
Με το βαρύ της μοίρας της φορτίο, 
Κι απ’ τα αινίγματα της τίποτα να μην περιφρονώ. 
Έτσι, μαζί της δέθηκα με θάνατου δεσμά». 

και αφετέρου σε τούτα τα λόγια από το τελευταίο γράμμα που άφησε ο καθηγητής Λιαντίνης να διαβαστεί πριν το θάνατό του (αξίζει να ακούσετε εδώ και την τελευταία διάλεξη που έδωσε λίγες μέρες πριν εξαφανιστεί):

«Να ζήσεις απλά, σεμνόπρεπα, και τίμια, όπως σε δίδαξα. Να θυμάσαι ότι έρχουνται χαλεποί καιροί για τις νέες γενεές. Και είναι άδικο και μεγάλο παράξενο να χαρίζεται τέτοιο το δώρο της ζωής στους ανθρώπους, και οι πλείστοι να ζούνε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού. Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχουνται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. Η λύπη μου γι’ αυτό το έγκλημα με σκοτώνει…»


Το νέο πλαίσιο λειτουργίας του Ανθρώπου αγαπητοί μου, δεν μπορεί να είναι άλλο από αυτό της Φύσης που μας γέννησε και μας δημιούργησε. Κλείστε την τηλεόραση, διαγραφείτε από το φατσοβιβλίο, σταματήστε να αυτοφωτογραφίζεστε και να κάνετε ckek-in όπου βρίσκεστε, και βγείτε έξω από το σπίτι, μυρίστε το πρώτο λουλούδι που θα δείτε, αγγίξτε το πρώτο δέντρο που είναι κοντά σας, ανεβείτε στην πιο κοντινή κορφή του σπιτιού σας, λασπώστε τα παπούτσια σας, χορέψτε στη βροχή και κυρίως γευτείτε την βροχή, ταΐστε ένα αδέσποτο, δώστε ένα πιάτο φαί και ένα γλυκό χαμόγελο σε έναν άστεγο της γειτονιάς σας, μιλήστε μεταξύ σας, κυνηγήστε να βγείτε με φίλους και να ερωτευτείτε και αφήστε ήσυχα τα pockemon… Μα πάνω από όλα, κάντε κάτι που θα σας κάνει να νιώσετε Δημιουργικοί! Ούτε Δημιουργοί, ούτε Δημιουργήματα, μα Δημιουργικοί. Η λέξη αυτή βρίσκεται κάπου ανάμεσα στις άλλες δυο, καθώς ο Δημιουργικός Άνθρωπος, δημιουργώντας κάτι ωραίο, αυτόματα παίρνει δύναμη και ικανοποίηση από αυτό που έφτιαξε και «φτιάχνεται» (για αυτό αναφωνούμε ‘με έφτιαξες τώρα’!). Άρα, Δημιουργικός είναι αυτός που ταυτόχρονα φτιάχνει και ‘φτιάχνεται’. Αυτή, η αλληλεπίδραση κρύβει το συμπαντικό νόημα της Αλληλοσύνδεσης και της Ανασύνθεσης.


Υ.Γ.: Όλα τα αποσπάσματα που παραθέτω και με βοήθησαν να εκφράσω με λέξεις τις σκέψεις μου, είναι χωρίς άδεια αναδημοσίευσης από το υπέροχο -μα ελαφρώς δύσκολο- βιβλίο «Ο επαναστατημένος άνθρωπος» του Αλμπέρ Καμύ, εκδ. ΠΑΤΑΚΗ, 2011, ο οποίος με μεγάλη μαεστρία ενορχηστρώνει τον επικήδειο του Επαναστατημένου Ανθρώπου. Και αυτή η διαπίστωσή του, συγκλονιστική: "εκείνοι που κάνουν επαναστάσεις, εκείνοι που κάνουν το Καλό, δεν μπορούν να κοιμηθούν, παρά μόνο στον Τάφο".