Τα "κορίτσια" και ο γάτος


Γυρίζω χτες βράδυ κατά τις 01.30 μετά τα μεσάνυχτα με τη μηχανή, από το κέντρο της πόλης της Κέρκυρας. Λίγα μέτρα μετά την κεντρικότερη πλατεία, να σου "τα κορίτσια" (όπως θα έλεγε ο πατέρας μου τους μπάτσους), για αλκοτέστ. Ένα φωτάκι με σημαδεύει και μου αναβοσβήνει. Εγώ πάω προς το μέρος του. Ένας νεαρός, όχι πάνω από 25 ετών με ρωτά:

- Έχετε καταναλώσει αλκοόλ;
- Ναι,
του απαντώ.

- Παρακαλώ, παρκάρετε τη μηχανή δίπλα, σβήστε την και κατεβείτε, μου είπε με ευγενικό τρόπο.

- Θα τα κάνω όλα αυτά, με την προϋπόθεση όμως να μου δώσετε εσείς πρώτος τα στοιχεία σας, του αμολέρνω και εγώ και τον αφήνω ξερό...

Βλέπω τον τύπο να αλλάζει δέκα χρώματα, να του ανεβαίνει το αίμα στον εγκέφαλο -δεν παίρνω όρκο ότι διέθετε απ'αυτό- και μου λέει εμφανώς οργισμένος:

- Δεν μπορώ να σας δώσω τα στοιχεία μου, μπορείτε να τα βρείτε μόνο υπηρεσιακά. Και σας παρακαλώ κατεβείτε αμέσως από τη μηχανή και βγάλτε το κράνος.

Εγώ, επειδή δεν χαλάω χατίρι, κατέβηκα και έβγαλα το κράνος, ενώ εκείνος έβλεπα ότι όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα... τα έπαιρνε στο δικό του κράνος! Εγώ, για να τον τσιτώσω περισσότερο -εδώ ομολογουμένως έπραξα σαν ομοιοπαθητικός ιατρός, το παραδέχομαι- του είπα:

- Δεν κάνω τίποτα αν δεν μου δώσεις τα στοιχεία σου, για να δω με ποιόν έχω να κάνω. Πού ξέρω εγώ ποιός είσαι, μπορεί απλώς να φοράς μια στολή αστυνομικού χωρίς να είσαι... Τόσα ακούγονται τη σήμερον!
- Θα δεις το όνομά μου στην κλήση,
μου απαντά τσαμπουκαλεμένος και τρελά ειρωνικός.
- Ποια κλήση; ρωτώ ξεκαρδισμένος... Εγώ σου ζητώ τα στοιχεία σου, αλλιώς δεν κάνω τίποτα.
- Σας είπα ότι δεν επιτρέπεται για υπηρεσιακούς λόγους να σας δώσω το όνομά μου, μπορείτε μόνο να πάρετε τον αριθμό μου και την υπηρεσία στην οποία υπηρετώ.
- Έστω αυτό, είπα εγώ.

Και έστριψε, λίγο, για να δω τον αριθμό στον ώμο του. Του ζήτησα να περιμένει να τον απομνημονεύσω... Το παλικάρι είχε γίνει τούρμπο. Παρ' όλα αυτά, με οδήγησε στο αυτοκίνητο και υπεβλήθην στο τεστ. Φυσικά, αρνητικό (με ένα Baileys, που για πολλούς είναι φλόρικο ποτό, τι θα έβγαινε το αλκοτέστ;). Μου δίνει τα χαρτιά μου και μου λέει:

- Να σας δώσω μια συμβουλή μου; Δεν χρειάζεται να είστε τόσο προκλητικός και απότομος, όταν σας ζητά κάποιος να κατεβείτε από τη μηχανή. Τι θα μπορούσαμε να είμαστε εδώ στο κέντρο της Κέρκυρας;
- Δεν έχω δικαίωμα να μάθω ποιός εμποδίζει το δρόμο μου και μου ζητά να κατέβω από το όχημά μου; Δεν έχω δικαίωμα να ρωτήσω ποιός είναι αυτός που θέλει να με ελέγξει; Είναι παράλογο;

Εκείνη την ώρα έρχεται και άλλος ένας από δαύτους, φαινόταν ότι ήταν ο αρχηγός της ομάδος, και ρωτά τον συνάδερφό του, αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα με τον κύριο (δηλαδή εμένα!), μιας και προφανώς άκουγε την στεντόρεια φωνή μου (ένα από τα πολλά και καλά που έχω κληρονομήσει από τον πατέρα μου). Του εξήγησε ο πρώτος τι συνέβη, και έτσι μπήκε και ο αρχηγός στην συζήτηση. Μου λέει ξανά, ο πρώτος:

- Πάντως αν ήσασταν στην Αθήνα και σας σταματούσε κάποιος πιο αυστηρός συνάδερφος και αρνιόσασταν να δώσετε τα στοχεία σας, θα μπορούσε να σας πάει αυτόφωρο, μου λέει με στόμφο σαν να ήταν ο παππούς μου (ήθελε να με προφυλάξει το παλικάρι...).
- Κατ' αρχήν δεν αρνήθηκα να δώσω τα δικά μου στοιχεία, εσύ αρνήθηκες να μου δώσεις τα δικά σου. Και δεύτερον αν συνέβαινε κάτι τέτοιο στην Αθήνα, ποιός θα ήταν ο παράλογος και ο προβληματικός, εγώ ή ο συνάδερφός σου που δεν θα σεβόταν το δικαίωμά μου; Και εκεί μπαίνει στη συζήτηση, ο αρχηγός και λέει:
- Ακούστε και τι θα κάνετε με έναν αριθμό που τον μάθατε; Νομίζετε ότι μπορείτε να βρείτε ποιός είναι; (άκου ερώτηση από αρχηγό...)
- Τουλάχιστον είναι κάτι. Μπορώ να ψάξω αύριο, μεθαύριο, στην υπηρεσία σας και να βρω ποιός ήταν και αν χρειαστεί να κάνω μια αναφορά. Εξάλλου το έχω ξανακάνει στην Αθήνα, χωρίς βέβαια να μάθω τι απέγινε με την τιμωρία κάποιων συναδέρφων σας, μιας και ο διοικητής της τροχαίας της Αθήνας μου είπε ότι αυτά τα αποτελέσματα δεν ανακοινώνονται, είναι εσωτερικά θέματα της υπηρεσίας...

Εκείνη την ώρα ήρθε και τρίτος ένστολος και κάτι με ρώτησε, που δεν έπιασα, γιατί ταυτόχρονα με ρώτησε κάτι και ο πρώτος, ενώ εγώ μιλούσα με τον δεύτερο... Φυσικά ο αρχηγός (έτσι είναι οι πραγματικοί αρχηγοί, ξέρουν να επιβάλλονται σε όλους τους κατώτερούς τους, ένστολους και μη) είπε με αυστηρό ύφος στους άλλους δυο:

- Μην ρωτάμε όλοι μαζί, δεν μπορεί ο άνθρωπος να απαντά ταυτόχρονα σε τρεις.

Και μου λέει με ύφος πατερναλιστικό (καλά, δωρεάν νυχτερινό μάθημα πολιτικής αγωγής μου κάνανε; δεν το ήξερα να κρατώ σημειώσεις...);

- Πάντως να ξέρετε κύριε, είναι προκατάληψη να ζητάτε από όργανο υπηρεσίας τα στοιχεία του πρώτα, χωρίς εσείς να έχετε δώσει τα δικά σας.
- Συγνώμη, αλλά εδώ διαφωνούμε,
του λέω. Αυτό που εσείς ονομάζεται προκατάληψη, εγώ ονομάζω δικαίωμα. Κάποιος με σταματά βρε παιδιά, να μην ρωτήσω ποιός είναι; Είναι παράλογο; Είναι δικαίωμα κύριοι, και θα το ασκώ όποτε θεωρώ καλύτερα. Στην αρχή, στη μέση ή στο τέλος μιας συζήτησης.
- Εντάξει είναι δικαίωμα, αλλά αν ξεκινάτε με αυτή τη λογική να ξέρετε ότι και ο άλλος, το παίρνει σαν προκατάληψη και αμέσως θα αλλάξει τη στάση του απέναντί σας.

- Γιατί να αλλάξει τη στάση του βρε παιδιά; Επειδή του ζητώ το απολύτως λογικό και αυτονόητο;
- Εγώ σας εξηγώ πώς φαίνεστε στα άτομα που δουλεύουν σε μια τέτοια υπηρεσία. Δουλεύουμε νύχτα, βλέπουμε πολλούς, κάθε καρυδιάς καρύδι, οπότε αμέσως αμέσως προσαρμόζουμε τη στάση μας, αναλόγως της συμπεριφοράς που μας δείχνουν.

Φυσικά δεν μπήκα στη διαδικασία να του εξηγήσω εμείς οι γιατροί τι βλέπουμε τη νύχτα από προσωπικότητες, γιατί θα του έφευγε η μαγκιά...

- Βρε παιδιά ποια συμπεριφορά; Το δικαίωμά μου να μάθω ποιος με σταματά από το δρόμο μου; Να κάνω τα πάντα μετά, μιας και μου αποδείξετε ότι είστε ένας νομιμος εκπρόσωπος της εξουσίας και του κράτους που μας προστατεύει (καλά αυτό δεν το πολυπίστευα όταν το έλεγα, απλώς έτσι το πέταξα για να δω αντιδράσεις...).
- Εμείς σας εξηγούμε για να το ξέρετε πάντως. Από ότι φαίνεται δεν είστε από εδώ, έτσι;
- Όχι, δεν είμαι από εδώ, αλλά τι σημαίνει ότι αυτοί που είναι από εδώ, δεν έχουν δικαίωμα να ζητάνε τα στοιχεία σας;

- Πάντως, κανείς από εδώ δεν θα το έκανε αυτό. Καλό σας βράδυ.
- Κακό δικό τους, τότε. Καλό βράδυ, καλή συνέχεια στη βάρδια σας.

Συμπερασμα: αυτή η κοινωνία έχει θεσπίσει μηχανισμούς ώστε πολύ εύκολα να βάζει τον θύτη σε θέση θύματος και έτσι να τον προστατεύει. Έχουμε διαστρεβλώσει τόσο τα πράγματα, που τα δικαιώματά μας, θεωρούνται προκατάληψη. Αυτόν που θα απαιτήσει τα δικαιώματά του τον λέμε "παρανοϊκό", αυτόν που θα πάει στην πολεοδομία για να καταγγείλει τον γείτονά του που χτίζει παράνομα τριώροφο τον λέμε "καρφί" και "ρουφιάνο", αυτόν που θα τσαντιστεί και θα φωνάξει σε συνάδερφό του, αν δεν γίνει σωστά μια δουλειά τον λέμε "τσαντίλα" και "νευρόσπαστο" και κατέχοντα από "αντισυναδελφικότητα", αυτόν που πράττει κακή και επικίνδυνη ιατρική τον λέμε "διευθυντή κλινικής"...

Κάπου αγαπητοί μου έχουμε μπερδευτεί πιστεύω... Έχουμε χάσει βασικά μαθήματα στοιχειώδους πολιτικής αγωγής. Είναι ίσως χρεία να ξαναδιδάξουμε στα σχολειά ποια τα δικαιώματά μας και ποιες οι υποχρεώσεις μας. Και αν αυτά τα -πράγματι ευγενικά- παιδιά που με σταμάτησαν χτες βράδυ για αλκοτέστ, έχουν προϊστάμενους που τους εκπαιδεύουν ώστε να μάθουν διαστρεβλωμένα τις ύψιστες πολιτικές και κοινωνικές αξίες, όπως αυτές του δικαιώματος και της υποχρέωσης, τότε πέφτουμε πάλι στο ίδιο θέμα, που θέλει οι πάσης φύσεως εκπαιδευτές μας και δάσκαλοί μας, να μας μαθαίνουν λάθος τα γράμματα και αντί να μας εμπνέουν, να μας καταρακώνουν και να μας εξευτελίζουν...

Στο χωριό μου, οι απλοί άνθρωποι (που δεν πήγαν ποτέ σχολείο ή πανεπιστήμιο, δεν έκαναν ποτέ master ή bachelor, δεν τους είπαν ποτέ Ph.D. ή Ms.C., παρά μόνο τους φώναζαν ρακένδυτους και αποτυχημένους) έλεγαν κάτι ωραίο που συμπυκνώνει την χτεσινοβραδινή μου εμπειρία:


"γάτος γαμάει, γάτος σκούζει..."






Υ.Γ.: Το Post αυτό αφιερώνεται σε έναν γλυκύτατο και φαφούτη βοσκό, που συνάντησα προχτές το απόγευμα σε έναν ορεινό περίπατο εδώ κοντά στο σπίτι μου (είπαμε, μένω στην εξοχή), ο οποίος μετά από σύντομη κουβεντούλα που είχαμε, μου είπε με γλυκό παράπονο και αξιοπρεπές χαμόγελο: "τι παραπάνω να θέλουμε εμείς; φτωχοί άνθρωποι είμαστε..." σαν να μου έλεγε ότι είναι αδικημένοι από τη ζωή και δεν περιμένουν πολλά. Τουλάχιστον να μην τους στερούμε αυτά που από τον νόμο δικαιούνται, όπως π.χ. σεβασμός της προσωπικότητάς τους και των δικαιωμάτων τους.



Η μοίρα των λέξεων


Μπαίνει στην τάξη. Υπερκινητικός, αλλά -όπως πάντα- χαριτωμένος. Ισιώνει λίγο τα μαλλιά του και αρχίζει. Από πού να ξεκινήσει κανείς άραγε, αναρωτιέται; Δεν έχει σημασία, καθώς όποιον δρόμο και να ακολουθήσουμε, θα μας βγάλει εκεί που είναι ο στόχος. Έτσι δίνει την ευκαιρία να διαλέξει το ακροατήριο έναν δρόμο. Μετά προτείνει αυτός έναν άλλο και μετά αντιπροτείνει ξανά το ακροατήριο έναν τρίτο, και έτσι πάει η δουλειά.

Χαχαχα… Ο πρώτος δρόμος που επιλέχτηκε ήταν η λέξη
δουλειά. Από πού προέρχεται; Από τη δουλεία, την κατάσταση δηλαδή των δούλων. Και πώς άλλαξε η λέξη μέχρι σήμερα; Μετά μια όμορφη ιστορική διαδρομή στα γλωσσικά μονοπάτια του ύποπτου παρελθόντος της εν λόγω λέξης, μας αποκαλύπτεται ο καρπός: η μοίρα των λέξεων είναι να αλλάζουν!

Επόμενος δρόμος, το
αμάρτημα και το κρίμα (=έγκλημα, εξ ου και crime). Ξαφνικά στρίβουμε δεξιά, και αναλύουμε το πώς ο ευ-εργέτης προήλθε χάριν ευφωνίας από το ευ-εργάτης. Και μετά με μια απότομη στροφή αριστερά μιλάμε για το συγγνώμη και το σύγνεφο, και την σχέση τους με τους αριστερούς δημοτικιστές της γενιάς του ’30. Σαν να μην έφτανε όλο αυτό το πάρε δώσε, είπαμε να γυρίσουμε και πίσω. Μέχρι τον Όμηρο φτάσαμε, για να μάθουμε τη σωστή ορθογραφία και ερμηνεία της λέξης καινούργιος < καινός + ούργιος, (από το έργον, άρα το «γ» παραμένει ακλόνητο και ιστορικά αποδεδειγμένο ιδρυτικό μέλος της εν λόγω λέξης...) και δεν πρέπει να πέφτει θύμα του νόμου της αναλογίας, που θέλει το καινούριος (=πολύ νέος) να ακολουθεί το καθάριος (=πολύ καθαρός).

Φτάνουμε σε ένα ακόμα συμπέρασμα:
ο νόμος της αναλογίας και ο νόμος του λάθους στη γλώσσα (και γενικά στις γλώσσες), υπάρχουν γιατί είναι και νόμοι της ίδιας της ζωής. Και πιο σωστά, νόμοι του ίδιου του ανθρώπινου εγκεφάλου, θα προσέθετα εγώ.

Αυτά ήταν κάποια από τα ερεθίσματα που πήρα σήμερα το απόγευμα, παρακολουθώντας το μάθημα
Νεοελληνική Γλώσσα με διδάσκοντα τον Καθηγητή Κεντρωτή Γεώργιο, στο τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου.

Ξέρετε, οι πραγματικοί διδάσκαλοι, αυτοί που εμπνέουν, έχουν δυο βασικά χαρακτηριστικά κατά την άποψή μου:

1. Έχουν την ικανότητα να σε διδάξουν, σε οποιοδήποτε χώρο και χρόνο, και μέσα από οποιαδήποτε αφορμή ή ερέθισμα. Χωρίς προετοιμασία, χωρίς πρόγραμμα και χωρίς επιλογή της διαδρομής, μιας και η διαδρομή φτιάχνεται επί τόπου και από κοινού (και
από του κοινού που συμμετέχει). Οι πραγματικοί δάσκαλοι είναι αυτοί που βγαίνουν επί σκηνής χωρίς πρόβα και παίζουν μπάλα.

2. Δεν κομπάζουν ούτε στο ελάχιστο για όλα τα παραπάνω.



Πόσο βαθειά αποτυπώνει την ανθρώπινη ταυτότητα αυτό που λέμε
γλώσσα;







Κέρκυρα, Κέρκυρα με το Αστρονήσι...



Ήταν η πρώτη γνωριμία μαζί της. Απολαυστικότατη. Με καλωσόρισε με μια υπέροχη ομιλία, εφ’ όλης της ύλης, από τις απαρχές του σύμπαντος μέχρι το τσουνάμι της Ιαπωνίας.

Ο λόγος περί της Αστρονομικής Εταιρείας Κέρκυρας και της διάλεξης που παρέθεσε χτες με θέμα "Ταξίδι στον μεγάκοσμο του χωροχρόνου". Ένοιωσα πραγματικά σπίτι μου, σαν να μην άλλαξα τόπο. Να ήταν ότι νοιώθαμε όλοι εκεί μέσα, σαν στέγη μας τα αστέρια του ουρανού; Να ήταν ότι σημείο αναφοράς των ανθρώπων τονίστηκε η
Γη μας και όχι η γη του καθενός μας; Πολύ όμορφες και ζεστές στιγμές...

Φυσικά από την παρέα δεν έλειπε η περίεργη κυρά, που με κατατρέχει χρόνια, και αποκαλείται -τυχαία άραγε- Τύχη, που συνεχώς μου έκλεινε περιπαιχτικά το μάτι της όλο το βράδυ, όπου βρεθεί και όπου σταθεί (ή πιο σωστά, όπου βρεθώ και όπου σταθώ):

1. Στην ίδια την αίθουσα της διάλεξης, όταν η συζήτηση πέρασε από την θεματική της εξέλιξης των ειδών και της φυσικής επιλογής, από τον προβληματισμό περί της ελεύθερης ή μη βούλησης, από τη θεωρία του χάους και την τύχη που κατέχει θέση ενδογενούς παράγοντα κάθε μορίου ύπαρξης σε τούτο το σύμπαν. Αυτές οι σκέψεις με βοήθησαν -τυχαία; δεν νομίζω- να στοιχειοθετήσω και να ξεκαθαρίσω καλύτερα την άποψή μου, που μέρες τώρα τριβελίζει το κεφάλι μου, περί του ντετερμινισμού ή μη της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Στην ουσία αυτό που υποστηρίζω, είναι ότι υπάρχει ο ντετερμινισμός, όχι όμως σε κάθε κίνηση, πράξη ή συμπεριφορά που λαμβάνει χώρα στα ανθρώπινα, αλλά στην
εφαρμογή της θεωρίας του χάους και της τυχαιότητας που με τη σειρά τους καθορίζουν με τον δικό τους μοναδικό και απερίγραπτο τρόπο την κάθε κίνηση, πράξη ή συμπεριφορά των ανθρώπων, όπως και όλων των υπόλοιπων υπάρξεων. Άρα με βοήθησε να ξεδιαλύνω ότι αυτό που οπωσδήποτε και ντετερμινιστικά θα εφαρμοστεί είναι η θεωρία του χάους. Από εκεί και πέρα το πώς θα επιδράσει στο κάθε μόριο είναι κάτι απροσδιόριστο και αδύνατον να υπολογιστεί.

2. Περιδιαβαίνοντας τα μισοσκότεινα σοκάκια της πόλης της Κέρκυρας, βλέπω έναν παλιό γνωστό από τη χορευτική λέσχη του Πανεπιστημίου Αθηνών… Α, ρε υπόγειο της Ιπποκράτους, πυρηνικός αντιδραστήρας ήσουν κάποτε για τα σωθικά μου, και τα θραύσματα των συναισθηματικών εκρήξεων βλέπω ότι με ακολουθούν παντού! Αυτά κάνει ο χορός… Ο χορός των ανθρώπων, ο χορός των αστεριών και ο χορός των γαλαξιών! Ο χορός του χώρου και του χρόνου. Μας ακολουθούν παντού και δεν χάνουν ευκαιρία να μας καλέσουν στα χαοτικά τους βήματα.

Τι λες, ακολουθείς στο κάλεσμα;


Το δέντρο της κοινωνίας



Ερωτώμαι:

- Πώς αλλάζει η κατάστασή μας;

Απαντώ:
- Θα αλλάξουμε μόνο αν καθιερώσουμε στη ζωή μας τη ρήση,
ο "καθένας να δουλεύει με βάση τις δυνατότητές του και να αμοίβεται με βάση τις ανάγκες του".

Ερωτώμαι εκ νέου:

- Αυτό είναι βαθύς κομμουνισμός και ο κομμουνισμός ξεκίνησε ως ένα οικονομικό σύστημα.
Απαντώ:

- Δεν με νοιάζει ως τι ξεκίνησε και σε τι πλαίσιο δημιουργήθηκε αυτή η πρόταση, εγώ την αποκόπτω από το οικονομικό της πλαίσιο, την παίρνω ξεχωριστά και τη χρησιμοποιώ ως βάση τις φιλοσοφίας μου.

Τώρα ρωτώ εγώ με τη σειρά μου:

- Γιατί πρέπει όλα να τα βλέπουμε ως οικονομικό-πολιτικό σύστημα βρε παιδιά;
Απαντούν:
- Γιατί η οικονομία είναι η βάση της κοινωνίας.

Διαφωνώ κύριοι, ότι η οικονομία είναι η βάση της κοινωνίας. Είναι από τα πιο βασικά της συστατικά, αλλά όχι η βάση. Είναι ίσως ο κορμός του δένδρου της κοινωνίας, αλλά όχι η ρίζα του. Από τον κορμό μέχρι τη ρίζα, μεσολαβούν και άλλα τμήματα. Ας τα ξετυλίξουμε ένα ένα προς τα κάτω:

- Η οικονομία στηρίζεται στο χρήμα. Γιατί όμως να υπάρχει χρήμα; Πάντα υπήρχε χρήμα; Η απάντηση είναι ότι το χρήμα σαν έννοια δεν υπήρχε από καταβολής (ανθρώπινου) κόσμου. Δημιουργήθηκε ως απάντηση στην ανάγκη για κοστολόγηση-αξιολόγηση των υλικών αγαθών και αργότερα των υπηρεσιών, που λειτουργούσαν στα πλαίσια μιας ανταλλακτικής κοινωνίας. Κάθε κοινωνία είναι ανταλλακτική, δεν γίνεται αλλιώς. Ανταλλακτική και αλληλοεπιδραστική. Οπότε, ο άνθρωπος, οφείλει να λύσει το θέμα της κοστολόγησης των προϊόντων. Έτσι πάμε ένα βήμα ακόμα πιο βαθειά:

- Η ανάγκη αποτίμησης και κοστολόγησης των προϊόντων οδηγεί στην ανάγκη κοστολόγησης και αξιολόγησης
της ανθρώπινης εργασίας. Και αυτό όμως με τη σειρά του μας πάει ένα βήμα ακόμα πιο πίσω: στην ανάγκη κοστολόγησης και αξιολόγησης του ίδιου του ανθρώπου! Με άλλα λόγια για να πούμε τι αξία έχει αυτό που παράγει ο άνθρωπος, οφείλουμε να συμφωνήσουμε στην αξία που έχει ο ίδιος ο παραγωγός. Τώρα, είμαστε ένα βήμα πριν τη ρίζα του δένδρου της ανθρώπινης κοινωνίας. Η ρίζα είναι η εξής:

-
Ο ορισμός του ανθρώπου. Αυτό είναι το πρώτο κινούν κάθε ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αυτό καθορίζει τους καρπούς του δένδρου του ανθρώπου. Αυτό προσπαθούν οι εκάστοτε κοινωνίες να προσεγγίσουν κάθε εποχή, με τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο. Αυτό αντικατοπτρίζει τον βαθμό σύνδεσης (και τον βαθμό αποστασιοποίησης κατ’ επέκταση) των ανθρώπων σε μια κοινωνία. Το περιεχόμενο αυτού του ορισμού επιπρόσθετα, είναι που αναδεικνύει (καθώς αναπόφευκτα τον περιέχει) και έναν άλλον βαρυσήμαντο ορισμό: αυτόν της διαφορετικότητας των ανθρώπων. Το τι είναι ο άνθρωπος κύριοι, είναι το βασικό ζητούμενο. Η απάντηση αυτού του ερωτήματος, χαρακτηρίζει την κάθε εποχή και άλλοτε την μετατρέπει σε Διαφωτισμό και Αναγέννηση, και άλλοτε σε Μεσαίωνα και Σκοταδισμό. Και πάλι όμως απέχουμε, ελάχιστα βέβαια αυτή τη φορά, από την καρδιά της ρίζας της ανθρώπινης κοινωνίας:

- Ο ορισμός του ανθρώπου, θα επέλθει αν συμφωνήσουμε στο πώς ορίζουμε τον άνθρωπο ή πιο σωστά, στο πώς ο άνθρωπος ορίζει τον άνθρωπο (άραγε ξεπερνιέται ποτέ αυτή η ρημάδα η υποκειμενικότητα; αλλά σε αυτό το ερώτημα θα επανέλθω παρακάτω). Ο άνθρωπος έχει ένα βασικό τρόπο για να ορίζει το οτιδήποτε γύρω του, κατ’ επέκταση και τον ίδιο του τον εαυτό: ο τρόπος αυτός είναι η, κοινώς αποδεκτή, επιστημοσύνη του μυαλού του, δηλαδή ο συγκεκριμένος τρόπος που αναγνωρίζει, ελέγχει και ταξινομεί τις πληροφορίες που οι αισθήσεις του τού παρέχουν, ώστε όλες μαζί να μπορούν να στοιβαχτούν κάτω από την έννοια επιστήμη. Η επιστήμη λοιπόν που ορίζει τη ζωή, άρα και τη ζωή του ανθρώπου, είναι η Βιολογία. Αυτή η επιστήμη, μιλά για κάποιους κυρίαρχους παράγοντες που καθορίζουν τη συμπεριφορά της ζωής, άρα και τη συμπεριφορά του ανθρώπου, και δεν είναι άλλοι από τα γονίδια. Τα γονίδια καθορίζουν τα πάντα, αλλά ευτυχώς, όχι επακριβώς. Δηλαδή, η «εντολή» που δίνουν αφορά μάλλον ένα εύρος τιμών παρά μια σαφώς οριοθετημένη τιμή. Το ύψος ενός ανθρώπου π.χ. δεν καθορίζεται ότι θα είναι 1,76m αλλά μεταξύ 1,70 ως 1,80m. Οι περιβαλλοντικές συνθήκες είναι αυτές που θα διαμορφώσουν την τελική τιμή επακριβώς. Είναι σαν το κούρδισμα του βιολιού, που η αδρή ρύθμιση γίνεται από τα κλειδιά στο ένα άκρο των χορδών στο μπράτσο του οργάνου, ενώ η λεπτή ρύθμιση των πολύ μικρών αποστάσεων των (μουσικών) μορίων, γίνεται από τα μικρά κλειδάκια στο άλλο άκρο των χορδών, κοντά στο ηχείο του οργάνου. Αυτό το εύρος τιμών λοιπόν, είναι που δίνει στον άνθρωπο την ψευδαίσθηση της ελεύθερης επιλογής, καθώς κάθε επιλογή μας, αν αναλυθεί μέσα από προγράμματα επεξεργασίας χαοτικών συστημάτων (που δεν υπάρχουν τέτοια - και ούτε πρόκειται ποτέ να υπάρξουν), θα αναλυθεί σε πολύ μικρές και σύντομες αλληλεπιδράσεις γονιδιακών εντολών και περιβαλλοντικών συνθηκών. Και αν οι περιβαλλοντικές συνθήκες περιλαμβάνουν τη συμπεριφορά και άλλων ανθρώπων ή ανώτερα εξελιγμένων όντων, τότε και αυτές με τη σειρά τους μπορούν να αναλυθούν σε χαοτικά δίπολα αλληλεπίδρασης γονιδίων-περιβαλλοντικών «άψυχων» συνθηκών. Εν ολίγοις, γονίδια και περιβάλλον δημιουργούν αυτό που (συνειδητοποιούμε με το μυαλό μας να) υπάρχει γύρω μας.

Τι σημαίνει όμως συνειδητοποιούμε; Αν ο άνθρωπος διαφέρει σε κάτι από τα υπόλοιπα όντα, είναι αυτό που ονομάζουμε
συνείδηση, ή αλλιώς ικανότητα αυτό-προσδιορισμού και αυτό-ελέγχου. Με άλλα λόγια, η ίδια η εξέλιξη, δημιούργησε τυχαία έναν τέτοιον μηχανισμό, (το νοητικό σύστημα του ανθρώπου), που δίνει την δυνατότητα στον άνθρωπο, συνειδητοποιώντας καλύτερα το εύρος τιμών του τελικού αποτελέσματος για το οποίο μιλήσαμε πριν, να προσαρμόζεται καλύτερα στο περιβάλλον του. Ο τρόπος λειτουργίας αυτού του νέου μηχανισμού, είναι και απλός και παλαιός, μόνο που τώρα έγινε και συνειδητός, (και εκεί ακριβώς έγκειται το update που έκανε η φυσική επιλογή): είναι η μέθοδος try and error, κοινώς, δοκιμής και σφάλματος. Η συνείδηση του μηχανισμού αυτού, δίνει μια επιπλέον ικανότητα στη μηχανή που λέγεται άνθρωπος: στην αυτό-διόρθωση, σημάδια της οποίας έχουμε ήδη γευτεί με τις προσπάθειες για γονιδιακή θεραπεία. Να ξεκαθαρίσουμε όμως κάτι, για να μην δημιουργηθούν παρεξηγήσεις. Ο βαθμός της ικανότητα αυτοδιόρθωσης του καθενός είναι και αυτός γονιδιακά καθορισμένος, με ένα εύρος τιμών που λέγαμε πριν, και δεν έχει καμία σχέση με ικανότητα συνειδητής επιλογής. Το πόσο και κυρίως το πώς μπορεί να αυτοδιορθωθεί ένας άνθρωπος καθορίζεται και αυτό με κάποια προσέγγιση από τα γονίδια που έκαστος φέρει. Θα μου πείτε τώρα, τι μπλέξιμο και αυτό μεταξύ γονιδίων που προσπαθούν να αυτο-διορθώσουν γονίδια (ίδιας ή άλληλιας μορφής)… Τι να κάνουμε όμως αγαπητοί μου, τύχη είναι αυτή και αποφασίζει όπως γουστάρει! Σε αυτή τη φάση της εξελικτικής αλυσίδας, τα γονίδια έχουν στραφεί στον εαυτό τους και η φύση πειραματίζεται σε ένα κυκλικό σχέδιο: τα γονίδια καθορίζουν γονίδια, όχι μόνο μέσω της απλής αντιγραφής, αλλά και μέσω των προϊόντων που παράγουν (μέσω των εντολών δηλαδή). Μένει να δούμε πού θα βγει όλο αυτό.

Αλήθεια, μένει απλώς να δούμε σαν απλοί θεατές προς τα πού θα πάει όλο αυτό το πανηγύρι της φύσης, ή υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε;


Η απάντησή μου είναι η εξής: είπαμε ότι μπορούμε με τη μέθοδο δοκιμής και σφάλματος, να συνειδητοποιήσουμε τι βολεύει καλύτερα εμάς και τα γονίδιά μας και έτσι να επιλέξουμε σε μια προσπάθεια αυτοδιόρθωσης (και σε μια ψευδαίσθηση ελευθερίας) την πιο ταιριαστή επιλογή ανάμεσα από λίγες ακόμα, γονιδιακά καθορισμένες. Αν ο καθένας μας, «ζορίσει» το σύστημά του (σε μια προσπάθεια να φτάσουμε στα άκρα του εύρους τιμών που προαναφέραμε), ώστε να δέχεται συνεχώς την ίδια πληροφορία για μια καλύτερη κοινωνία, (κάτι σαν το μηχανισμό επανεισόδου στην καρδιακή αρρυθμιογέννεση), τότε ίσως δημιουργήσουμε τέτοια εξελικτική πίεση, που σε περίπτωση τυχαίας μετάλλαξης, τα νέα μας γονίδια, να μπορούν να μας κάνουν λιγότερο εγωιστές. Με απλούστερα λόγια: αν μια πληροφορία, όπως π.χ. η αγάπη ή ο αλτρουισμός, έρχεται και επανέρχεται στο προσκήνιο των περιβαλλοντικών μας ερεθισμάτων και την επεξεργαζόμαστε καθημερινά (όσοι από εμάς έχουμε το κατάλληλο γονιδιακό σύστημα και να επαναφέρουμε αλλά και να επεξεργαστούμε τέτοιες πληροφορίες καθημερινά), ίσως μπορέσει να ενσωματωθεί και να ταιριάξει με τις υπόλοιπες γονιδιακές εντολές. Δεδομένου ότι έχουμε τη γονιδιακή δυνατότητα, να παίξουμε μεταξύ ενός εύρους τιμών συμπεριφοράς και φαινοτύπου, αν θέσουμε όλοι μας τον δείκτη όσο πιο ψηλά γίνεται και όσο πιο κοντά στην ανώτατή του τιμή, ίσως δώσουμε την ευκαιρία σε μεταλλάξεις να διαμορφώσουν τους νέους κανόνες του παιχνιδιού. Με ακόμη απλούστερα λόγια: το μόνο που μπορούμε να κάνουμε (και είμαστε το μόνο ζωντανό είδος που μπορούμε να το κάνουμε) σε αυτό το μακραίωνο μονοπάτι της εξελικτικής συμβίωσης, είναι να ξεχορταριάζουμε δειλά δειλά τις άκρες του μονοπατιού, μέχρι να έρθει ο πιο πλούσιος και γνωστός εργολάβος του σύμπαντος,
η Τύχη, και να θέσει τις ράγες ώστε να περάσει από πάνω το τρένο της ζωής μας.

Συνεπώς, αν θέλουμε να μιλήσουμε για το ανθρώπινα κατορθώματα, ας μιλήσουμε πρώτα για τον άνθρωπο. Και για να μιλήσουμε για τον άνθρωπο πρέπει πρώτα να τον ορίσουμε. Αν τον ορίσουμε-καλώς, ίσως κατορθώσουμε να καλωσ-ορίσουμε κάθε τι ξένο και διαφορετικό και ίσως τότε μπορέσουμε να συνυπάρξουμε μαζί του.

Σε μια προσπάθεια λοιπόν να θέσω και εγώ το όριο του ανθρώπου και να τον ορίσω (και παράλληλα να θέσω τα όρια του δικού μου εαυτού και να τον ορίσω), τραβώ από Ανατολή (Μυτιλήνη) σε Δύση (Κέρκυρα). Το ταξίδι μόλις άρχισε. Νέες εμπειρίες και νέες πληροφορίες. Ίδιες μέθοδοι αλλά που απευθύνονται σε διαφορετικούς ανθρώπους. Πόσο διαφορετικούς ανθρώπους; Αναρωτιέμαι. Ο χρόνος θα δείξει…


Κλείνοντας, οφείλω μια αναφορά, στην έννοια
υποκειμενικότητα, για την οποία έκανα νύξη νωρίτερα. Αυτή η κυρία βρίσκεται παντού και παει με όλους. Έχει κοινώς, συμπεριφορά πόρνης! Δεν της ξεφεύγουν βέβαια από το κρεβάτι τής με αντίτιμο ηδονής, ούτε τα άτομα του ίδιου φύλου, όπως ας πούμε μια άλλη όμορφη κυρία του καλού κόσμου, που ακούει στο όνομα επιστήμη. Όλα αυτά που προανέφερα σε αυτό το άρθρο, βασίζονται στην παραδοχή, ότι οι άνθρωποι βασίζονται στις παραδοχές της επιστήμης. Δεν είναι όμως όλα αυτά υποκειμενικά; Πού ξεκινούν οι φυσικοί νόμοι και πού καταλήγουν οι ανθρώπινοι ορισμοί και περιγραφές αυτών των φυσικών νόμων; Φτάνει κάπου η επιστήμη ή παρ’ όλη την καθαρότητά της είναι ένας ακόμα καθρέφτης μέσα από τον οποίο βλέπουμε εμείς οι άνθρωποι τα ανθρώπινα; Αυτό το θέμα, με απασχολεί πολύ τελευταία και χρειάζομαι αρκετό χρόνο μελέτης για να ορίσω καλύτερα στο κεφάλι μου τι είναι αυτό που λέμε επιστήμη…; Πάλι, όμως ο χρόνος θα δείξει…

Τα σέβη μου.









Αρντάν!



Η πρώτη εικόνα που αντίκρυσα όταν έφτασα Κέρκυρα ήταν η εξής:



Πωωω... Ευτυχώς δεν ήταν κάποιο αποτρόπαιο έγκλημα, αλλά ένα απλό μεσημεριανό αραλίκι... Να δεις πώς το λέγαμε αυτό στο στρατό... Αρντάν!

Κατόπιν, μαθαίνω από σοβαρή πηγή του τόπου, ότι οι περισσότεροι Κερκυραίοι είναι τεμπέληδες, "το έχουν στο κύτταρό τους, βρε παιδί μου"! Οψόμεθα λοιπόν τι θα δούμε στο μέλλον...

Αρντάν!




Εγωιστικό Γονίδιο



Πολύ το απόλαυσα. Το συγκαταλέγω ανάμεσα στα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει. Με φοβερή απλότητα αποκαλύπτει την αλληλουχία. Με φοβερή άνεση ρίχνει άπλετο φως στα σκοτεινά μας μάτια. Με διαχρονικότητα και ακρίβεια σμιλεύει κάθε νόημα που κρύβεται πίσω από κάθε λέξη. Ο λόγος περί του "Εγωιστικού Γονιδίου", του Richard Dawkins.

Κάποιες σκέψεις επί όλων αυτών που διαβάζω εδώ και λίγες μέρες:

1. Με πόση ευκολία εξηγεί το πέρασμα, από τη φυσική στη χημεία, από εκεί στη βιολογία και εν τέλει στην ανθρωπολογία… Όλα αγαπητοί μου, οφείλονται στις τέσσερις δυνάμεις που κυριαρχούσαν και εξακολουθούν να κυριαρχούν στο σύμπαν: βαρυτική, ηλεκτρομαγνητική, ισχυρή και ασθενής πυρηνική ενέργεια. Αυτές οι δυνάμεις, είναι οι τέσσερις τοίχοι, που μέσα τους κρύβουν την εξέλιξη. Εξέλιξη από τα ανόργανα στα οργανικά, από τα άψυχα στα έμψυχα, από τα άυλα στα ζωντανά, από τους κρυστάλλους στους ανθρώπους. Ακολουθώντας έναν και μόνο κανόνα: όλα δημιουργούνται από τη συνισταμένη αυτών των δυνάμεων, σε σχέση με το περιβάλλον τους.

2. Ο άνθρωπος βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο της εξελικτικής αλυσίδας. Ο άνθρωπος σαν δημιούργημα των φυσικών δυνάμεων, έχει φτάσει στο σημείο, όχι μόνο να κατανοεί την μέχρι τώρα πορεία του, αλλά να μπορεί και να την αλλάξει, να την διαμορφώσει όπως θέλει (το
θέλει σημαίνει, όπως η τύχη θέλει, για να μην παρεξηγούμαι). Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος είναι το μόνο είδος, που η εξέλιξη το έβαλε σε τέτοια θέση, που μπορεί να καθορίζει την εξέλιξη. Εξέλιξη εναντίον εξέλιξης δηλαδή! Φοβερό;! Ο άνθρωπος ακολουθώντας πιστά τα γονίδιά του, μπορεί σήμερα να μιλά για γονιδιακές θεραπείες, για παρέμβαση στο DNA, για κόψιμο και ράψιμο, σαν να μιλάμε για ρουχαλάκια… Αυτό θέλησε η τύχη, να δημιουργήσει ένα πλάσμα που κάποια μέρα θα στρεφόταν απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό και στην ίδια την εξελικτική διαδικασία. Το τι θα ακολουθήσει δεν το γνωρίζει κανείς. Απλά παρακολουθούμε όλοι μαζί, τα πειράματα της φύσης (μας).

3. Τον Dawkins τον απασχόλησε πολύ το θέμα της ύπαρξης ή όχι αλτρουιστικών γονιδίων. Αν υπάρχουν αλτρουιστικά γονίδια, αυτά είναι παρά φύσει καταστάσεις. Είναι κάτι που κοντράρει την υπόλοιπη πλειοψηφία του εγωισμού, η οποία ό,τι κάνει το κάνει για καθαρό όφελός της. Είτε όμως πούμε ότι δεν υπάρχουν αλτρουιστικά γονίδια, είτε ότι υπάρχουν, και οι δυο ερμηνείες περνούν μέσα από το εγωιστικό κόσκινο:
δεν μπορώ να ξεφύγω από τις διαταγές των γονιδίων μου! Άρα, ακόμα και ο από γονιδίων αλτρουιστής, υπακούει εγωιστικά στην συμπεριφορά που του προστάζουν τα γονίδιά του. Πόσο δίκιο είχες αγαπητέ Αιρετικέ όταν έγραφες: … όσα κάνω αγαπητέ για σε, είναι απλώς για μένα… Συμπέρασμα: η πλειοψηφία των γεγονότων γύρω μας, έχει εγωιστική κατεύθυνση. Αν ο αλτρουισμός, είναι η μειοψηφία, και για αυτό δεν καταφέρνει πολλά προς τη δική του κατεύθυνση, δεν φταίει κανείς, παρά μόνο η ίδια η φύση με την Τύχη της.

Θα ήταν καλύτερος ο κόσμος μας αν υπήρχε περισσότερος αλτρουισμός;
Νομίζω πως ναι.

Πώς θα επιτευχθεί αυτό;
Αν αυξηθούν τα αλτρουιστικά γονίδια.

Και πώς θα γίνει αυτό;
Από τυχαίες μεταλλάξεις.

Φτάνει μόνο αυτό;
Όχι, χρειάζεται και κατάλληλο οικολογικό περιβάλλον που να κάνει την μετάλλαξη να λειτουργήσει με τρόπο ευνοϊκό για τους φέροντές της, ώστε να κατορθώσουν να αναπαραχθούν και να εξαπλωθούν.

Πώς θα γίνει πάλι αυτό;
Με το να διαδοθούν τέτοιες ιδέες, ώστε να δημιουργήσουν αυτό που σε πρόσφατο post, εντελώς τυχαία είχα αποκαλέσει εξελικτική πίεση.

Πώς θα γίνει αυτό;
Πάλι εντελώς τυχαία.

Συνεπώς, πώς αλλάζει το ποσοστό αλτρουιστικής και εγωιστικής συμπεριφοράς;
Από την Τύχη και πάλι από την Τύχη…


4. Η πρώτη κοινωνία δημιουργήθηκε από τη στιγμή που ο άνθρωπος έθεσε σε εφαρμογή το ταμπού της αιμομιξίας, πράγμα αφύσικο και πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της μέχρι τότε, φύσης. Αυτό ήταν το σημείο καμπής, που ο άνθρωπος άρχισε να στρέφεται εναντίον του εαυτού του, βγαίνοντας έξω από τα φυσικά του όρια, ή πιο σωστά επιβεβαιώνοντάς τα όσο ποτέ άλλοτε, και διαμορφώνοντας τις αναλογίες των γονιδίων στην γονιδιακή δεξαμενή. Η γενετική συγγένεια, έγινε αντιληπτή και μεταφράστηκε σε κοινωνική συγγένεια, που πλέον αντί να την υπακούει, την αντιμάχεται. Έκτοτε από φυσικό ον ο άνθρωπος, έγινε κοινωνικό όν. Κάτι όμως ξέχασε. Ότι αυτή η αυτοδιόρθωση και ο αυτοεπαναπροσδιορισμός του, ήταν ίσως το πιο παράτολμο κομμάτι του γονιδιακού του προγράμματος, που εκκίνησε αυτόματα, απρόσκοπτα και εντελώς κατευθυνόμενα από την Τύχη.

5. Τα πάντα δημιουργούνται από τα γονίδια και την τύχη, μόνο που η τύχη καθορίζεται από το εκάστοτε περιβάλλον των γονιδίων. Άρα η τύχη, κάτι τόσο χαώδες και απροσδιόριστο, κάθε φορά αναμοχλεύει τα γονίδια και τα κάνει να γεννούν νέα δημιουργήματα, άρα νέα περιβάλλοντα που με τη σειρά τους θα στοιχειοθετήσουν τέτοια τύχη που θα ακουμπήσει με το μαγικό της ραβδάκι τις νέες τυχαίες συλλογές γονιδίων, ώστε να δημιουργηθούν νέα περιβάλλοντα, που θα γεννήσουν νέα δημιουργήματα και μετά ξανά νέα περιβάλλοντα κοκ… Και αν κάποιος ψάχνει την αλήθεια και την αρχή σε αυτό το κουβάρι τύχης και γονιδίων δεν θα την βρει εκεί στον κόμπο τους, αλλά κάπου αλλού: στον δημιουργό τους. Και ο δημιουργός τους δεν είναι άλλος από τις 4 δυνάμεις της φύσεως.

6.
«Μπορεί ένα ακόμη μοναδικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου να είναι η δυνατότητα γνήσιου, ανυστερόβουλου, αληθινού αλτρουισμού. Το ελπίζω. Όμως δεν θα επιχειρηματολογήσω υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης, ούτε θα προβώ σε εικασίες για την πιθανή μιμιδιακή εξέλιξή του. Αυτό που θέλω να προβάλω εδώ είναι ότι, ακόμη και αν δούμε τα πράγματα από την αρνητική τους πλευρά και υποθέσουμε πως κάθε μεμονωμένος άνθρωπος είναι θεμελιωδώς εγωιστής, η συνειδητή μας διορατικότητα -η δυνατότητά μας να προσομοιώνουμε το μέλλον με τη φαντασία μας- θα μπορούσε να μας γλιτώσει από τις χειρότερες εγωιστικές υπερβολές των τυφλών αντιγραφέων. Διαθέτουμε, τουλάχιστον, τον απαραίτητο νοητικό εξοπλισμό ώστε να φροντίζουμε για τα μακροχρόνια εγωιστικά μας συμφέροντα αντί να κοιτάμε μόνο τα βραχυχρόνια εγωιστικά μας συμφέροντα. Μπορούμε να διαβλέψουμε τα μακροχρόνια οφέλη της συμμετοχής μας σε μια ‘συνομωσία περιστεριών’ και μπορούμε να καθίσουμε παρέα και να αναζητήσουμε τρόπους για να κάνουμε τη συνομωσία να λειτουργήσει. Έχουμε τη δύναμη να αψηφήσουμε τα εγωιστικά γονίδια με τα οποία γεννηθήκαμε και εάν χρειαστεί, τα εγωιστικά μιμίδια με τα οποία γαλουχηθήκαμε. Μπορούμε ακόμη να αναζητήσουμε τρόπους εσκεμμένης καλλιέργειας και ανάπτυξης ενός αγνού, ανυστερόβουλου αλτρουισμού -κάτι που δεν έχει καμία θέση στη φύση, που δεν έχει υπάρξει ποτέ πριν σε ολόκληρη την ιστορία του κόσμου. Χτιστήκαμε ως γονιδιακές μηχανές και ανατραφήκαμε ως μιμιδιακές μηχανές, ωστόσο έχουμε τη δύναμη να στραφούμε ενάντια στους δημιουργούς μας. Εμείς μόνοι πάνω στη Γη μπορούμε να επαναστατήσουμε ενάντια στην τυραννία των εγωιστικών αντιγραφέων.»

(απόσπασμα χωρίς άδεια αναδημοσίευσης από «Το Εγωιστικό Γονίδιο», σελ. 328, τριακονταετής επετειακή έκδοση, εκδόσεις Κάτοπτρο)


Με αυτό το μήνυμα του ίδιου του Dawkins, ας ευχηθούμε κάποια στιγμή, η Τύχη να φέρει τους αλτρουιστές στο προσκήνιο της γονιδιακής δεξαμενής. Είναι οι μόνοι που μπορούν να κάνουν μια πραγματική επανάσταση, γιατί είναι από μόνοι τους
η μεγαλύτερη επανάσταση που η φύση έχει δημιουργήσει και γνωρίσει μέχρι τώρα. Και αυτό, θα έλεγε κανείς, κατά λάθος συνέβη. Ή αλλιώς, η επανάσταση είναι μια παραφύσει κατάσταση.


«Δρόμοι παλιοί»
Στίχοι: Μανώλης Αναγνωστάκης (ιατρός-ποιητής)
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη





Αθηναίων Πολιτεία



Αθήνα για λίγες μέρες. Αυτή η πόλη, όλο και αποπροσωποποιείται, αν υποθέσουμε ότι είχε ποτέ δικό της πρόσωπο βέβαια, και όλο χάνει την ταυτότητά της, αν υποθέσουμε ότι είχε ποτέ αποκτήσει.

Εμπειρία 1η : Περπάτημα σε ένα πολυσύχναστο πεζόδρομο. Αναρωτιέμαι ποιό παιδί από τα εικονιζόμενα, είναι το ζωντανό και ποιό το μη ζωντανό. Ποιό το φυσικό και ποιό το αφύσικο.


Καθώς αναρωτιέμαι, κοιτώ τον διπλανό τοίχο και βρίσκω μια πρώτη προχειρογραμμένη απάντηση:


Καθώς επεξεργάζομαι την απάντηση που μόλις πήρα από τον… τοίχο, κοιτώ ολόγυρά μου τους περαστικούς. Προσπαθώ να το παίξω λίγο ανθρωπολόγος και να εξιχνιάσω τη συμπεριφορά τους απέναντι σε αυτήν την κοινωνική εικόνα που μόλις αντίκρισα. Άραγε αυτοί την αντικρίζουν; Βλέπω άλλους τοίχους, θεώρατους, αυτή τη φορά, να ορθώνονται μέσα τους και να γράφουν μια λίγο διαφορετική απάντηση:


προχωράω βιαστικός μεγάλε και κάνω πως δεν την είδα…



Άραγε τι πραγματικά (γνωρί)ζουμε και τι όχι;


Εμπειρία 2η: συμποσιάζομαι με ανθρώπους, διαφόρων ηλικιών, διαφόρων πολιτισμικών καταβολών και διαφόρων οικονομικών καταστάσεων και συνειδητοποιώ ότι κουράζομαι αμέσως όταν μιλάω ή βρίσκομαι μαζί τους. Πολύ γρήγορα το μυαλό μου φεύγει. Έχω βαρεθεί ανθρώπους που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το σπιτάκι τους. Έχω μπουχτίσει με ανθρώπους που το ενδιαφέρον για τη ζωή δεν επεκτείνεται πέρα από την αυλή τους. Μα ποια είναι η αίσθηση που έχουμε για την κοινωνία τελικά; Ώρες ώρες νοιώθω ότι είναι κάτι που δεν μας αφορά και δεν μας αγγίζει. Μα γιατί δεν στρέφουμε λίγο το βλέμμα δίπλα μας; Ίσως δούμε κάτι ωραίο, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν το είχαμε δει…


Γιατί θυσιάζουμε στο βωμό των ψεύτικων -απ’την κάθε πολυεθνική- υποσχέσεων για ένα καλύτερο αύριο, τις όμορφες εικόνες που συναντάμε σήμερα; Γιατί σκεφτόμαστε το αύριο και χάνουμε το σήμερα;


Εμπειρία 3η: Τον συναντώ στην πλατεία Κοραή. Λέγεται Γιάννης. Είναι ψευδός. Έχει σπασμένα δόντια, δεν ξέρω για ποιο λόγο. Έχει και ματωμένο δεξί μπατζάκι. Περπατάει και τρεκλίζει. Τον παρακολουθώ, χωρίς να το ξέρει. Μπροστά του περνά ένας εκπρόσωπος της Εκκλησίας, ένας ιερέας. Ο Γιάννης τρέχει και του φιλάει το χέρι. Αυτός, το τραβάει γρήγορα, σαν να συνάντησε τον Διάβολο. Ο Γιάννης, Διάβολος; Αναρωτήθηκα. Μπα… αφού δεν έχει ουρά. Αν είχε, θα την είχε βάλει ήδη στα σκέλια του. Επίσης δεν έχει και κόκκινο χρώμα, το μόνο κόκκινο χρώμα πάνω του, είναι το ίδιο του το αίμα που λερώνει το δεξί του μπατζάκι. Αρχίζει να μιλά στον ιερέα. Ξαφνικά, ο ιερέας, μου φάνηκε σαν να έκανε στο Γιάννη μια άσεμνη κίνηση, αλλά προσέχοντας καλύτερα, μάλλον έδινε την ευλογία του ενώνοντας τον αντίχειρα με τον παράμεσο και όχι με μέσο δάχτυλο…, και εξαφανίστηκε στην επόμενη γωνία. Έμεινε ο Γιάννης να μιλάει στον αέρα και να εξηγεί στον παπά αυτά που ήθελε να του εξηγήσει. Μετά έκανε μια απότομη κίνηση, σαν αυτές που κάνουν τα μικρά παιδιά όταν δεν τους παίρνεις σοκολάτα, τέντωσε τα χέρια και άρχισε να κλαίει. Απείχαμε μόλις 2 μέτρα. Εγώ πήγα προς τη μηχανή μου. Εκείνος, σκούπισε τα δάκρυά του και ήρθε και στάθηκε μπροστά μου. Μου χαμογέλασε, μου μίλησε στον πληθυντικό και άρχισε να λέει κάτι ακαταλαβίστικα. Υπέθεσα ότι συνέχιζε τη συζήτηση από εκείνο το σημείο που το έσκασε ο παπάς. Και είχα δίκιο. Με λεπτές και σύντομες ερωτήσεις, χωρίς να τον πολυδιακόπτω, γιατί αντιλήφθηκα ότι είχε τόσα πολλά να πει, κατάλαβα την μικρή του ιστορία, ή αυτή τουλάχιστον την ιστορία που τη δεδομένη στιγμή μου πλάσαρε σαν δική του. Είναι ένα ακόμα τζάνκι, αναρωτήθηκα; Ίσως. Αλλά τέτοιο τζάνκι δεν έχω ξαναδεί. Αυτά τα κόκκινα μάτια μου φάνηκαν από κλάμα και όχι από
άσπρο πράμα… Μήπως είναι ένας ακόμα ψυχοπαθής, (γιατί ανέφερε κάτι για ψυχιατρείο και για 4 ντζαγλαράζες, εννοώντας μάλλον νταγλαράδες, που τον έδεναν και τον έδερναν), σκέφτηκα; Ίσως, αλλά με μια λοξή ματιά ολόγυρά μου, αναρωτήθηκα ποιος δεν είναι ψυχοπαθής σε αυτή την πλατεία… Μου είπε ότι έπεσε λίγο πριν και έσπασε τη μύτη του και από τον φόβο του κυριολεκτικά χέστηκε και κατουρήθηκε πάνω του και κάτω του. Τα αίματα στο δεξί μπατζάκι ήταν από τη μύτη του και η μυρωδιά από τα βιολογικά του υγρά. Να τα πιστέψω άραγε όλα αυτά, ξαναρώτησε μια φωνούλα μέσα μου. Γιατί όχι, της απάντησα και εγώ. Ο Γιάννης ήθελα να πάει κάπου να κάνει ένα μπάνιο να φύγει η μυρωζιά, εννοώντας πιθανότατα την μυρωδιά, από πάνω του. Πόσα κάνει ένα ξενοδοχείο φίλε μου; Τον ρωτώ. Ζε-ζε-ζεκαπέντε ευρώ, μου απαντά. Του τα δίνω. Αμέσως έκανε μια απότομη κίνηση, σαν αυτές που κάνουν τα μικρά παιδιά όταν τους παίρνεις σοκολάτα, τέντωσε τα χέρια και με αγκάλιασε. Έβλεπε τα λεφτά σαν να έβλεπε ολόκληρη περιουσία. Ίσως αυτά τα λίγα λεφτά για τον Γιάννη εκείνη την ώρα, να ήταν (η) ολόκληρη περιουσία (του). Αποχωριστήκαμε, και ο Γιάννης πάλι με μια απότομη κίνηση, τέντωσε τα χέρια και μου βροντοφώναξε μου μια συμβουλή: να προσέσεις με τη μηχανή τσαι να μην τρέσεις… Τότε, ένοιωσα, όλως περιέργως, σαν μικρό παιδί που του παίρνουν μια σοκολάτα. Γιάννη, θα προσέχω εγώ. Εσένα δεν ξέρω ποιο κράτος θα σε προσέξει. Το κράτος του Θεού ή το κράτος του Παπανδρέου;


Εμπειρία 4η: σταματάω σε φανάρι. Οι μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι, είχαν κλείσει έναν δρόμο ακριβώς δίπλα μου. Μια γιαγιά προσπαθεί με ένα «πι» να περάσει τη διάβαση. Αναρωτήθηκα, αν θα τα καταφέρει τελικά η γιαγιά ή αν θα έχει σωριαστεί καταμεσής πριν ακόμα ανάψει πράσινο... Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη σκέψη μου και ένα παλικάρι από τους μπάτσους, γουρούνια, δολοφόνους, την πιάνει αγκαζέ και την βοηθά να περάσει απέναντι.


Αναρωτήθηκα: άραγε αυτό το παλικάρι, που του αξίζει ένα μπράβο για αυτήν του την ευγενική συμπεριφορά, είναι δυνατόν να έχει πετάξει δακρυγόνα, να έχει χρησιμοποιήσει το γκλόπ του έναντι διαδηλωτών και να θέλει να φιμώσει κάθε δημοκρατική προσπάθεια αντίστασης απέναντι στο κράτος; Δεν είχα χρόνο όμως να σκεφτώ την πιθανή απάντηση, καθώς είχε ανάψει ήδη πράσινο φως, όπως αυτό που ανάψαμε στις τελευταίες εκλογές σαν κοινωνία στο ΠΑΣΟΚ, που μας πούλαγε φούμαρα ότι λεφτά υπάρχουν!


Εμπειρία 5η: Ξαναπερνάω από γνώριμα στενά της γειτονιάς του Ιπποκράτη. Περπατάω και θυμάμαι το άγχος και τις αγωνίες εκείνης της εποχής που ήμασταν ακόμα φοιτητές. Τώρα όλα έχουν αλλάξει, όλα έχουν παγώσει, όλα κινούνται σε πιο ανιαρούς ρυθμούς. Τώρα έχουμε γευτεί λίγο από την πραγματικότητα, που ουδεμία σχέση έχει με ό,τι μας λέγανε τότε που ήμασταν ακόμα φοιτητές. Ξαφνικά ακούω το όνομά μου από το πουθενά. Όλα έχουν αλλάξει; Ευτυχώς, όχι… Κάποια πράγματα έχουν μείνει το ίδιο, όπως ένα μαυροκόκκινο κινητό, ένα πανέμορφο βλέμμα, μια ντροπαλή φατσούλα, ένα καθαρό χαμόγελο. Ευτυχώς δεν έχουν αλλάξει όλα. Κάποια φωτεινά πράγματα έχουν μείνει το ίδιο σε τούτα τα απολιθωμένα και σκοτεινά μέρη.




Κατασκευασμένη διαφορετικότητα;






Τώρα μένω εγώ με ανοιχτό το στόμα... Τελικά είμαστε ή δεν είμαστε διαφορετικοί; Πού αρχίζει και πού τελειώνει η ομοιότητά μας;





Τρία πουλάκια κάθονται με ανοιχτό το στόμα...




"...Πολλά πουλιά ταΐζουν τα μικρά τους μέσα στις φωλιές τους. Όλα τα μικρά φωνάζουν και ανοίγουν διάπλατα τα στόματά τους, και ο γονέας αφήνει ένα σκουλήκι ή κάποιο άλλο κομμάτι τροφής να πέσει στο στόμα ενός από αυτά. Θεωρητικά, η ένταση της κραυγής κάθε παιδιού είναι ανάλογη της πείνας του. Επομένως, εάν ο γονέας δίνει πάντοτε την τροφή σε όποιο φωνάζει πιο δυνατά, τότε όλα θα τείνουν να παίρνουν το δίκαιο μερίδιό τους, καθώς όποιο παίρνει αρκετή τροφή θα σταματήσει να φωνάζει τόσο δυνατά. Τουλάχιστον αυτό θα συνέβαινε στον καλύτερο δυνατό κόσμο, όπου τα άτομα δεν εξαπατούν. Υπό το φως όμως του εγωιστικού γονιδίου, πρέπει να αναμένουμε ότι τα άτομα θα εξαπατούν, θα ψεύδονται για το πόσο πεινασμένα είναι. Αυτό θα κλιμακωθεί, κατά τα φαινόμενα μάλλον άσκοπα, διότι, εάν όλα ψεύδονται φωνάζοντας πολύ δυνατά, τότε το υψηλό επίπεδο έντασης θα καταστεί κανόνας και, ως εκ τούτου, θα πάψει να αποτελεί ψέμα. Εντούτοις, αυτή η συμπεριφορά δεν μπορεί να αποκλιμακωθεί, διότι κάθε μεμονωμένο άτομο που κάνει το πρώτο βήμα μειώνοντας την ένταση της κραυγής του τιμωρείται λαμβάνοντας λιγότερη τροφή, και κατά συνέπεια έχει περισσότερες πιθανότητες να λιμοκτονήσει..."

(απόσπασμα χωρίς άδεια αναδημοσίευσης από "Το Εγωιστικό Γονίδιο" του R.Dawkins, τριακονταετής επετειακή έκδοση, εκδ. Κάτοπτρο, σελ. 224)


Η οποιαδήποτε ομοιότητα των γραφομένων αυτών με την ανθρώπινη κοινωνία μας, μην σας ανησυχεί. Είναι απλά... τυχαία!










Υ.Γ.: Α, ρε Dawkins, γνωριζόμαστε τελικά από πολύ παλιά, χωρίς να το γνωρίζαμε, ούτε εσύ ούτε και εγώ...



Phrasals


Τις τελευταίες μέρες σκάω (=πνίγομαι). Δεν έχω όρεξη ούτε να γράψω τίποτα, ούτε να κάνω το οτιδήποτε. Παρατηρώ, ακούω, βλέπω και συνεχίζω να σκάω (=να πνίγομαι).

Είναι όμως από εκείνες τις φορές, που θέλει να βγει μια κραυγή από μέσα μου και δεν μπορεί. Κάτι την μπλοκάρει βρε παιδί μου. Αντί λοιπόν να βγει, μένει μέσα μου και εγώ συνεχίζω να σκάω (=να το βουλώνω), και έτσι να σκάω (=να πνίγομαι) ακόμα πιο πολύ.

Είναι το τσουνάμι (αξίζει να δείτε όλο το αρχείο) και τα 9000 γιαπωνεζάκια -και ποιος ξέρει πόσα ακόμα- που πέθαναν έτσι για πλάκα; Είναι ο πυρηνικός όλεθρος που έχει σκάσει μύτη (=εμφανιστεί) στον πλανήτη μας, σαν ξερατό από τα σωθικά ενός αρρωστημένου παράλογου είδους, αυτό του ανθρώπου;

Είναι οι κοροϊδίες του εκάστοτε Υπουργείου Παιδείας και των πολιτικών του παιχνιδιών, που ανάλογα με τι τους βολεύει, πότε ιδρύουν σε κάθε πόλη και πανεπιστήμιο και σε κάθε χωριό στρατώνα, κατακερματίζοντας κάθε έννοια επιστημονικού τομέα, και πότε συγχωνεύουν, ενώνουν, διαλύουν και έτσι στοιβάζουν τους μελλοντικούς επιστήμονες; Με άλλα λόγια: την παιδεία και την εκπαίδευση την έχουν κάνει μπαλάκι του τέννις σε τούτη τη χώρα, που χτυπιέται από τις ρακέτες των πάσης φύσεως και κλάσεως πολιτικάντηδων.

Μήπως είναι το οικονομικό σύστημα (δείτε και τα δυο μέρη), που αρχίζει να διαφαίνεται πώς έχει ριζώσει στον πλανήτη και πώς κινεί τα νήματα των ζωών μας;

Μήπως είναι η αποκάλυψη της βιολογικής μας σύνθεσης και η απλότητα των νόμων που κινούν κάθε κινούν σε τούτο το σύμπαν, είτε είναι το πρώτο, είτε το τελευταίο, όπως διαφαίνονται μέσα από το, αξεπέραστο κατά την άποψη μου, βιβλίο που τυχαίνει να διαβάζω αυτήν την περίοδο, και δεν είναι άλλο από "Το Εγωιστικό Γονίδιο" του Richard Dawkins, το οποίο διαπραγματεύεται το μείζον θέμα εγωισμού-αλτρουισμού από εξελικτικής πλευράς, που χαρακτηρίζει μια κοινωνία όντων; (Και να φανταστείτε ότι το εν λόγω βιβλίο μετρά κοντά σχεδόν 30 χρόνια ζωής και ύπαρξης και αντί να διδάσκεται στα σχολειά τέτοιο αριστούργημα, κρύβεται στα ράφια κάποιων σκονισμένων βιβλιοθηκών...)


Μήπως όμως κυρίως σκάω (=πνίγομαι) γιατί απέναντι σε όλα τα προηγούμενα, ο κόσμος συνεχίζει να ξε-σκάει (=διασκεδάζει) αμέριμνος στις καφετέρειες, να πηγαίνει στα μπαλέτα του και στις Λυρικές του Σκηνές, να αγοράζει πανάκριβα αρώματα, να τα σκάει (=να τα ακουμπά) σε κάθε επώνυμη μάρκα ρούχων, χωρίς κανένα υγιές καταναλωτικό κριτήριο, και να ενδιαφέρεται μόνο για το σπιτάκι του και για το παιδάκι του και... γαία πυρί μιχθήτω; (Ο Dawkins, πάντως, δίνει την ερμηνεία αυτής της εγωιστικής διάθεσης και συμπεριφοράς...). Λες και όλοι αυτοί, δηλαδή όλοι εμείς, ζούμε σε έναν άλλο κόσμο, αδιαφορώντας για το τι γίνεται γύρω μας, αποκομμένοι από την πραγματική πραγματικότητα. Είναι μήπως άμυνά μας να αδιαφορούμε; Είναι χαζομάρα; Είναι ανικανότητα αντίληψης, (μια ακόμα ατέλεια του νευρικού μας συστήματος);


Ειλικρινά δεν ξέρω τι από όλα συμβαίνει. Και στο απρόσκλητο ερώτημα που απευθύνω στον εαυτό μου: εσύ μεγάλε τι κάνεις για όλα αυτά; απαντάω σχεδόν αντανακλαστικά, ότι συνεχώς... το σκάω (=το βάζω στα πόδια)! Μήπως για αυτό οι τάσεις φυγής; Τι να πω ρε γαμώτο; Μπας και ξέρω τι μου γίνεται τελικά; Χάος μέσα στο μικρό μου κεφαλάκι, που κάθε φορά κατακλύζεται από νέες τρελές σκέψεις, οι οποίες φουσκώνουν, από ενθουσιασμό και ελπίδες, εν συνεχεία γιγαντώνονται κατακυριεύοντας όλο μου το νοητικό χώρο, χωρίς να μπορώ να δω άλλες σκέψεις, πχ του γείτονα, και τελικά σκάνε (=ξεφουσκώνουν) σαν μπαλόνια που δεν υπήρξαν ποτέ... Ποιά βάση, ποιά πραγματικότητα, ποιά δεδομένα να χρησιμοποιήσω για να ζήσω; Με ποιανού τον ρυθμό να συντονιστώ, σε μια προσπάθεια αλτρουιστικής, δηλαδή εγωιστικής κατά Dawkins, διάθεσης;

Και εν μέσω όλων αυτών των σκέψεων, συνειδητοποιώ πόσο εύκολα γεννιέται μια νέα ζωή... Αχ, και να 'ξερε σε τι κόσμο την φέρνουν οι γονείς της!


Τελικά αποφάσισα τι πρέπει να κάνω:


Σκάσε (=μη μιλάς) και σκάβε! Αυτός ο κόσμος δεν άλλαξε ποτέ Κεμάλ...