Θωπείες που σκοτώνουν...


Γυρίζοντας από ένα ακόμα συνέδριο Καρδιολογίας σήμερα, όπου οι αλληλο-θωπείες μεταξύ των καθηγητάδων χωρίς να αγγίζεται η επιστημονική αλήθεια, τα αλληλο-συγχαρητήρια χωρίς περιεχόμενο που οδηγούν στο να χάνουν οι λέξεις "ευγένεια" και "σεβασμός" το νόημά τους και η λάμψη των μεγάλων ξενοδοχείων που φιλοξενούν τα συνέδρια χωρίς να κατορθώνουν να στεγάσουν την πραγματική επιστημονική γνώση, μου έφερε στο νου τη νουβέλα «Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς» του Λ. Τολστόι (εκδ. ΡΟΕΣ, 2014), που διάβασα προσφάτως. 

Στη νουβέλα αυτή, θαύμασα την απλότητα της δημιουργίας ενός μεγάλου ιατρικού μυστηρίου από τον συγγραφέα, το οποίο αντικατοπτρίζει αυτό που πραγματικά συμβαίνει στη ζωή μας και δημιουργεί το μεγαλύτερο μυστήριο: από τι πεθαίνει τελικά ο άνθρωπος… Μόνο που το ερώτημα είναι ασταθές και χωρίς νόημα (σκεφτείτε οι ιατροί σήμερα κυρίως ψάχνουν τους λόγους θανάτου … πόσο μερικό είναι αυτό για την πραγματική ερμηνεία της κατάστασης, το οποίο όμως ανάγεται στο ύψιστο και το όλον! Αυτό εξηγεί γιατί έχουμε ανάγει και τους ιατρούς σε ύψιστη θέση…). 

Θα με ρωτήσετε προφανώς, πώς συνδέονται τώρα ο Τολστόι και το συνέδριο. Απλά, παραθέτω ορισμένα εξαιρετικά αποσπάσματα, (χωρίς άδεια αναδημοσίευσης): 

«Τυφλό έντερο! Νεφρό! Το θέμα δεν είναι ούτε το τυφλό έντερο ούτε το νεφρό, αλλά η ζωή και… ο θάνατος.» (σελ. 71) 

«Πάλι τα ίδια. Πότε να λάμπει μια σταγόνα ελπίδας και πότε να ανταριάζει ένα πέλαγος απόγνωσης, κι ο πόνος να συνεχίζεται, η αγωνία να συνεχίζεται, κι όλο τα ίδια και τα ίδια.» (σελ. 91) 

«Ο γιατρός είπε ότι οι σωματικοί πόνοι ήταν φοβεροί, κι αυτό ήταν αλήθεια. Φοβερότερη όμως από τους σωματικούς πόνους ήταν η ηθική οδύνη, και τούτο ήταν το πιο βασανιστικό μαρτύριο του Ιβάν Ιλίτς.» (σελ. 111) 

«Το μαρτύριό του ήταν ότι χωνόταν μέσα σ’ αυτή τη μαύρη τρύπα, όμως ακόμα περισσότερο τον βασάνιζε ότι δεν μπορούσε να γλιστρήσει και να χωθεί εκεί – κι αυτό που τον εμπόδιζε ήταν η εμμονή του στην πεποίθηση ότι η ζωή του υπήρξε καλή.» (σελ. 115) 

«Γύρευε τον παλιό, συνηθισμένο φόβο του για το θάνατο και δεν τον έβρισκε. Πού ήταν ο θάνατος; Ποιος θάνατος; Δεν υπήρχε κανένας φόβος για τίποτα, επειδή δεν υπήρχε τίποτα. Στη θέση του θανάτου υπήρχε το φως. ‘Αυτό ήταν λοιπόν!’, πρόφερε ξαφνικά μεγαλόφωνα. ‘Τι ευφροσύνη!’» (σελ. 117)

[«Στη διάρκεια της φοίτησής του στην Αυτοκρατορική Σχολή του Δικαίου, έκανε κάποια πράγματα τα οποία στην αρχή τα θεώρησε ιδιαίτερα αισχρά και τον έκαναν να σιχαίνεται τον εαυτό του την εποχή που τα διέπραξε. Αργότερα όμως, όταν είδε ότι τα ίδια έπρατταν και υψηλά ιστάμενα άτομα δίχως να θεωρούν αυτές τις ενέργειές τους αισχρές, ο Ιβάν Ιλίτς ναι μεν δε θεώρησετα δικά του έργα καλώς καμωμένα, ωστόσο τα λησμόνησε και η θολή τους ανάμνηση δεν τον πίκραινε πια». Και έτσι, προδίδοντας τον εαυτό του, αρχίζει ν’ αναζητά «ανακούφιση πίσω από άλλα προπετάσματα» που θα του εξασφαλίσουν μια «άνετη και ευχάριστη ζωή»]. (σελ. 131) [Η αρρώστια από την οποία πάσχει ο Ιβάν Ιλίτς μένει επίτηδες σκοτεινή. Κι έτσι δίνεται η ευκαιρία στο συγγραφέα ν’ ασκήσει κριτική σ’ άλλον έναν τομέα της επιστήμης που με τον τρόπο που λειτουργεί, έχει πάψει να υπηρετεί τον άνθρωπο: «Δεν έχετε παρά να υποταχθείτε σε μας, κι εμείς θα τα τακτοποιήσουμε όλα. Εμείς ξέρουμε αναμφισβήτητα πώς να τακτοποιούμε τα πάντα, και το κάνουμε με τον ίδιο τρόπο για όλους».] (σελ. 133) 

«Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς, στην πραγματικότητα είναι η ζωή του» (σελ. 137) 


Η μαγεία στη νουβέλα αυτή του Τολστόι, είναι ότι περιγράφοντας τη βάσανο των ανθρώπων να απαντήσουν γήργορα, με κομπορρημοσύνη, επιπόλαια και επιφανειακά από τί πεθαίνει ο ήρωας του -και κατ’ επέκταση ο Άνθρωπος γενικά-, γελάει ουσιαστικά μαζί τους, καθώς ξέρει ότι δεν πρόκειται να απαντήσουν ποτέ πραγματικά. Και δεν πρόκειται να συμβεί αυτό, διότι δεν είναι αυτό το πραγματικό ερώτημα, αλλά λειτουργεί ως γέφυρα για να αποκαλύψει ένα άλλο ερώτημα, που είναι νομίζω το μείζον: «από τί ζει τελικά ένας Άνθρωπος», δηλαδή, ποια είναι εκείνα τα στοιχεία που του νοηματο-δοτούν και ακολούθως, ζωο-δοτούν, την ύπαρξή του; Τι συνθέτει τη ζωή του καθενός και πότε η ζωή του, γίνεται μη-ζωή; "Πότε πεθαίνει ένας Άνθρωπος", σημαίνει να απαντήσουμε, πότε γεννιέται και κυρίως, πότε ανα-γεννιέται; 

Κατ’ αντιστοιχία, οι μεγαλο-ιατροί που το παίζουν οι ειδήμονες στην Καρδιολογία, είναι ακριβώς τέτοιοι άνθρωποι, πεθαμένοι προ πολλού… Με Ζωή, Χωρίς περιεχόμενο και εννοείται, χωρίς οικογένεια (για να θυμηθούμε και ένα άλλο υπέροχο παιδικό διήγημα), οι κύριοι αυτοί, στην πληοψηφία τους, έχουν ακολουθήσει το παράδειγμα του Πορτρέτου του Ντόριαν Γκρέυ και έχουν χάσει την ψυχή τους, ανταλάσσοντας την με μερικές δεκάδες ίσως, δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά και με μερικές ψεύτικες φιλοφρονήσεις σε τέτοιου είδους συνέδρια...

Και δεν είναι ότι αυτοί οι καθηγητάδες έχουν ως κριτήριο επιλογής των συνεργατών τους την επιστημονικότητα, αλλά πλεόν το πόσο υπάκουοι και τελικά πόσο υπήκοοι είναι αυτοί που τους περιστοιχίζουν. Όσοι νέοι λοιπόν, τους πλαισιώνουν, παθαίνουν αυτό που έπαθε και ο Ιβάν Ιλίτς στην Αυτοκρατορική Σχολή Δικαίου, διότι μια πανεπιστημιακή σχολή σήμερα στην Ελλάδα, μοιάζει με Αυτοκρατορία στη Γνώση και την Εξουσία, με τελικό αποτέλεσμα οι πιστοί ακόλουθοι τους να χάνουν τον εαυτό τους.

Επειδή όμως, όλο αυτό με τη ραγδαία αύξηση της γνώσης στην Ιατρική σήμερα και ειδικότερα στην Καρδιολογία, προσεγγίζει τον μύθο του Ηρακλή με τη Λερναία Ύδρα, όπου ο νέος ιατρός κυνηγά ένα κεφάλι γνώσης και μόλις το κόψει, εμφανίζονται στη θέση του με εκθετική αύξηση, νέα κεφάλια γνώσης που καλείται να τιθασεύσει ο ιατρός, μόνο ένας είναι ο τρόπος να βρεθεί λύση: να τα κάψει αυτά τα κεφάλια, πριν κάψει την ψυχή του στο βωμό μιας παγερής και εμετικής αλληλο-θωπείας «των ειδικών». 

Εξαιρετική νουβέλα, λοιπόν, του Τολστόι που μου έφερε στο νου την εξίσου εξαιρετική παροιμία του λαού μας, με πολύ πιο συνοπτικό τρόπο παρέθεσε το πρόβλημα: 

«Με τον ήλιο τα μπάζω, με τον ήλιο τα βγάζω, τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε;»


(για τους συγκεκριμένους ιατρούς που αναφέρω, η λέξη ψοφάνει έχει πολλαπλή ερμηνεία, καθώς ψοφάνε για χειραψίες, για φιλοφρονήσεις, για δημοσιεύσεις, για χρήμα, για εξουσία, για τίτλους, αλλά ακόμα ψοφάνε στη δουλειά, ψοφάνε επιτέλους για λίγη άδεια κλπ. Ψοφάνε, ψοφάνε, βέβαια, αλλά όλο αναπαράγονται μεταξύ τους και όλο επιβιώνουν ως καθεστώς και ως είδος...)