
Ένα θέμα που σκοτίζει το μυαλό μου τις τελευταίες μέρες είναι αυτό των σειρήνων, που μέθυσαν τον Οδυσσέα κατά το ταξίδι της επιστροφής του.
Σειρήνες ακούμε όλοι μας, ειδικά αυτήν την εποχή, που όλα χορεύουν σε ρυθμούς καλοκαιρινούς… μπανάκια, βολτούλες, ξενύχτια, beach parties, συναυλίες, νυχτερινοί-δροσιστικοί περίπατοι κλπ. Αρκεί μια βόλτα στο Γκάζι της Αθήνας ή στην προκυμαία της Μυτιλήνης για να καταλάβετε περί τίνος πρόκειται. Τι γίνεται όμως με τα υπόλοιπα της ζωής μας, που αποζητούν συγκέντρωση, αφοσίωση και θυσίες; Τι γίνεται με τους στόχους μας και τα όνειρά μας; Κάνουν και αυτά διακοπές; Κάνουν παύση; Ποιο το όριο μεταξύ της δικής τους μεθυστικής μουσικής και της μεθυστικής μουσικής των σειρήνων; Λένε να μην ανακατεύεις πολλά ποτά μαζί γιατί κάνουν άσχημο μεθύσι… Αληθεύει άραγε;
Θέλει θυσίες σίγουρα για να πετύχεις τον στόχο σου, αλλά τα προβλήματα ξεκινούν όταν αναρωτιέσαι βαθειά γιατί επιθυμείς να πετύχεις τον στόχο σου… Για μένα έχει απλή εξήγηση: για να κατορθώσω να επικοινωνήσω με τους γύρω μου. Όμως αν θυσιάζω την καθημερινή, ξέγνοιαστη επαφή και επικοινωνία που σαν τις σειρήνες με προσκαλεί μέσα από τις παρέες που κάθε φορά μπλέκονται στο δρόμο μου, τότε τι νόημα έχει να ευελπιστώ να επικοινωνήσω με τους ανθρώπους στο μέλλον, μέσα από κάποιες ιδιότητες που παλεύω να αποκτήσω (επαγγελματικές, μουσικές, λογοτεχνικές, ίσως και ποιητικές); Φαίνεται λιγάκι παράδοξο αυτό θαρρώ! Να θυσιάζω την επικοινωνία για να την αποχτήσω(;) με άλλους όρους σε κάποια χρόνια στο μέλλον. Ακούγεται πολύ χρηματιστήριο βρε παιδί μου! Επενδύεις χρήματα για να σου αποδώσουν πολλαπλά στο μέλλον. Όμως δεν περιγράφονται τα συναισθήματα με οικονομίστικους όρους. Ένα άσμα λέει: «…έλα και μην ρωτάς την ώρα, τα νιάτα είναι δώρα που καίνε σαν φωτιά…».
Μήπως αυτό το παράδοξο είναι αποτέλεσμα της αποπροσανατολισμένης ανατροφής που μας έδωσε αυτή η κοινωνία; Ρε μήπως το γάλα που μας τάισαν ήταν ληγμένο; Μήπως τελικά έχουμε πάρει έναν δρόμο που όλο τρέχουμε, αλλά δεν μας οδηγεί πουθενά; Μήπως τελικά το να την πέφτει ένας διευθυντής κλινικής στις νοσηλεύτριες χύμα είναι απωθημένες ανάγκες που δεν ικανοποιήθηκαν όταν ήταν ο -βιολογικός- καιρός τους; Ναι, αλλά το βασικό αντεπιχείρημα είναι: θα γινόταν αυτός ο συγκεκριμένος διευθυντής, αν ακολουθούσε τις βιολογικές του ανάγκες όταν αυτές τον καλούσαν; Ή με άλλα λόγια: θα έφτανε ποτέ στην Ιθάκη ο Οδυσσέας αν ακολουθούσε τις Σειρήνες που τόσο μελιστάλαχτα τον καλούσαν;
Όλα είναι μια ανταλλαγή. Δίνεις και ανάλογα παίρνεις (καμιά φορά δίνεις δυσανάλογα και άλλοτε παίρνεις δυσανάλογα, αλλά μιλάμε για τον νόμο της φύσης και όχι για τους νόμους της παράνομης φύσης του ανθρώπου). Ο Οδυσσέας επέλεξε συνειδητά να ακούσει το τραγούδι των Σειρήνων, να αφεθεί στην μαγεία τους, έστω για λίγο, ίσα ίσα για να το δοκιμάσει και αυτό και να έχει μια άποψη. Δοκίμασε, αλλά επέλεξε. Όπως είχε πει ο απόστολος Παύλος: «πάντα δοκιμάζητε, το καλό κατέχετε».
Ίσως τελικά αυτή να είναι και η καλύτερη λύση: δοκιμάζεις και προχωράς, αλλά δεν ξεχνάς τον προορισμό σου. Δεν ξεχνάς αυτό που σε δένει…(ή για να πούμε την αλήθεια, δεν σε δένει αυτό, εσύ το δένεις γύρω σου). Διότι αυτό το δέσιμο είναι πιο ισχυρό σε τελική, μακροπρόθεσμη ανάλυση των πραγματικών αναγκών σου. Όλα τα υπόλοιπα είναι αναταράξεις στο σκαρί σου.
Αν μπορούσα να μπω στο μυαλό του Οδυσσέα εκείνες τις βασανιστικές ώρες που ήταν δεμένος στο κατάρτι, θα άκουγα ίσως δυο υπέροχα, αλλά αντικρουόμενα μεθυστικά άσματα:
«Βουνό μου» - Ν.Ξυλούρης – Χ.Χάλαρης – Γ.Κακουλίδης
«Δυνατά» - Ε.Αρβανιτάκη – Ara Dinkjian - Λ.Νικολακοπούλου