Ως τιμή και ενθύμηση για εκείνους που χάθηκαν και κανείς δεν ξέρει το όνομά τους, με αφορμή την πρόσφατη εθνική επέτειο την οποία αμέτρητοι σημερινοί ανιστόριτοι επαίτες της αλλαζονίας και ατελείωτα τελειωμένοι αμετροεπείς επηρμένοι αδαείς πετούν στα σκουπίδια, για να αγοράσουν με την ελευθερία που άλλοι τους χάρισαν λίγα δευτερόλεπτα μαλάκυνσης στο TikTok, καταθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από το βιβλίο "Ο Εθνάρχης των ΝεοΕλλήνων Θεόδωρος Κολοκοτρώνης", του Θεόδωρου Δημοσθ. Παναγόπουλου, σελ. 179-182, εκδ. Ενάλιος, 2021 (χωρίς άδεια αναδημοσίευσης, μα με άδεια από τον πόνο και το σοκάρισμα, καρδιά):
Ο Άντον Πρόκες φον Όστεν, ανώτερος αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού της Αυστρίας, το 1825 βρισκόταν στην Κρήτη και από το 1834 μέχρι το 1849 ήταν πρεσβευτής της Αυστρίας στην Αθήνα. Το παρακάτω γράμμα απευθύνεται στον πατέρα του:
«...Στο ύψος του κάβο Μαλέκα (ακρωτήρι ανατολικά της παραλίας Μαραθίου, Νομός Χανίων, Επαρχία Κυδωνίας) 4 Μαΐου 1825,
«Πολυαγαπημένε μου πατέρα… Απ’ όλα αυτά θέλω να σου διηγηθώ μία και μόνη ιστορία που με συγκλόνισε ως τα έγκατα, όχι πως δε τη βρίσκω πιο φρικιαστική από κάποιες άλλες, αλλά με συγκλόνισε περισσότερο, επειδή το αγαθό στη φύση του ανθρώπου βρίσκεται παρέα με την πιο αποκρουστική κακότητα μιας εκφυλισμένης ανθρώπινης ψυχής. Να η απίστευτη ιστορία. Οι Τούρκοι είχαν επιστρέψει από ένα γιουρούσι που είχαν κάνει στα κοντινά χωριά. Η σοδειά από το πλιάτσικο υπήρξε πλούσια σε γυναίκες και σε υλικά αγαθά. Ένα κοριτσάκι δεκαπέντε χρονών, το στολίδι του τόπου της, πήγαινε ανάμεσα στον σωρό των αιχμαλώτων να αντιμετωπίσει σιωπηλά την μοίρα του. Πέρασαν από μια μικρή πλατεία που βγάζει στο λιμάνι, όπου οι Τούρκοι έπαιζαν ακριβώς εκείνη την ώρα ένα παιχνίδι: έριχναν δηλαδή τα μαχαίρια τους και βαρούσαν με τις πιστόλες τους σε μια ομάδα από Ελληνόπουλα πιασμένα κι ακουμπισμένα στον τοίχο ενός βενετσιάνικου κτηρίου. Οι γυναίκες έκλαιγαν γοερά βλέποντας αυτούς που περνούσαν, οπότε το σιωπηλό κορίτσι τινάζεται ξαφνικά έξω από τον σωρό με μια κραυγή θρήνου, πέφτει πάνω σ’ έναν νέο, απλώνει προστατευτικά τα χέρια της γύρω του, με το κεφάλι όρθιο απευθύνει στους φοβερούς παίκτες με χίλιες μισοσπασμένες λέξεις στα χείλη, χίλια δάκρυα στα μάτια να παρακαλούν. Είναι ο αδελφός της ο νέος, που τον είχαν χάσει πριν από πολλές μέρες οι δικοί του και που τον ξαναβρίσκει η αδελφή σ’ αυτή τη θέση τώρα. Ο Τούρκος, που η δεκαπεντάχρονη ήταν η λεία του, χτυπάει με το μαστίγιο τη γονατισμένη για να σηκωθεί – το στήθος και ο τράχηλός της έχουν ματώσει από το ανίερο μαστίγωμα – αλλά καμμιά απειλή και κανένας πόνος δεν είναι σε θέση να τη χωρίσουν από τον αδελφό. Το θέαμα αρχίζουν να το γλεντούν οι Τούρκοι, το κοριτσόπουλο μένει ενώ οι υπόλοιπες γυναίκες πάνε για τις δουλειές των κατέργων, ο αδελφός καρτερικός ως τότε, ξεσπάει σε δάκρυα οργής και θρήνου, οπότε ξεπετιέται ένας Τούρκος και του χώνει το μαχαίρι στα πλευρά. Το κορίτσι, κατακίτρινο σαν τον θάνατο, ρίχνεται πάνω στον Τούρκο, αυτός την σπρώχνει, εκείνη πέφτει. Η οργή της, ο πόνος της, η πτώση της προκαλούν μόνο γέλια στον μαζεμένο όχλο. Ανάμεσα σε χίλιους ανθρώπους, ούτε σ’ έναν και μόνο μια ανθρώπινη συγκίνηση! Ενώ συμβαίνουν αυτά, ο αφέντης της δεκαπεντάχρονης κάνει παζάρια για να την πουλήσει σ’ έναν νέγρο, που τρικλίζει ντουμανιασμένος από το όπιο.
Τούτος προσφέρει δέκα τάληρα, αν το κορίτσι είναι ακόμη ανέγγιχτη παρθένα. Τελικά τα βρίσκουν, πιάνουν το κορίτσι, του σκίζουν βίαια τα υπόλοιπα ρούχα από το σώμα, εκείνη κουλουριάζεται στο έδαφος, στα μάτια της στέρεψαν πια τα δάκρυα, παρακαλάει τον ουρανό, αυτόν που κάθε φορά τινάζει τόσους κεραυνούς κι όμως γι’ αυτήν δεν έχει κανέναν. Την κάνουν την αισχρή εξέταση, μπροστά στα μάτια του αδελφού που ξεψυχάει, η δεκαπεντάχρονη που είναι παρθένα έχει ερεθίσει τα λάγνα ένστικτα των βαρβάρων – παραχωρούν στον αγοραστή το δικαίωμα να την απολαύσει πρώτος, ο ένας μετά τον άλλο ρίχονται πάνω στο γυμνό σώμα. Πεθαίνει από τις πιο δεινές σεξουαλικές κακοποιήσεις, στις οποίες μπορεί ένας άντρας να υποβάλει μια γυναίκα. Και ενώ ο δύστυχος αδελφός δεν έχει ακόμα ξεψυχήσει, τον δένουν με τη γυμνή, τη ζεστή ακόμη από το αίμα αδελφή του, κι αναγκάζουν το σύμπλεγμα τούτο σε πράξεις αισχρές που καμμιά φαντασία δεν μπορεί να σκεφτθεί. Τέλος τους ρίχνουν και τους δύο έτσι δεμένους στη θάλασσα.
Ω κριτή του κόσμου πού είσαι; Κι όμως, όσο ανείπωτες κι αν είναι οι φρικαλέες πράξεις, θα τις βρεις παντού, αν διαβάσεις την ιστορία του ανθρώπινου γένους. Και μόνο τα ονόματα θα είναι διαφορετικά!»
Πόσο δίκιο έχει ο συντάκτης αυτού του γράμματος 201 χρόνια πριν...
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου