Όταν ρημάζεται η χώρα των ονείρων μας



Εκεί στα δύσκολα, ανασηκώνεις το κεφάλι ψηλά,
ψάχνεις κάτι να βρεις...

όχι χαμηλά, αλλά ψηλά το ψάχνεις...

είτε για να σε πάρει να φύγετε μακριά,
είτε γιατί δεν μπορείς να κοιτάς άλλο κάτω...

Εξάλλου, εκεί ψηλά, τα άστρα είναι φίλοι σου,
πάντα ήταν,
και αποτελούν αποκούμπι...
πάντα ήταν.

Δεν είναι τυχαίο ότι η ποίηση από τη γέννησή της εμπνεόταν από εκεί ψηλά,
μήπως γιατί τα άστρα κρύβουν την πιο πανάρχαια ποίηση-δημιουργία;

Δεν είναι τυχαίο, ότι η πρώτη ποίηση, και μάλιστα η μελαγχολική ποίηση,
κοιτούσε εκεί ψηλά και έκρυβε το δάκρυ της σε ένα απ' όλα τ' άστρα...

Πρώτη πριν από όλους, μια Λεσβία, η Σαπφώ, δήλωσε αυτή τη σύνδεση
ποίησης-γης και ποίησης-αστρικού ουρανού της νύχτας...

Πρώτη αυτή, μίλησε τόσο δυνατά για τα άστρα, τον χρόνο που περνά, τη Σελήνη,
την Πούλια και τον Έρωτα...

Θα έλεγε κανείς, η Ποίηση και η Αστρονομία, δυο θηλυκά μαζί,
ερωτεύτηκαν και ήρθαν σε οργασμικό εναγκαλισμό,
όπως τα είδε μέσα από τα μάτια της μια Λεσβία...


Στον ουρανό γυρίζουμε τα μάτια λοιπόν...
από το παρελθόν ίσαμε το παρόν...
όταν ρημάζεται η χώρα των ονείρων μας...



"Στον Ουρανό" 
Στίχοι: Διονύσης Καψάλης 
Μουσική: Μιχάλης Κουμπιός 
Ερμηνεία: Μίλτος Πασχαλίδης



Και εκείνη η έρημη η Μερόπη, η Χαμένη Πλειάδα όπως την αποκαλούν,
συνεχίζει να ψάχνει απεγνωσμένα τον εαυτό της,
αναρωτιέται από που έρχεται και πού πηγαίνει,
ψάχνει μια ελπίδα, ένα όνειρο, μια γωνιά στο σύμπαν να κουρνιάσει...
κυνηγημένη και κατατρεγμένη από τη βου(β)ή γύρω της...



Όμως, και η Πλειάδα των Ανθρώπων της σημερινής Κοινωνίας, 
φαίνεται να είν' και αυτή Χαμένη,
και κατατρεγμένη...

Να' ναι από τον ίδιο της τον άπλειστο τον εαυτό;




Ο Χίτλερ, το μόνο παράδειγμα;



Διαβάζω:

"Το πέρασμα από τον πόλεμο στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας είχε προδιαγραφεί στην εθνικοσοσιαλιστική θεωρία του ζωτικού χώρου πολύ πριν συντελεσθεί στην πράξη. Η θεωρία αυτή ήταν ένα συνονθύλευμα από φυλετικές δοξασίες, συντηρητικές αντιλήψεις για την κοινωνική συγκρότηση και σύγχρονους οικονομικούς σχεδιασμούς. Στη βάση του όλου συλλογισμού βρισκόταν η εκτίμηση ότι η επιφάνεια του πλανήτη δεν επαρκούσε για όλους τους λαούς. Θα επιβίωναν οι βιολογικά ανώτεροι λαοί που θα άφηναν ελεύθερο να εκδηλωθεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησής τους. Για να εξασφαλιστεί, κατά συνέπεια, το μέλλον της γερμανικής φυλής, η Γερμανία θα έπρεπε να επεκταθεί εδαφικά εις βάρος των ανατολικών της γειτόνων, ώστε να διαμορφώσει μια επαρκή αγροτική βάση ικανή να διαθρέψει τον πληθυσμό της για τα επόμενα εκατό χρόνια. Σε αυτά τα  νέα εδάφη θα έβρισκε επίσης και τις αναγκαίες πρώτες ύλες που θα την απάλλασσαν από την εξάρτηση από τις υπερπόντιες πηγές, τις οποίες έλεγχαν οι παλιές αποικιακές δυνάμεις. Μέσα από την αγροτική παραγωγή, σε επαφή με τη γη, η γερμανική φυλή θα εξασφάλιζε τη διαιώνιση των ιδιαίτερων φυλετικών της χαρακτηριστικών. Για να μπορέσει, όμως, η Γερμανία να διεκδικήσει με πιθανότητες επιτυχίας τον ζωτικός της χώρο, θα έπρεπε προηγουμένως να εξασφαλίσει τη φυλετική καθαρότητα στο εσωτερικό της με την αποβολή 'κατώτερων φυλετικά στοιχείων', ώστε να μπορέσει να εκφρασθεί το ένστικτο αυτοσυντήρησης και ανάπτυξης του γερμανικού λαού. Κυριότερο εμπόδιο στη φυλετική καθαρότητα θεωρούνταν η ύπαρξη των Γερμανών Εβραίων, οι οποίοι θα έπρεπε να αποβληθούν από τον εθνικό χώρο. Ταυτόχρονα, έπρεπε να εξολοθρευτούν οι Γερμανοί που εμπόδιζαν την εφαρμογή του προγράμματος σωτηρίας, αρχής γενομένης από τους κομμουνιστές. Η 'φυλετική αναβάθμιση' των Γερμανών με την καθαρότητα του αίματος και το φρονηματισμό τους ήταν αναγκαία για τον επιπρόσθετο λόγο ότι θα χρειαζόταν ένας πόλεμος για να αποσπασθεί ο ζωτικός χώρος από τα κράτη που τα κατείχαν. Όταν αυτό θα είχε επιτευχθεί, οι Γερμανοί θα απαλλάσσονταν από τον υπεράριθμο ντόπιο πληθυσμό, ώστε να μπορέσουν να επωφεληθούν από τους πόρους του χώρου οι δικοί τους έποικοι. Το πρόγραμμα αυτό είχε διατυπωθεί από τον Χίτλερ ήδη από το 1925 στο βιβλίο του Μάιν Καμπφ (Ο Αγώνας μου). Είχε λοιπόν προσδιορίσει από πολύ νωρίς τόσο τα μέσα που θα χρησιμοποιούσε (πόλεμος, κατάργηση πολιτικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων, απάνθρωπη μεταχείριση λαών και πληθυσμιακών ομάδων) όσο και τους αντιπάλους εναντίον των οποίων θα στρεφόταν (Εβραίοι, κομμουνιστές, Πολωνοί, Τσέχοι, Σοβιετικοί)."


(απόσπασμα χωρίς άδεια  αναδημοσίευσης από τον Γ' τόμο του "Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα - Β' Παγκόσμιος Πόλεμος 1940-1945 Κατοχή-Αντίσταση", εκδ. ΒΙΒΛΙΟΡΑΜΑ, 2007, σελ. 11)



Ενθυμούμαι:

Μια τέτοια προσέγγιση είχε διατυπώσει περίπου 150 χρόνια πριν τον Χίτλερ, ένας άλλος πολύ γνωστός, ο Τόμας Ρόμπερτ Μάλθους, ο οποίος θεωρούσε ότι η ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής υστερεί συγκριτικά με την υπερανάπτυξη του πληθυσμού, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή, να επέρχονται πόλεμοι, λιμοί μα και λοιμοί, ώστε να επανέλθει σε μια αγαστή ισορροπία παραγωγής και κατανάλωσης το βαρόμετρο της ανθρώπινης ζωής, ακολουθώντας πιστά τις προσταγές της Φύσης, που θέλει (όπως εξάλλου ο Δαρβίνος είχε εξηγήσει) ο δυνατότερος να κυριαρχεί και να σπέρνει με τα γονίδιά του τη γενετική δεξαμενή της ζωής. Η Ιστορία έδειξε όμως ότι ο κύριος Μάλθους έκανε λάθος, διότι ήρθε η τεχνολογική πρόοδος που με την ταχεία ανάπτυξη πρόλαβε (και σίγουρα ξεπέρασε) τους ρυθμούς αύξησης του ανθρώπινου γένους, παρέχοντας πλούσια τα ελέη... Αλήθεια όμως, ο κύριος Μάλθους έκανε πράγματι λάθος; Αν ναι, τότε οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι και ο Δαρβίνος έχει κάνει λάθος και ότι και η απλή εμπειρία μας από τις θεραπευτικές επιλογές της Φύσης που θέλει να διορθώνει με λιμούς και λοιμούς τον πιθανό υπερπληθυσμό ενός ζωικού είδους, τότε είναι και αυτή λάθος...

Ξέρετε, ο Μάλθους ξεκαθάρισε έναν νόμο της Φύσης: ότι ο άνθρωπος ακολουθώντας τη ζωώδη του σύσταση δεν μπορεί παρά να μην ακολουθήσει τους πολέμους και τις αρρώστιες ώστε να περιορίσει τον υπερπληθυσμό του. Ήρθε όμως στο προσκήνιο κάτι άλλο, πολύ δυνατό: η τεχνολογία, η οποία από μόνη της όμως, παρά τη δυναμική της, δεν μπορεί να δώσει λύσεις ως δια μαγείας. Έχουμε δει και βλέπουμε καθημερινά, ότι δεν είναι τελικά η τεχνολογία, αλλά ο τρόπος που τη χρησιμοποιούμε, αυτό το βασικό στοιχείο που καθορίζει την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Και ο τρόπος που χρησιμοποιούμε κάτι, είναι ακριβώς το βασικότερο ερώτημα που ταλανίζει τη φιλοσοφία: είναι τρόπος καθορισμένος από ένστικτο, άρα από τη βιολογία μας, άρα ο Δαρβίνος και ο Μάλθους είχαν δίκαιο και έτσι κάπως ο Χίτλερ στη φιλοσοφική βάση του Αγώνα του έχει ερείσματα δικαιολογίας, ή είναι τρόπος που μαθαίνεται, που αλλάζει, που προσαρμόζεται και διαμορφώνεται αναλόγως; Και αν ο Χίτλερ ήθελε ανατολικά κράτη για να επεκταθεί, τότε πώς βλέπετε τον (μάλλον όχι και τόσο) μελλοντικό αποικισμό της Σελήνης και του Άρη;


Και αναρωτιέμαι:

Το βασικότερο λοιπόν ερώτημα, δεν είναι αν ο άνθρωπος είναι ή όχι παμφάγο και ανάμεσα σε αυτά που τρώει είναι και ο συνάνθρωπός του, αλλά αν ο άνθρωπος το συνειδητοποιεί ότι πράττει το ίδιο από τα πολύ μικρά παραδείγματα της καθημερινότητάς του ως τα μεγαλύτερα και πιο αποτρόπαια εγκλήματα της Ιστορίας του...;









Είναι κάποια παιδιά


Ηρωικοί Μονόλογοι

Είναι κάποια παιδιά που δεν έχουν τις καλύτερες ευκαιρίες.
Που δεν βαδίζουν το δρόμο το φαρδύ με τα οχήματά τους τα φαιδρά.
Μα ξυπόλητα ανεβαίνουν τα μέσα τους βουνά,
συλλέγοντας σε σώμα και ψυχή γραντζουνιές και ερινύες.

Είναι κάποια παιδιά που κάνουν 
άτσαλα βήματα, 
άτσαλα διαβάσματα,
άτσαλα διαβήματα 
και γράφουν άτσαλα άσματα.

Είναι αυτά τα παιδιά που ονειρώνονται άτσαλα ονείρατα,
σε μια προσπάθεια να κλειδώσουν ατσάλινα τα ρίματα.

Είναι κάποια παιδιά που δεν τους έμαθε κανείς τον τρόπο
και σαν ανταμοιβή η ζωή τους προίκισε με κόπο.

Είναι κάποια παιδιά που βλέπουν παντού τη Φύση την Οικονόμα,
εκεί που όλοι οι αφύσικοι βλέπουν μόνο την κονόμα.

Είναι κάποια παιδιά που βρίσκουν δύναμη
να αντικρίζουν τον Εαυτόν τους και τον κρίνουν.
Είναι αυτά τα παιδιά που επιστρέφουν τους κρίνους που τους δίνουν.

Αυτά τα παιδιά, αφήνουν τους ηρωικούς μονολόγους
για τις μεταμεσονύχτιες ώρες της σιωπής
και υποστηρίζουν τους μοναχικούς ήρωες
απέναντι στις περσόνες της πορδής.



Αυτό το post λοιπόν, αφιερώνεται σε όλα εκείνα τα παιδιά που μοναχά τον δρόμο τους γυρεύουν, σε ένα παρόν που έχει βγει στο σφυρί και πωλείται όσο όσο προς χάριν ενός βέβαιης αβεβαιότητας μέλλοντος...




(κοντά στη γειτονιά μου...)




"Φλασάκι"
Στίχοι: Σάκης Μπουλάς
Μουσική, Ερμηνεία: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας 




Να νιώσω ελεύθερος...


Με αφορμή τη σημερινή διάβαση του γοργοπόδαρου Ερμή μπροστά από τον Ήλιο μας, 


μου ήρθαν στο νου κάποιες σκέψεις για όλα εκείνα τα μικροσκοπικά που περνούν ακαριαία από μπροστά μας, χωρίς να τα παίρνουμε χαμπάρι, μα που είναι τόσο σπουδαία και εσωστρεφή, που δεν βγαίνουν εύκολα στη φόρα, στο προσκήνιο... και αν τα βλέπαμε θα διαχωρίζαμε το καλό από το κακό, το σημαντικό από το ανούσιο...

Αφιερωμένο λοιπόν σήμερα το post, σε όλα εκείνα που μας προσπερνούν ραγδαία και δεν τα παίρνουμε χαμπάρι...



Διαβάζω δυο ποιήματα ενός ποιητή σπουδαίου της Καστοριάς, που στη συλλογή του, τα βάζει δίπλα-δίπλα (δεν ξέρω από τύχη ή από ατυχία) να αγναντεύονται:

Το πρώτο είναι τούτο:

Πάντοτε αναζητούσα,

στα μάτια της γυναίκας πιότερο,
στις εκφράσεις του προσώπου,
τις κινήσεις του κοριού
κι όχι τόσο στα λόγια της...
κρυφά νοήματα, αλήθειες που φανερώνουν
της καρδιάς τα μονοπάτια
κι αποκαλύπτουν
αθέατες / σκοτεινές πτυχές του εαυτού...
Επειδή,
η γυναίκα αποτελεί για τον άντρα,
την ισορροπία που χρειάζεται, 
μα πιο πολύ μια σπίθα,
για να διοχετεύσει την φλόγα του,
σε μυστικές ατραπούς,
εξακοντίζοντας
σε ύψιστη εξωτερίκευση
την εσωτερικότητά του...

Και το δεύτερο ποίημά του, είναι τούτο:

Είναι ώρες
που σφίγγουν τα πράγματα...
Έρχεται
σαν σύννεφο προς τα πάνω σου,
σαν αέρας... ομίχλη...
μια θολούρα που σε πλακώνει,
σε τρομάζει...
η βαριά μελαγχολία.
Είναι λοιπόν,
            τότε,
που θέλω να εξαφανιστώ,
να φύγω μακριά,
να μην ξέρω κανέναν,
να μην με ξέρει κανείς,
            μόνος.
Να σκεφτά,
να περπατήσω ατέλειωτα χιλιόμετρα,
να γευτώ,
να μυρίσω,
να δω,
να νοιώσω ελεύθερος...

(Και τα δυο αντικριστά ποιήματα είναι του Νικόλα Μερτζανίδη, από την εξαιρετική του ποιητική συλλογή "Λευκό σε Μαύρο φόντο ή αλλιώς σελίδες μιας ψυχής ανειρήνευτης", Αθήνα 2012, χωρίς άδεια αναδημοσίευσης)


Συνεχίζοντας, διαβάζω απόσπασμα από τη συλλογή "Μαρία Νεφέλη" ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές μας, του Οδυσσέα Ελύτη:

Α τι ωραία να ‘σαι νεφεληγερέτης
να γράφεις σαν τον Όμηρο εποποιίες στα παλιά παπούτσια σου
να μη σε νοιάζει αν αρέσεις ή όχι
τίποτε

Απερίσπαστος νέμεσαι την αντιδημοτικότητα

έτσι «με γενναιοδωρία» σαν να διαθέτεις
νομισματοκοπείο και να το κλείνεις
ν’ απολύεις όλο το προσωπικό
να κρατάς μια φτώχεια που δεν την έχει άλλος κανείς
εντελώς δική σου.
Την ώρα που μες στα γραφεία τους απεγνωσμένα
κρεμασμένοι απ’ τα τηλέφωνά τους
παλεύουν για’ να τίποτα οι χοντράνθρωποι
ανεβαίνεις εσύ μέσα στον Έρωτα
καταμουντζουρωμένος αλλ’ ευκίνητος
σαν καπνοδοχοκαθαριστής
κατεβαίνεις απ’ τον Έρωτα έτοιμος να ιδρύσεις
μια δική σου λευκή παραλία

χωρίς λεφτά


γδύνεσαι όπως γδύνονται όσοι νογούν τ’ αστέρια

και μ’ οργιές μεγάλες ανοίγεσαι να κλάψεις ελεύθερα…

Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι.




Και τέλος, θυμάμαι από τον πρόλογο του "Ζορμπά" τον Καζαντζάκη να δηλώνει:

"Στη ζωή μου, οι πιο μεγάλοι μου ευεργέτες στάθηκαν τα ταξίδια και τα ονείρατα· 
από τους ανθρώπους, ζωντανούς και πεθαμένους, πολύ λίγοι βοήθησαν τον αγώνα μου".



Πώς να μην αναφωνήσω τότε και εγώ:


Ερμή!
Γοργοπετάς και μας αφήνεις έρμαια στην τυραννία της αναζήτησης...







Κρίση επί της κρίσεως...



Η πιο ακριβής περιγραφή για την κρίση που βιώνουμε, είναι αυτή που άκουσα σε μια διάλεξη του Θάνου Ασκητή σχετικά με την επίδραση της κρίσης στη σεξουαλική υγεία των ανθρώπων και ήταν η εξής: κρίση είναι να ζουν οι άνθρωποι μέρα με τη μέρα (day by day) χωρίς δυνατότητα ονείρων, προγραμματισμών, σχεδιασμών... Να μην ξέρουν τι θα τους προκύψει την επόμενη ημέρα και να ενσαρκώνουν αυτή την αγωνία του τί θα φέρει το πέρας της τρέχουσας ημέρας...

Ξέρετε, αυτή η πραγματικότητα, ήταν, είναι και θα είναι η ανθρώπινη πραγματικότητα, ήταν, είναι και θα παραμείνει η ζωώδης, βιολογική πραγματικότητα. Έτσι ζουν και επιβιώνουν όλα τα είδη πάνω σε τούτον τον πλανήτη, μόνο ο άνθρωπος χτίζει τέτοιες συνθήκες αυτοεξαπάτησης, ώστε να πλανάται πάνω στον ίδιο του τον πλανήτη... οποία πλάνη!


Αυτή η συνειδητοποίηση ότι δεν ξέρουμε αν αύριο υπάρχουμε, είναι η ίδια μας η φύση. Αυτήν προσπαθεί η ανθρώπινη κοινωνία από κατασκευής της να αντιπαλέψει και να μην αντικρύζει, διότι απλά, απλούστατα αυτή η πραγματικότητα φοβίζει, όπως φοβάται ένας λαγός τα βράδια που πάει να κουρνιάσει ή ένα σπουργίτι το σούρουπο σαν κουλουριάζεται. Και αν το ανθρώπινο μυαλό λειτουργεί έτσι ώστε να παράγει ζεστασιά από το πουθενά, σίγουρα είναι μεγαλειώδες, αλλά ταυτόχρονα είναι και παιδαριώδες αν προσδοκά να αλλάξει τη φύση...

Σοφοί άνθρωποι, έχουν αποφανθεί διαχρονικά για αυτήν την κατάσταση...:



Δεν υπάρχει χρόνος που να μην υπήρξε: Το τέλος και η αρχή είναι όνειρα 

Αναξίμανδρος

Ζούμε με συναισθήματα, όχι με τις ώρες στο ηλιακό ρολόι. Θα έπρεπε να μετράμε το χρόνο με τους χτύπους της καρδιάς 

Αριστοτέλης

Η άβυσσος του χρόνου είναι ο κοινός τάφος όλων 
Ασκληπιός

Η θεωρία της σχετικότητας είναι η εξής: Μία ώρα κοντά σε μια ωραία γυναίκα μοιάζει να κρατάει ένα λεπτό. Ένα λεπτό κοντά σε μια άσχημη γυναίκα μοιάζει να κρατάει μία ώρα 
Αϊνστάιν

Ο αιώνας μας είναι ο αιώνας των μεγάλων μέσων και των συγκεχυμένων σκοπών 

Αϊνστάιν

Η πρόωρη είτε η αργοπορημένη αλήθεια είναι σαν ψέμα 
Γερμανική παροιμία

Ο ανθρώπινος πόνος προέρχεται από την άρνηση του γεγονότος ότι όλα στον κόσμο έχουν ημερομηνία λήξεως: οι έρωτες, οι φιλίες, η ευτυχία, ακόμη και η ίδια η ζωή 
Χορόσκελης Δ.

Ο χρόνος: κινούμενη μορφή της ακίνητης αιωνιότητας 
Ρουσσώ

Όποιος χάνει μια μέρα, χάνει ζωή
Έμερσον

Τι το σοφώτερο; Ο χρόνος, διότι τα βρίσκει όλα 
Θαλής

Χρόνος είναι το ακαριαίο διάστημα ανάμεσα σε δυο γεγονότα. Αν δεν είναι ακαριαίο, απλά συνέβησαν κι άλλα γεγονότα ενδιάμεσα. Κι αν μου πεις πως άπειρα ακαριαία γεγονότα, πάλι μηδενικό χρόνο διαρκούν, τότε θα σε μυήσω στην έννοια της πιθανοτικής κατάρρευσης και την σχετικότητα αυτής. Η πιθανοτικότητα είναι η ραχοκοκαλιά των πάντων 
Νανόπουλος Δημήτρης


Αν νομίζετε ότι έπεσε πολύ σκοτάδι στην ψυχή μας, αναλογιστείτε μιαν αυγή για να φτιάξουν λίγο τα πράγματα...


"The Dawn"
The Cinematic Orchestra




You are joking, right?


Κάπου η δυτική κοινωνία έχει μπερδευτεί... 

Δεν ξέρεις τι είναι αστείο και τι δράμα, τι είναι αρρωστημένο και τι υγιές... 

Μεγαλώσαμε με κάποιες εικόνες... και κάποιες αξίες, κάποια όνειρα και κάποιες προσδοκίες.

Τώρα όλα βγαίνουν ψεύτικα.

Αρκεί μια Ανάσταση άραγε, να σώσει τον κόσμο;!





Το "πόσο χαμηλά" σε διαφοροποιεί, όχι το "πόσο ψηλά"...



Αυτή η κοινωνία μας μεγαλώνει με το εξής πρότυπο: αυτό που διαφοροποιεί τους ανθρώπους μεταξύ τους είναι το πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει κανείς. Έτσι, πιο ψηλά από όλους είναι οι ιατροί, δικηγόροι, πολιτικοί, τραγουδιστές κλπ... Άρα, το πόσο μπορεί να ανέβει κανείς τη σκάλα των επιτυχιών -έτσι όπως η εκάστοτε κοινωνία θεσπίζει, θεωρεί και ορίζει τις επιτυχίες- σηματοδοτεί το πόσο μπορεί να ανέβει και τη σκάλα της κοινωνικής καταξίωσης.

Επιτρέψτε μου όμως, να έχω την ακριβώς αντίθετη άποψη: αυτό που διαφοροποιεί τους ανθρώπους μεταξύ τους, είναι το πόσο χαμηλά μπορούν να φτάσουν. Το κάτω όριο καθορίζει το βάθος της ύπαρξής μας, ενώ το άνω όριο το ύψος της. Εμείς, απλά διαλέγουμε να εμβαθύνουμε ή να ψηλώνουμε όπως ο κόκορας, σε τούτη τη ζωή. Έτσι, διαλέγουμε το κάτω ή το άνω όριο στις ζωές μας.

Εξηγούμαι με δυο αντιθετικά παραδείγματα:

1. Ένας ιατρός από μικρός, χάνει την αξία του κάτω ορίου στη ζωή του, διότι το κάτω όριο είναι κάτι που αντιδρά όταν το φτάνουμε και κλωτσάει ότι δεν πάει άλλο. Ένας ιατρός όμως, ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, πιέζεται και ζορίζεται να διαβάσει και άλλο και λίγο ακόμα, να υπομείνει έναν άχρηστο και ανέραστο μεγαλοκαθηγητή και τις κομπλεξικές ιδιοτροπίες τους και να χάσει άλλη μια ηλιόλουστη μέρα για να κατακτήσει μια ξερακιανή γνώση που θα ξεπεραστεί την επομένη μέρα. Κοινώς, δεν υπάρχει κάτω όριο στην καταπίεση με την οποία γαλουχείται, οπότε στραγγαλίζει σταδιακά όποιο αντανακλαστικό λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι δεν μπορεί να πιέζει περαιτέρω το εγκεφαλικό, σωματικό και ψυχικό του σύστημα εκμάθησης. Ένας εκκολαπτόμενος ιατρός λοιπόν, χάνει το κριτήριο μέχρι πού πρέπει να φτάσει στην πίεση που δέχεται με σκοπό να μάθει κάτι ακόμα από το σύστημα που θα υπηρετήσει. Έτσι, όμως χάνει γενικά το κριτήριο με το οποίο θα καθορίζει πάντα το κάτω όριο. Όταν καταπιέζεται σε μια σχέση, δεν μπορεί να ξεχωρίσει το κάτω όριο αντοχών του που θα καθορίσει το "φύγε" ή το "μείνε", καθώς σε κάθε ένα "δεν μπορώ άλλο" θα αντιτάσσεται το "λίγο ακόμα μπορείς, το έχεις ήδη κάνει πολλές φορές στο παρελθόν", αφού η ίδια αντιπαράθεση έχει επανέλθει στο προσκήνιο όλα εκείνα τα βράδια, τις αργίες, τις Κυριακές που ενώ όλοι βολτάρανε εσύ έπρεπε να βγάλεις την ύλη... Μόνο που μαζί με την ύλη, δεν αντιλαμβανόσουν τότε ότι έβγαζες και κομμάτι της ψυχής σου και το αποξένωνες... Το πράγμα όμως έχει και συνέχεια, καθώς ένας ενήλικας ιατρός, όταν χάνει το κάτω όριό του, αυτό δεν αφορά μόνο τις οικογενειακές τους σχέσεις (που οι περισσότεροι τις έχουν διαλυμένες), αλλά επεκτείνεται και στο επάγγελμά του, δημιουργώντας τα πασίγνωστα φαινόμενα αναλγησίας, αναισθησίας, αρπακτικότητας που εμφανίζουν πολλοί ιατροί όταν στυγνά και με φοβερή επίδειξη εξουσίας, πέφτουν εξαιρετικά χαμηλά απαιτώντας επιπλέον αμοιβή από τον ασθενή. Όταν λοιπόν, χάνεται το κάτω όριο, χάνεται το βάθος ενός ανθρώπου.

2. Όταν συνειδητοποιείς το πόσο χαμηλά μπορείς να φτάσεις και κατά πόσο μπορείς να επιβιώσεις όταν φτάνεις χαμηλά -πόσω δε μάλλον να δημιουργήσεις όπως αυτά τα δυο αξιοθαύμαστα παιδιά- , αυτή η διαδικασία σού ξεκαθαρίζει τα όριά σου. Για αυτό και πολλοί σοφοί του πεζοδρομίου λένε ότι αν δεν φτάσεις χαμηλά, δεν μπορείς να πατήσεις κάπου ώστε να εκτοξευτείς εκ νέου προς τα πάνω... Το προς τα κάτω όριό σου είναι αυτό που σε καθορίζει, σου δίνει ώθηση, είναι αυτό που σου υπενθυμίζει όπου και αν βρίσκεσαι, όπου και αν φτάσεις, το σημείο από όπου ξεκινάς. Το κάτω όριο λοιπόν, σου δίνει το σημείο εκκίνησης. Και το βασικότερο σε αυτή τη ζωή είναι να ξεκινάς, όχι το πού θα φτάσεις. Είναι η αρχή και όχι το τέλος. Το τέλος, αγαπητοί μου, είναι προδιαγεγραμμένο για όλους: δυο μέτρα γης. Εκεί που υπάρχει διαφορά είναι το πόσα πράγματα ξεκινούμε να κάνουμε και με πόσους ανθρώπους γύρω μας...

Εξάλλου, όσο προσπαθούμε να φτάσουμε εις βάθος, τόσο ο χρόνος αχρηστεύεται, νικιέται και σταματά, τόσο η ύπαρξή μας μένει ανεπηρέαστη από τα γρανάζια του χρόνου να θαυμάζει τον αιώνιο καμβά της Δημιουργίας...


"Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει"
Στίχοι: Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Μουσική: Θέμις Καραμουρατίδης
Ερμηνεία: Νατάσα Μποφίλιου


"...και οι άνθρωποι φεύγουν
και εμείς δεν αντιδράμε..."


Αποφασίζουμε λοιπόν, αν θέλουμε να ψηλώνουμε ή να εμβαθύνουμε σε τούτη την πλάση... 




Λύση στην παράλυση...;


Πόσο αντιφατικός ο άνθρωπος...

Από τη σημερινή ειδησεογραφία απλά δυο ειδήσεις...

Η πρώτη ετούτη εδώ: που σου προκαλεί παράλυση και μόνο στο άκουσμά της και στη συναίσθηση του πραγματικά τρομακτικού μέλλοντος...

Η δεύτερη αυτή εδώ: που γιατρεύει την παράλυση και αναπτερώνει το ηθικό πολλών... Αρκεί, να μην αναπτερώνει και το ανήθικο άλλων, που θα θελήσουν να εμ-πορευτούν ανάλγητα απέναντι στις ανάγκες συνανθρώπων μας...

Ο άνθρωπος λοιπόν, μοιάζει πρώτα να σε παραλύει και να σε κάνει κομμάτια με τη συμπεριφορά του και έπειτα να σε ξανασυναρμολογεί έτσι, τόσο απλά! Άντε τώρα εσύ να εξηγήσεις ανθρωπολογικά το φαινόμενο αυτό που λέγεται "άνθρωπος"... Και άντε να δώσεις λύση στην αποχαυνωτική παράλυση του πνεύματος...

Άβυσσος... η άβυσσος!


Μύθοι και μύθοι...


Σήμερα, έχεις τα πάντα στο πιάτο σου με ένα κλικ! Ό,τι θες, ταχύτατα, είναι μπροστά σου, χωρίς καν να κουνηθείς από τη θέση σου. Δεν χρειάζεται να πας εσύ εκεί, όλος ο κόσμος έρχεται εκεί που βρίσκεσαι μέσα από το διαδίκτυο. Νιώθω ότι περισσότερο ανθρωποκεντρικό δίκτυο δεν έχει υπάρξει ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία, ούτε καν τότε που πιστεύαμε ότι η γη είναι επίπεδη και το κέντρο του σύμπαντος...

Ταχύτατα αλλάζει ο κόσμος γύρω σου, ταχύτατα αναγκάζεσαι να αλλάξεις και εσύ. Αν μείνεις πίσω είσαι ο συντηρητικός, ο ξενέρωτος, ή ο παλαιομοδίτης ή ακόμα ο ρομαντικός... Ξύπνα! Πού ζεις; Σου φωνάζουν τα πάντα γύρω σου. 

Όμως, παρά το ότι έχεις τα πάντα στο πιάτο σου ανά πάσα ώρα και στιγμή, δεν συνεπάγεται ότι αυτό που σου πλασάρουν για να φας, είναι ποιοτικό και διατηρεί την επιτυχημένη συνταγή. Πόσοι αναρωτιούνται: αυτό που θα πάρω από το διαδίκτυο θα είναι καλό; Και πόσοι από μας πήραμε από το διαδίκτυο και... δεν ήταν καλό τελικά! Πόσοι από μας αυτό που έχουμε γρήγορα και άμεσα, είναι κάτι που κρατά λίγο και μετά το πετάμε; Εξυπηρετεί την ανάγκη της στιγμής, υποκύπτουμε για να καλύψουμε γρήγορα ένα πρόβλημα, καταναλώνουμε ταχύτατα και μετά φτου και από την αρχή. Και έτσι του καταναλωτικού κύκλου τα γυρίσματα καλά κρατούν...

Το πρόβλημα είναι ακριβώς ότι στο βωμό της ταχύτητας (ταχυφαγία, ταχυμεταφορές, ταχυπληροφορία 4G κλπ) χάνεται η ποιότητα του προϊόντος τις περισσότερες φορές. Αν κάτι το έχεις γρήγορα και άμεσα, όπου και όπως και αν είσαι, δεν σε νοιάζει αν είναι το τέλειο, αρκεί προσωρινά να σου καλύψει μια ανάγκη. Το περίεργο είναι ότι η ανάγκη μένει (έτσι έχει φτιαχτεί εξάλλου) και εσύ προχωράς το επόμενο λεπτό σε νέα αναζήτηση ταχύτατου τρόπου κάλυψης της ανάγκης αυτής. Με λίγα λόγια, η ποσότητα και η ταχύτητα προσφοράς της, έχουν αντικαταστήσει την ποιότητα. Έτσι, δεν υπάρχει κίνητρο να κουνηθεί κανείς από τη θέση του, αφού όλα σε σημαδεύουν και έρχονται και σε βρίσκουν κατακούτελα εκεί που είσαι για να σου δοθούν απλόχερα αρχικά, με προοπτική όμως να σου αποδοθούν ευθύνες συμμετοχής αργότερα σε αυτό το παιχνίδι του καταναλωτικού παραλόγου. Άνθρωπος χωρίς κίνητρο όμως, είναι άνθρωπος ακίνητος και άνθρωπος ακίνητος τελικά ατροφεί και γίνεται και άνθρωπος αναίσθητος. Αν δεν κινείσαι (ο άνθρωπος όπως και η ζωή, υπάρχουν αυστηρά μέσα από την κίνηση και την αναζήτηση), χάνεις τις αισθήσεις σου, κλείνεις τις προσλαμβάνουσές σου και αρχίζεις την ύπνωση και την αποσύνθεση.

Δεν είναι λοιπόν, η ταχύτητα αυτού που μεταφέρεται όσο η ποιότητά του, που έχει μεγαλύτερη αξία. Αυτό, εξάλλου το έχει αντιληφθεί τόσο η λαϊκή σοφία χιλιάδες χρόνια πίσω, με τρανταχτό παράδειγμα τον Αίσωπο και το μύθο του για το Λαγό και τη Χελώνα (τον κύριο Λαγό, κάπου στα μισά της διαδρομής, η πολύ σιγουριά και ασφάλεια τον οδήγησε στην ύπνωση... μα την κυρά Χελώνα, η πεισμονή και το κίνητρο την οδήγησε στη λύτρωση...)





όσο και η επιστημονική σοφία, με ανυπέρβλητο παράδειγμα τον μεγάλο Φυσικό Heisenberg με την αρχή της απροσδιοριστίας του, κατά την οποία όσο καλύτερα μετράς την ταχύτητα ενός σώματος τόσο απομακρύνεσαι από την ακρίβεια της θέσης του, της στροφορμής του, της σύνθεσής του και τελικά της ποιότητάς του... Κοινώς, όσα κερδίζεις με το να ξέρεις την ταχύτητα τα χάνεις από το να αντιλαμβάνεσαι την ουσία του...

Βέβαια, θα μου πείτε ότι όλα είναι ένα matrix και ζούμε σε ένα απροσδιόριστο και αβέβαιο περιβάλλον. Όλοι επιλέγουμε τελικά ποιους μύθους θα ακολουθούμε και με ποια ψέμματα θα αυτοβαυκαλιζόμαστε. Και εκεί ακριβώς είναι το ερώτημα αυτής της ανάρτησης:

Ποιους μύθους προτιμάτε εσείς; Τους μύθς του Αισώπ' ή τους μύθους του e-shop?






Έσοδο είναι...


Αλήθεια, έχετε αναρωτηθεί τί ακριβώς είναι το "έσοδο"; Έσοδο είναι... Χμμμμ...

Αυτή, είναι ίσως η πιο δύσκολη ανάρτηση που προσπαθώ να σηκώσω και να ανεβάσω από την αρχή αυτού του blog, καθότι πρέπει να πω τόσα πολλά πράγματα σε τόσο μικρή έκταση, ώστε η παράθεση εννοιών να μην γίνει κουραστική (εξάλλου εγώ τη σηκώνω όχι οι υπόλοιποι) και ταυτόχρονα να παραμείνει περιεκτική. Στην προσπάθεια αυτή, έχω προσκεκλημένους πολλούς φίλους...

Αυτή η ανάρτηση επίσης έχει άμεση σχέση με τούτο εδώ το blog, καθώς ξέρω ότι ελάχιστοι έως κανείς δεν το διαβάζει. Παρά ταύτα συνεχίζει να υπάρχει επειδή ακριβώς κάτι προσφέρει στον δημιουργό του, σε εμένα δηλαδή. Άρα, απαντώντας ετεροχρονισμένα στον δάσκαλο "άπιστο Θωμά", τόση ενέργεια για να στηθεί τούτο το blog και να σταθεί στο ύψος του, δεν πάει στα χαμένα. Μάλλον κάτι προσφέρει σε αυτόν που το κατασκευάζει και το κρατά με νύχια και με δόντια (και ταυτόχρονα προσπαθεί να κρατήσει και τα βαριά βλέφαρα που κλείνουν, ανοιχτά, μετά από μια γενική εφημερία...).

Το θέμα μου σήμερα είναι αυτό που πολύ έξυπνα και απλά αναπτύσσεται σε κείμενο του Λένιν όταν έγραψε για τον Μαρξ κάποτε σε μια εγκυκλοπαίδεια της εποχής του (εδώ το απόσπασμα, αξίζει να το διαβάσετε παρά το ευμέγεθες της έκτασής του - για μένα λειτούργησε ως ευμέγεθες της έκστασής μου...), καθώς θαρρώ ότι πρόκειται για το κεντρικότερο πρόβλημα της ανθρωπότητας, διαχρονικά: είναι πολύ απλά η διαφορετική αξία που δίνει έκαστος άνθρωπος στα παραγόμενα είδη. Και τα παραγόμενα είδη, είναι τα πάντα σε τούτον τον κόσμο και απαιτούν κάποιο είδος ενέργειας ώστε από το "κάτι" να παραχθεί "κάτι νέο". Αν ο άνθρωπος υπακούει στις αρχές και τους νόμους της Φύσης και του Σύμπαντος, τότε ο Άνθρωπος είναι θερμοδυναμική μηχανή, δηλαδή χρησιμοποιεί ενέργεια για να την κάνει έργο και θερμότητα. Η ξεχωριστή ικανότητα του ανθρώπου ίσως έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι μπορεί να αντιληφθεί αυτή την εξίσωση και να λάβει θέση ως προς το τί είναι έργο αλλά και τί είναι θερμότητα. Και κάπου εδώ ξεκινά η βάσανος της ανθρώπινης κοινωνίας διαχρονικά...

Τι αξία έχει το κάθε τι που παράγεται και υπάρχει γύρω μας; Έχει αξία από μόνο του και αν ναι πόση; Υπάρχει άραγε πραγματικά αντικειμενική αξία (στα ακίνητα, στα κινητά, στα αυτοκίνητα και στα αεικίνητα); Ποιος ορίζει και κάτω από ποιες διεργασίες την αξία κάθε είδους που παράγεται και δημιουργείται;

Μερικά παραδείγματα για να αποσαφηνιστούν τα παραπάνω ερωτήματα:

1ο. Όλοι δεν έχουμε υλικά αγαθά που είναι ανεκτίμητα, όσο μικρά ή ευτελή και αν είναι; Γιατί; Διότι, ίσως είναι μια ζωγραφιά που έφτιαξε το παιδί μας, ίσως είναι ένα δώρο από αγαπημένο πρόσωπο, μια ωραία φωτογραφία κλπ κλπ. Τι κοινό έχουν άραγε τέτοιες προτιμήσεις; Έχουν την προσωπική μας συμμετοχή -με τον έναν ή άλλον τρόπο- στην παραγωγή του, δηλαδή τη βιωματική μας εμπειρία στην πορεία παραγωγής και δημιουργίας αυτού του μικρού υλικού αγαθού. Με απλά λόγια, αυτό που κάνει ένα μικρό αντικείμενο τόσο μεγάλο σε αξία, είναι ότι στην εξίσωση ενέργεια=έργο+θερμότητα μπαίνουμε κάπου και εμείς, ως βασικό κομμάτι για την ισορροπία της...


2ο. Όλοι -ή τουλάχιστον θέλω να πιστεύω, οι περισσότεροι- δεν έχουμε πεισθεί ότι τα συναισθήματα έχουν τη μεγαλύτερη αξία από όλα σε τούτη την πλάση; Πόσο γλαφυρά αυτό αποκρυσταλλώνεται στην κάτωθι ρομαντική ιστορία:

"Την εποχή που οι κουρσάροι θέριζαν τα νησιά της Μεσογείου, έκαναν επιδρομές και στην Κρήτη, κλέβοντας από τα χωριά ότι πολυτιμότερο υπήρχε, δηλαδή τις νέες κοπέλες τις οποίες έκαναν σκλάβες .. Ένα σούρουπο λοιπόν βλέποντας οι κάτοικοι ενός παραλιακού χωριού της Κρήτης τα πειρατικά καράβια να πλησιάζουν, έτρεξαν αναστατωμένοι να κρύψουν τι γυναίκες και τις κόρες τους.  Έτσι και ένας γέροντας που τους είχε δει από τω λιμάνι άρχισε να ψάχνει τη γυναίκα του για να την προφυλάξει...Έψαχνε παντού αλλά δεν μπορούσε να την βρει, ώσπου απελπισμένος αποφάσισε να πάει στο σπίτι . Όταν έφτασε είδε τη γερόντισσα γυναίκα του καθισμένη στο παράθυρο να κοιτάζει προς τη θάλασσα ήρεμη και αμέσως τη ρώτησε : 

- Γιατί είσαι ακόμα εδώ και κάθεσαι ..δε βλέπεις ότι έρχονται οι πειρατές; τρέξε να κρυφτείς...

Αυτή του αποκρίθηκε ψύχραιμα : 

-Μα κι αν έρθουν.. έτσι όπως θα με δούνε γριά και ζαρωμένη δεν θα με πειράξουν, τo πολύ πολύ να με πετάξουν στην άκρη του δρόμου" 

και τότε ο γέροντας την κοίταξε στα μάτια και της είπε: 

- Κι αν σε δουν με τα δικά μου μάτια...; " 

(τη συγκεκριμένη ιστορία με το αντίστοιχο ηλιόλουστο ερώτημα του ουράνιου τόξου που στέκει πάνω σε πέντε μελωδικά σχοινιά για να λιαστεί, τη βρήκα εδώ)


3ο. Όταν μάλιστα συνδυάζουμε τα υλικά με τα άυλα και θεωρούμε ότι τόσο όλα τα υλικά έχουν και ένα κομμάτι άυλο μέσα τους, όσο και ότι τα άυλα έχουν μια υλική βάση, τότε η έννοια "αξία" δεν γίνεται κάτι ακόμα πιο βαρυσήμαντο;

Το πρώτο ερώτημα λοιπόν έχει τεθεί εμφανώς: πώς ορίζεται η αξία ενός αγαθού;

Μια άμεση απάντηση είναι: από την εργασία που χρειάστηκε για τη παραγωγή του (υπονοώντας ουσιαστικά τον παράγοντα "έργο" στην εξίσωση ενέργεια=έργο+θερμότητα). Έτσι, όμως, αφήνουμε στην απέξω τον άλλο παράγοντα, τη "θερμότητα" που είναι κάτι δύσκολα μετρήσιμο, είναι θα μπορούσαμε να πούμε ο ιδρώτας που χύνει ο αγρότης όταν δουλεύει στο χωράφι ή ο ποδοσφαιριστής στο γήπεδο, ή είναι το χτυποκάρδι του χειρουργού όταν αυτός κάνει μια επέμβαση, ή το κεφάλι του μαθητή, φοιτητή, επιστήμονα που παίρνει φωτιά για να μάθει ένα σωρό αρλούμπες, ή είναι ακόμα εκείνες οι φορές που ο καλλιτέχνης πετάχτηκε ιδρωμένος από τον ύπνο του, κατατρεγμένος από μια καυτή και θερμή ιδέα που μόλις συνέλαβε... Όλα αυτά, τα μη μετρήσιμα μεγέθη, είναι μια σκοτεινή πλευρά της παραγώμενης ανθρώπινης δημιουργίας, που δεν μπορεί να μπει σε κοινά καλούπια γιατί δεν υπάρχει κοινό νόμισμα, άρα μένει ατελώς προσδιορισμένη, ή πιο σωστά παραμένει ποικίλλως προσδιορισμένη.

Άρα, συνοψίζοντας, το ερώτημα πόση αξία έχει κάθε πράγμα, δεν έχει ξεκάθαρη απάντηση. Κάποτε στην εποχή του Μαρξ και των υπηρετριών, το αφεντικό καθόριζε τα μεροκάματα, καθώς και το πόση αξία έχει η ζωή του εργάτη. Αργότερα στην εποχή του Λένιν, οι μοίρες των εργατριών ενώθηκαν για να προσπαθήσουν να αυτο-ορίσουν την αξία της δικής τους παραγωγής και κατάφεραν μόνο να αυτο-εξορίσουν τη σημασία της βιωματικής τους κοινωνικής ζωής ("Η Φάρμα των Ζώων" αποκρυσταλλώνει αυτήν την κατάσταση θεσπέσια). Σήμερα, στην εποχή των ατέρμονων υπηρεσιών, των ανέραστων χλεχλέδων και των τεμπέληδων, η αξία της εργασίας όπως και της εργασίας γενικότερα έχει αλλάξει δραματικά. Η κοινωνία πριμοδοτεί περισσότερο αυτόν που πετάει πέτρες παρά αυτόν που πετάει στα σύννεφα... Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελεί αυτό που διάβασα στο συγκεκριμένο περίεργο blog που παρέχει συμβουλές για τη δημιουργία ενός -και καλά- ψαγμένου ποιήματος της κλάσης της Κικής Δημουλά, μέσα από το απλό πάτημα λίγων πλήκτρων του υπολογιστή. Ως απάντηση στον συντάκτη του εν λόγω blog, έχω να δηλώσω ότι ναι, μπορεί κάποιος να παράγει ένα ποίημα της κλάσης της Δημουλά, χωρίς να είναι η Δημουλά, αλλά πολύ απλά δεν θα έχει καταλάβει τίποτα από όλα αυτά που έχει καταλάβει η Δημουλά. Δεν θα έχει για παράδειγμα βιώσει στο πετσί του τι σημαίνει να αναφωνείς:




"Ό,τι αισθανθήκαμε πράγματι έσοδο είναι αδερφέ Νίκο..."

Γιατί πολύ απλά αυτός που φτιάχνει ένα ποίημα χωρίς να το νοιώθει, είναι πολύ απλά πάμφτωχος. Αυτός που γεννά ένα τέκνο (πνευματικό ή πραγματικό) χωρίς πόνους δεν συνδέεται μαζί του, παρά μόνο στη θεωρία. Εξ ου και οι φράσεις που χρησιμοποιούσαν οι πιο παλιοί από εμάς πχ "τον πονάω σαν παιδί μου" ή "δεν με πονάς πια και δεν με καταλαβαίνεις" κλπ κλπ, που θέλουν να υποδηλώσουν ακριβώς αυτό: χωρίς πόνο δεν υπάρχει βίωμα, ζωή, ύπαρξη... Ο πόνος του ανθρώπου είναι δείγμα ζωντανού και υγιούς οργανισμού... Πόσο καλά το ξέρουμε εμείς οι γιατροί αυτό... που μας ζητάνε στο 37,1  να δώσουμε αντιβίωση για να πέσει ο πυρετός (!) ή με την παραμικρή γραντζουνιά να δώσουμε αναγεννητική, επουλωτική αλοιφή με αλάτι Ιμαλαΐων, τζνίτζερ από τη Μαγαδασκάρη (εκεί να δεις βίδα που έχει λασκάρει) και Q10 εκχύλισμα από αλόη βέρα στο δεξί... Κοινώς, έχει χαθεί η μπάλα! Ο καθένας με πορδές βάφει αυγά, με τεμπελιά βγάζει λεφτά, με περισσή μαγκιά το παίζει "καλλιτέχνης" και δημιουργός. 

Αγαπητοί μου, δημιουργός είναι ξαναλέω, αυτός που συμμετέχει ενεργά (δηλαδή με ενέργεια) στην εξίσωση ενέργεια=έργο+θερμότητα, μεταφέροντας την ενέργειά του άλλοτε περισσότερο προς την κατεύθυνση του έργου (και είναι αυτοί που η κοινωνία τούς ονομάζει επιτυχημένους) και άλλοτε περισσότερο προς την κατεύθυνση της θερμότητας (που τα τραγούδια, τούς ονομάζουν ταπεινούς μα και ταπεινωμένους δημιουργούς... καθώς παίρνουν φωτιά και καίγονται, γίνονται αναλαμπή και αθάλη για να φωτίζουν τα σκότη μας... για να θυμηθούμε τον άλλον μεγάλο ποιητή που είπε εκείνο το ασύλληπτο: "αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, αν δεν καούμε εμείς, τότε πώς θα γίνει το σκοτάδι φως...).

Το δεύτερο ερώτημα έρχεται πλέον μετά από όλα αυτά πιο βασανιστικό: πώς σε τέτοια ατελείωτη ποικιλία μπορούν οι άνθρωποι να συνυπάρξουν όταν εκκινούν από διαφορετικό σημείο και από διαφορετικό "αξιακό σύστημα";

Δεν θα αναφερθώ καθόλου στο τρίτο βασανιστικό ερώτημα με το οποίο η σημερινή εποχή της Επιστήμης της Οικονομίας και των Οικονομικών αναλώνεται αυτοκαταστροφικά, που δεν είναι άλλο από το: πώς σε τόσο διαφορετικό ορισμό της αξίας παραγωγής κάθε προϊόντος προσπαθούμε να συγκρίνουμε τις ζωές μας μέσα από την αξία κατανάλωσης των προϊόντων ανά άτομο, δηλαδή μέσα από τον συλλογισμό ότι εγώ σήμερα χρειάζομαι τόσα για να ζήσω, ενώ ο άλλος στην Ειδομένη χρειάζεται λιγότερα ή τέλος ο τρίτος στο Μανχάταν χρειάζεται περισσότερα, περισσότερα και όλο περισσότερα...;

Θα περάσω αμέσως στο τέταρτο και τελευταίο, μα και πιο καθοριστικό ερώτημα που βασανίζει την ανθρώπινη κοινωνία: πού πάει αυτή η κοινωνία; Με ιδιαίτερη χαρά μου διαπιστώνω τελευταία ότι πληθαίνουν οι φωνές και οι προσπάθειες ομάδων ανθρώπων που προσπαθούν να ξεφύγουν από το "Εγώ" και να πάνε στο "Εμείς", όπως είχε πει πρώτος ο μεγάλος Μακρυγιάννης. 

Αν βέβαια, όλο αυτό το εγχείρημα αποδειχτεί ΟΥΤΟΠΙΑ και όλοι με μια φωνή ζητήσουμε το λόγο από τον μπαρμπα-Μακρυγιάννη, που δεν μας έμαθε σωστά ποιο είναι το στραβό και ποιο είν' το ίσιο, τότε με μεγάλη μου έκπληξη θα αναφωνήσω: αφεντικά και δούλοι, σκατά γινήκαμε ούλοι..." ,





και θα συνεχίσω να ονειρεύομαι. Γιατί μόνο αυτό πλέον με ζει. Το όνειρο, το άπιαστο, ο δρόμος, το μακρινό φως, το ανέλπιστο, το ουτοπικό, το παραμυθένιο, το εξωπραγματικό, το επουράνιο, το τραγουδισμένο...


"Όδός Ονείρων"
Μάνος Χατζιδάκις



Δείτε εδώ έναν τέτοιο όμορφο δρόμο, παραμυθένιο...