Ημι-επανασύνδεση!


Λόγω αναταραχών στο Αιγαίο, όπου βρίσκομαι αποκλεισμένος, και πολλών απαγορευτικών, τα δυο link του προηγούμενου post δεν λειτουργούσαν. Μετά από πολλά κατάφερα να λειτουργήσω μόνο το πρώτο, τα "Επεισόδια". Το δεύτερο link, το πιο πιπεράτο, όπως της κυβέρνησης..., παρέπεμπε σε αυτή τη διεύθυνση

http://www.fimes.gr/2009/09/orgio-photos/

που δοκίμασα να την αντιγράψω σε νέα καρτέλα και όντως την εμφανίζει. Αν δεν είχε κάτι πολύ σημαντικό να πει και να δείξει (!), δεν θα επέμενα τόσο. Ελπίζω λοιπόν να σας τη βγάλει τη σελίδα.


Βλέπετε, εδώ στην παραμεθόριο υπάρχουν πολλών ειδών απαγορευτικά...

Εις το επανειδείν!



Βίας συνέχεια ή όργιο ορίων ή όριο οργίων


Χτες, πορεία στη Μυτιλήνη. Και συνεχίζει να με βασανίζει ο ορισμός της λέξης βία. Επεισόδια πρώτη φορά. Απροκάλυπτα και απρόκλητα (και μη μου πείτε ότι το σπρωξίδι ήταν πρόκληση, γιατί θα σας απαντήσω και εγώ απροκάλυπτα: το γαμήσι που δέχεται η ελληνική κοινωνία καθημερινά, δεν είναι πρόκληση;). Να σημειωθεί ότι πολύ κοντά, ούτε 50 μέτρα, από το χώρο που διαδραματιζόταν το παιχνιδάκι "κλέφτες και αστυνόμοι", υπάρχει σχολείο!

Σήμερα, συζήτηση στο Πανεπιστήμιο, με όλους τους φορείς του χώρου, για το μέλλον των (αντι)δράσεων. Εγώ, έκανα συμμετοχική παρατήρηση στην προσπάθεια όλων αυτών των ανθρώπων που μαζεύτηκαν για να ορίσουν το θέμα της συνάντησής τους. Μετά από πολύ κόπο και από πολλές απόψεις, άλλες κουφές, άλλες ψιθυριστές (ε; TsilC?), άλλες πολύ ηχηρές, άλλες άσχετες και άλλες κάπως σχετικές, διαφάνηκε στα μάτια μου ένα μεγάλο πρόβλημα, που υπάρχει όχι μόνο στις ημέρες μας, αλλά ακολουθεί τον άνθρωπο σε όλη του την ιστορική πορεία (όπα! και άλλη πορεία; καμιά σχέση με την χτεσινή πορεία έχει;).

Είναι το θέμα των ορίων κράτους-εξουσίας και πολίτη-εξουσιαζόμενου. Και φυσικά πίσω από αυτό το όριο κρύβεται και ο ορισμός της έννοιας εξουσία. Αγαπητοί μου, στις μέρες μας, βιώνουμε μια έντονη και συστηματική σκλήρυνση της κρατικής εξουσίας, που στοχεύει στον περιορισμό του ζωτικού χώρου του ανθρώπου-πολίτη. Κρατάει χρόνια αυτή η κολώνια, και η μάχη ανθρώπου και κράτους, χάνεται στο βάθος των αιώνων. Μάλιστα, από το σημείο που τίθεται αυτό το όριο στο οποίο ισορροπεί η κάθε κοινωνία, αυτή βαφτίζεται ως δημοκρατική, δικτατορική κλπ. Σήμερα, οι πολιτικές και οικονομικές συγκυρίες, θέλουν τους εξουσιαστές να αναζωπυρώνουν και να εντείνουν τις προσπάθειές τους για αύξηση του δικού τους ζωτικού χώρου, για αύξηση του ελεγχόμενου πεδίου δράσης τους. Το ερώτημα λοιπόν, για μένα είναι πώς ο άνθρωπος-εξουσιαζόμενος, ο άνθρωπος-πολίτης, θα καθορίσει τη στάση του και τη δράση του απέναντι σε αυτήν την προγραμματισμένη προσπάθεια. Ποιές οι άμυνές του; Πόσο ισχυρές μπορεί να είναι; Μπορεί να ανακόψουν τη δίψα των εξουσιαστών;

Και εδώ έρχεται η ανθρωπολογία, η ψυχολογία, η φιλοσοφία, η ιστορία και άλλες εξαίρετες ειδικότητες, που προσπαθούν να ερμηνεύσουν και έτσι να προτείνουν στάσεις και αντιστάσεις.

- Μία άποψη, θέλει απέναντι στη βία, να απαντήσει κανείς πάλι με βία. Το γνωστό οφθαλμός αντί οφθαλμού. Και επειδή οι πολίτες είναι οι περισσότεροι, με βάση των απλό νόμο των μαζών, οι μεγαλύτερες μάζες τελικά θα νικήσουν. Συνταγή γνωστή και εν πολλοίς πετυχημένη στο ρου της Ιστορίας. Ρωτάω όμως εγώ ο μικρός: αν θες να μην σε αντιμετωπίζουν σαν ζώο, να μην σε δέρνουν σαν ζώο, να μην σε ταΐζουν σαν ζώο και να μην σε φυλακίζουν σαν ζώο, τι άλλο θα δείξεις με την εφαρμογή βίας, αν όχι ότι παραμένεις πάλι ένα ζώο; Το θέμα που θα έπρεπε να μας απασχολεί είναι ποιός είναι το πιο δυνατό ζώο ή το τι διαφοροποιεί είναι ζώο από ένα πολιτικό ον; Ας αναλογιστούμε λοιπόν τι εστί πολιτικό ον πρώτα, ποιές είναι οι δυνάμεις του, ποιά τα χαρακτηριστικά του και ποιές οι διαδικάσίες μέσα από τις οποίες δραστηριοποιείται και τελικά επιτυγχάνει την κοιωνική του υπόσταση. Ο Γκάντι πάντως έχει δώσει την απάντησή του σχετικά με τη βία.
- Μία άλλη άποψη θέλει απέναντι στη βία, να απαντήσει κανείς παθητικά. Πάμε, κάνουμε κατάληψη σε έναν δημόσιο φορέα, π.χ. ΔΟΥ, αράζουμε και δεν κουνιόμαστε επαέ μπας και έτσι τους μεταπείσουμε. Και εγώ ρωτώ: κατάληψη τίνος; ενός άψυχου χώρου ή ενός δικαιώματος κάποιου άλλου συμπολίτη μας που θα ήθελε να χρησιμοποιήσει αυτόν το χώρο; Καταλαμβάνω τι; κάτι που είναι δικό μου ή κάτι που είναι δικό σου, ή τέλος κάτι που είναι δικό μας; Ας αναλογιστούμε λοιπόν τι εστί δικό μου, δικό σου, δικό μας, πρώτα. Πού είμαστε και πού θα θέλαμε να είμαστε, στο εγώ ή στο εμείς, που έλεγε και ο Μακρυγιάννης;
- Μία άλλη άποψη, θέλει να συνδιαλεχτεί ο εξουσιαζόμενος με τον εξουσιαστή. Σύμφωνοι, αλλά αυτό απαιτεί μια βασική προϋπόθεση: να μπορούν οι δυο πλευρές να συνδιαλεχτούν. Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει να ξέρουν να συνδιαλεχτούν, αλλά επίσης και να θέλουν. Αν οι εξουσιαζόμενοι θέλουν, αλλά κάποιοι δεν μπορούν, (επειδή π.χ. είναι σοβατζήδες και κουβαλάνε τσιμεντοκουβάδες από την ηλικία των 7 χρονών), οι εξουσιαστές είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι ούτε θέλουν, αλλά -κυρίως- ούτε μπορούν. Η εξουσία κύριοι, δεν ταιριάζει με τον διάλογο. Ή αλλιώς, η εξουσία δεν συνδιαλέγεται, παρά μόνο φλυαρεί, μονολογεί, παραπλανεί και εκτελεί. Εκτελεί ορέξεις και φιλοδοξίες των ολίγων, εκτελεί αρρωστημένες φαντασίες πιο πολλών, και εκτελεί και ανθρώπους (γιατί όχι; δεν αξίζουν μία στα μάτια των εξουσιαστών). Η εξουσία ανατροφοδοτείται από την ύπαρξη εξουσιαζόμενων, οπότε είναι απολύτως φυσικό να αναζητά διεύρυνση του πεδίου ελέγχου της και να περιορίζει συνεπώς, το ζωτικό χώρο των υπολοίπων. Οι εξουσιαστές υπάρχουν επειδή υπάρχουν κάποιοι που είναι εξουσιαζόμενοι. Αν εκλείψει η δεύτερη ομάδα, θα χαθεί το νόημα ύπαρξης και η ταυτότητα και της πρώτης. Και επειδή σε μια κοινωνία το πάνω χέρι το έχει η πρώτη ομάδα, κινεί τα νήματα με τέτοιον τρόπο ώστε συνεχώς να μεγαλώνει αριθμητικά η δεύτερη ομάδα.

Το πιο σημαντικό όμως ερώτημα, δεν τέθηκε ακόμα. Είναι το εξής: γιατί υπάρχει η έννοια εξουσία εντός των ανθρώπινων κοινωνιών; Αυτή δημιουργεί τον διαχωρισμό του κοινωνικού συνόλου σε δυο υποομάδες (εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι) και αυτή είναι που γεννά και κατευθύνει όλη την κοινωνική συνύπαρξη. Η εξουσία, διαποτίζει κάθε τι κοινωνικό. Γιατί;

Η απάντησή μου, εμπειρικά και διασθητικά μόνο την καταθέτω, είναι γιατί η εξουσία υπάρχει εντός του κάθε ανθρώπου. Εξουσία δηλαδή υπάρχει στην κοινωνία, γιατί υπάρχει ως συστατικό του κάθε μέλους της, που με τη σειρά του αποτελεί συστατικό αυτής της κοινωνίας. Ο άνθρωπος είναι ον που λειτουργεί στον άξονα της εξουσίας. Κατευθύνεται και υπακούει στις ιδέες άλλων που του επιβάλλονται, αλλά και εξουσιάζει με τη σειρά του κάποιους άλλους, για να κατευθύνει και να επιβάλλει και αυτός τις δικές του ιδέες. Με άλλα λόγια, εδώ μιλάμε για μια μάχη δυνάμεων. Αυτών που επιβάλλονται έξωθεν και άνωθεν και αυτών που επιβάλλονται από μέσα μας.

Και τα δυο είδη δυνάμεων θέλουν να κατευθύνουν τις ιδέες μας και τη σκέψη μας.
- Γιατί θέλουν να τις κατευθύνουν; Για να επιτύχουμε στόχους.
- Γιατί να επιτύχουμε στόχους; Για να κερδίσουμε, να απολαύσουμε, να ικανοποιήσουμε ανάγκες μας. Ο άνθρωπος, εγωιστικότατο ον, γεμάτο ανάγκες, μην ξεχνάτε...
- Γιατί να ικανοποιήσουμε ανάγκες; Για να προλάβουμε να νοιώσουμε κάτι σε αυτή τη ζωή.
- Γιατί να προλάβουμε; Γιατί ο χρόνος τρέχει, είναι αμείλικτος και όταν φύγει δεν ξαναγυρνά. Γιατί έχουμε ελάχιστες ευκαιρίες να αντιληφθούμε τον κόσμο γύρω μας, τον οποίο αντιλαμβανόμαστε μόνο όταν νοιώσουμε κάτι. Βλέπετε, η φυσική και η χημεία (όλα αυτά δηλαδή που συγκροτούν το είναι μας), αποφάσισε ότι πρώτα νοιώθουμε με τις αισθήσεις μας (αυτή είναι η μοναδική σύνδεσή μας με τα ερεθίσματα του κόσμου), μετά επεξεργαζόμαστε με τον κεντρικό μας επεξεργαστή (τον εγκέφαλό μας), μετά αντιλαμβανόμασε και τέλος ανασυνδυάζουμε τα ερεθίσματα (ακόμη και το DNA μας!) που δεχτήκαμε , με σκοπό να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας που αναφέραμε πριν.

Συμπέρασμα 1: η φυσική και η χημεία αποτελούν τη μηχανολογία μας, οι ανάγκες μας αποτελούν την αφετηρία μας, η ικανοποίηση των αναγκών μας αποτελεί τον τερματισμό μας μας, ο εγωισμός μας προδιαγράφει τη διαδρομή που θα τρέξουμε -το κουλουάρ μας- καθώς καθρορίζει αν είναι η εσωτερική (εσωστρεφής) ή εξωτερική (εξωστρεφής) διαδρομή, και φυσικά ο χρόνος αποτελεί εκείνον τον αντιπαθητικό τύπο με το όπλο, που πυροβολεί για την εκκίνηση και κρατά στα χέρια του το χρονόμετρο. Με άλλα λόγια, ο χρόνος καθορίζει ποιός, πού, πότε, και πώς θα τρέξει σε αυτό το αγώνισμα, που λέγεται ζωή. Πώς συνυπάρχουν όμως, όλα αυτά τα διαφορετικά στοιχεία μαζί; Με άλλα λόγια ποιός είναι ο συνεκτικός κρίκος όλων αυτών των μερών; Ή ακόμα πιο απλουστευτικά, ποιές δυνάμεις συγκρατούν αυτό το πολύπλοκο σύστημα από την διάλυση και την εντροπία; Φυσικά, η εξουσία μέσα μας, που αποτελεί πεδίο δράσης λαμπρό και χώρο συνάντησης για τις απανταχού εφαρμοζόμενες δυνάμεις πάνω στο μικρό κορμάκι μας και στο ακόμα πιο μικρό μυαλουδάκι μας.

Συμπέρασμα 2: η πάλη των ανθρώπων, εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων, θα σταματήσει ποτέ; Άποψή μου είναι πως όχι. Γιατί; Διότι, αν ποτέ νικήσουν οι εξουσιαζόμενοι, θα μετατραπούν και αυτοί με τη σειρά τους σε εξουσιαστές. Βλέπε Η Φάρμα των Ζώων και θα καταλάβεις αγαπητέ αναγνώστη.

Άρα τι μας μένει; Ο τρόπος που θα διεξάγουμε αυτόν τον αγώνα. Διότι ο τρόπος δείχνει ποιός είναι ο δρόμος που θέλουμε να βαδίσουμε, έστω και σε μια φαντασιακή διάσταση (ε TsilC?). Όταν οι εξουσιαστές χρησιμοποιούν χημικά δακρυγόνα, εμείς οι εξουσιαζόμενοι ας χρησιμοποιήσουμε φυσικά δάκρυα, δικά μας, ολόδικά μας δάκρυα για την κατάντια του ανθρώπου που πίστεψε στην ψευδαίσθηση (την πολιτισμική κατασκευή, όπως την ονοματίζουν κάτι παλαβοί κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, ε TsilC?) ότι δεν είναι ζώο, αλλά κάτι ανώτερο.

Θα βγει κάτι με τα φυσικά δάκρυα; Ίσως μόνο μια μικρή ανακούφιση και λίγοι συνοδοιπόροι στις (α)πορείες της ζωής... Κάτι είναι και αυτό.


Υ.Γ.: Την ώρα αυτή γράφω από τους υπολογιστές της σχολής, ένεκα διακοπής της οικιακής μου σύνδεσης, ένεκα αποσύνδεσής μου από τον οικιακή μου ζω(τ)ική χωρητικότητα. Τι λέτε ότι συνέβη άραγε εντός του εργαστηρίου που είναι οι υπολογιστές, εγώ και άλλα δυο άτομα; Τα δυο άτομα, στο ά(να)ψε σβήσε, άρχισαν να παίζουν ξύλο (χρήση βίας, νομίζω λέγεται αυτό), επειδή ο ένας άναψε τσιγάρο στο εργαστήριο (εφαρμοζόμενη δύναμη από εντός του, νομίζω λέγεται αυτό) και ο άλλος του είπε να το σβήσει, διότι επικαλέστηκε σεβασμό στον κανονισμό (εφαρμοζόμενη δύναμη άνωθεν, νομίζω λέγεται αυτό). Μιλάμε, ότι μέσα σε δευτερόλεπτα, δυο παντελώς άγνωστοι, μετά από μόλις δυο τρεις κουβέντες που ανταλάξανε, άρχισαν να χρησιμοποιούν βία, ο καθείς για ικανοποίηση των δικών του ιδιαίτερων αναγκών... Ήμαρτον ρε σσσσσσεις!!!! Τέτοια σύμπτωση;!


ΕΣΥ Διονύσιε, άραγε τι λές;



Κάμποσες μέρες πριν, μιλάω τηλεφωνικά με μια ψυχολόγο για την περίπτωση μιας ασθενούς. Προχτές, σε μια στρογγυλή τράπεζα ταβερνείου (πώς λέμε συνεδρίου;!), τυχαίνει να συναντήσω αυτήν την ψυχολόγο. Συζητώντας, μου είπε ότι η φωνή μου από τηλεφώνου, της ακούστηκε να έχει «βία». Προσπάθησα να καταλάβω τι εννοεί, οπότε μου δημιουργήθηκε η απορία, τι πραγματικά σημαίνει βία.


Η
Βία, ήξερα ότι έχει δυο έννοιες: 1. βιασύνη, 2. άγρια δύναμη. Ψαχουλεύοντας στα σωθικά αυτών των δυο ερμηνειών, βρήκα ένα κοινό στοιχείο: αυτό της ανάγκης. Είτε πρόκειται για γρηγοράδα, είτε για άγρια επιβολή δύναμης, είτε και για τα δυο μαζί (που είναι και το πιο σωστό), υπάρχει ως κοινός παρανομαστής η ανάγκη.

1. Όταν βιάζεσαι, εφαρμόζεις δύναμη σε οτιδήποτε έρχεται στο διάβα σου και σε αναγκάζει να αλληλεπιδράσεις μαζί του, με σκοπό να ξεμπερδέψεις γρήγορα μιας και αποσκοπείς να φτάσεις σε έναν άλλο στόχο, ο οποίος είναι φυσικά η αιτία που σε κάνει να βιάζεσαι. Όταν βιάζεσαι, λοιπόν δεν έχεις χρόνο να συζητήσεις, να επιχειρηματολογήσεις, να υπεραναλύσεις. Δεν συντρέχουν με άλλα λόγια, οι συνθήκες ενός υγιούς διαλόγου, διότι συν-τρέχουν άλλα θέματα που κάνουν και εσένα να τρέχεις μαζί (συν-), οπότε για να ξεπεραστεί η όποια αλληλεπίδραση, πρέπει να εφαρμοστεί μια δύναμη ώστε να επέλθει ένα αποτέλεσμα και να παρθεί μια απόφαση (μην ξεχνάμε ότι η κάθε αλληλεπίδραση έχει ένα αποτέλεσμα μέσα από το οποίο λαμβάνεται μια απόφαση). Αυτός που βιάζεται λοιπόν, προσπερνά τα όποια προβλήματα παρεμβάλλονται ωσότου φτάσει στην πηγή ικανοποίησης της ανάγκης του, μέσω της επιβολής της άποψής του σε όλους αυτούς που συναντά. Άρα βιασύνη, σημαίνει γρήγορη, απότομη, χωρίς ουσιαστικά αλληλεπίδραση με ερεθίσματα, προσπάθεια να φτάσουμε στο στόχο μας. Ή αλλιώς σημαίνει ένα παιχνίδι με το χρόνο! Τρέχουμε να κερδίσουμε χρόνο, ή ακόμα πιο σωστά, τρέχουμε να κερδίσουμε τον χρόνο.

2. Όταν εφαρμόζεις άγρια δύναμη, θέλεις να επιφέρεις ένα άμεσο αποτέλεσμα και να ικανοποιήσεις μια άμεση ανάγκη. Γίνεται να εφαρμόζεις μια άγρια δύναμη με σκοπό έναν άμεσο στόχο, χωρίς αυτή η δύναμη να περιέχει τα χαρακτηριστικά της ορμής, της έντασης, της αγωνίας, του πάθους και της ανατριχίλας; Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά όμως, αν τα καλοεξετάσετε θα δείτε ότι ανταγωνίζονται τον άπιαστο χρόνο. Εσωκλείουν κάτι που είναι πολύ, σε κάτι που είναι λίγο, δηλαδή το χρόνο. Έτσι δίνουν την ψευδαίσθηση της νίκης, επειδή σε κάτι τόσο λίγο, όσο ο χρόνος, χώρεσαν κάτι τόσο πολύ! Προσπαθούν λοιπόν να προσπεράσουν και να νικήσουν το χρόνο και την άπειρη διάστασή του.

Συμπέρασμα: βία, εμφανίζεται και ως βιασύνη και ως άγρια δύναμη (ανάλογα ποιο χαρακτηριστικό της διαδικασίας υπερτονίζουμε ή φωτίζουμε περισσότερο), όταν προσπαθούμε να ικανοποιήσουμε μια ανάγκη μας. Όχι, όμως μια οποιαδήποτε ανάγκη μας, μα την δυσκολότερη και την πιο ανικανοποίητη:
αυτή της υπερνίκησης του χρόνου. Ο χρόνος είναι αυτός που μας κάνει να βιαζόμαστε, να είμαστε απότομοι, να μην αλληλεπιδρούμε ουσιαστικά με τους άλλους, να είμαστε ορμητικοί, άγριοι ίσως, να θέλουμε να επιβάλλουμε την δική μας άποψη ώστε να αποφύγουμε τα πολλά λόγια και τις πολλές εξηγήσεις και έτσι να φτάσουμε γρηγορότερα στο στόχο μας.

Ο χρόνος, ύπουλος δράστης, μας παραμορφώνει. Μας στολίζει με απάνθρωπα χαρακτηριστικά, με πρωτόγονες και πρωτόγνωρες συμπεριφορές.

Πώς γίνεται όμως όταν κρίνεται η ζωή κάποιου και εσύ θεωρείς χρέος σου ως γιατρός να εμποδίσεις τον ύπουλο χρόνο να τα μαγαρίσει όλα, να μην φανείς βίαιος ακόμα και από τηλεφώνου; Για να μην βάλω μέσα, τον παράγοντα Ε-θνικό Σ-ύστημα Υ-γείας που όταν προσπαθείς να συντονίσεις τις προσπάθειες ειδικών ΕΣΥ ο ανειδίκευτος, σου απαντά σχεδόν ομόφωνα αυτό το υπέροχο σύστημα: ΕΣΥ θα βγάλεις το φίδι από την τρύπα, ΕΣΥ θα κάνεις και αυτή τη δουλειά και εκείνη και την άλλη, ΕΣΥ θα ασχοληθείς, ΕΣΥ θα τρέξεις, ΕΣΥ θα αγχωθείς, ΕΣΥ θα αντιμετωπίσεις τη φθορά του γελωτοποιού χρόνου, ΕΣΥ θα ξεσκιστείς μέχρι να αποξενωθείς από τον εαυτό σου και να γίνεις ΕΓΩ! Ξαναρωτώ λοιπόν την κυρία ψυχολόγο: όταν επείγεσαι για τη ζωή κάποιου που επείγεται, ενώ άλλοι δίπλα σου φέροντες την ίδια και μεγαλύτερη ευθύνη από εσένα για τη ζωή που επείγεται, απλά αγοράζουν αγρόν, πώς γίνεται να μην φανείς βίαιος;

Όταν ο χρόνος κυνηγά ζωές, πώς γίνεται να μην κυνηγά και τη ζωή ενός γιατρού;



Υπάρχει όμως, τρόπος να ξεδιψάσει αυτή η ανάγκη καταπάτησης του ανίκητου χρόνου και έτσι να νικηθεί το θεριό! Υπάρχουν φορές που και δεν βιάζεσαι και το απολαμβάνεις και δεν τελειώνει γρήγορα... Πώς; Ιδού το μυστικό:


"Santiago"
by Loreena Mckennitt






Υ.Γ.: Ψάχνοντας στο διαδίκτυο, είδα ότι έχει γίνει μεγάλη συζήτηση στην πολιτική μας ζωή, για την διττή έννοια
βία και μάλιστα για αυτή τη βία που μίλησε ο Σολωμός.







Με Το Νου προς τα εμπρός!



Σήμερα ήταν το τελευταίο ταξίδι με τη μηχανή, παρ' ότι κρύο και απειλή βροχής, σε τούτο το ευλογημένο νησί. Ήταν αναγκαίο. Προηγήθηκε πακετάρισμα από το πρωί, ενόσω ελάμβανε χώρα ξεπακετάρισμα των αναμνήσεων που συνελέχθησαν μέσα από τη βιωματική εμπειρία σχεδόν δυο χρόνων τώρα. Και αν οι κούτες επιδρούσαν, μέσω της καταπόνησης, στη μέση μου, οι αναμνήσεις επιδρούσαν στην αρχή και στο τέλος μου. Σ' όλη τη διαδρομή, τόσο με τη μηχανή όσο και με το νου, περνούσαν από μπροστά μου βουνά, θάλασσες, άνθρωποι, τόποι που γνώριζα μα και άλλοι που προσδοκώ να αντικρύσω... Και σκέφτηκα άραγε, πώς συνδέονται όλες αυτές οι τόσο διαφορετικές εικόνες μεταξύ τους; Την απάντηση μου την έδωσε ο Παντελής Θαλασσινός.


Μύρτα, Ελένη, Παγώνα, Μαρία, Σοφία, Μαρία, Αντώνης, Πέπη, Ρένα, Μπάμπης, Αφρούλα, Βίκυ, Όλγα, Νίκη, Εύα, Γεωργία, Ελπίδα, Σταύρος, Χρύσα, Βούλα, Ελευθέριος, Μαρία, Αναστασία, Ειρήνη, Στρατής, Κατερίνα, Μπάμπης, Μιχάλης, Σοφία, Απόστολος, Δημήτρης, Βατούλα, Ευάγγελος, Χαρίσιος, Χαράλαμπος, Ευγλωττία, Αικατερίνη, Ιωάννης, Ειρήνη, Βασίλειος, Σαράντος, Ευάγγελος, Σταύρος, Κομνηνός, Έλλη, Σωτήριος, Δέσποινα, Γεώργιος, Δημήτριος, και πολλοί πολλοί άλλοι... (σταματώ γιατί θα το θεωρήσετε μνημόσυνο, ενώ δεν πρόκειται περί αυτού).


Ο καθένας τους, έχει τη δική του ιστορία. Και η δική μου ιστορία πλέον, έχει τον καθένα από αυτούς.


"Να αγαπάς"
Στίχοι: Νίκος Βελιώτης
Μουσική, Ερμηνεία: Παντελής Θαλασσινός






Υ.Γ.: Εκεί που συμμάζευα, βρήκα κάτι που είχα ξεχάσει ότι το είχα. Πάνε χρόνια που το απέκτησα. Πάνε χρόνια που με ακολουθεί όπου πάω, ή πιο σωστά που εγώ ακολουθώ εκείνο. Είναι ένα κόμικ, που παρουσιάζει τις ζωές που έχουν οι καρικατούρες, ξέρετε... εκείνες τις μικρές ζωούλες που με τις περιπέτειές τους μας προκαλούν γέλιο. Είναι πιστεύω ώρα να ανασυρθεί από τη σκόνη (καλά πόσο γρήγορα πιάνει κάτι σκόνη;) και να βγει στην επιφάνεια, με σκοπό να ξαναμπεί σε ταξιδιωτικό σάκο!





Με Το Νου λοιπόν προς τα εμπρός, ο ταξιδευτής ξεκινά, κουβαλώντας όλα τα πίσω, αλλά και κουβαλώντας τα όλα πίσω!




Η θηλυκιά η φύση



Υπάρχει πέρα από πολιτισμικές ή άλλου είδους κατασκευές. Πέρα από φτιασιδώματα, ορισμούς και περιορισμούς. Αφήστε τους ανθρωπολόγους να λένε για το αντίθετο... Υπάρχει κάτι πίσω από όλα τα ανθρώπινα που δεν βγαίνει και δεν ταξινομείται, δεν υποχωρεί και δεν βιβλιοδετείται: η φύση του. Η οποία είναι διττή, από τη φύση της!



Θαυμάστε το ερωτικό κάλεσμα, το κάλεσμα της ίδιας της φύσης. Το κάλεσμα που θέλει να σμίγει το θηλυκό με το αρσενικό. Πώς να αρνηθείς μια τέτοια πρόσκληση;


"Reels"
by Celtic Woman





Είναι η ίδια η φύση, που υπάρχει μέσα σε όλα τα φυσικά. Ακόμα και στα παραφύσει. Υπάρχει σε αυτά που βλέπουμε, σε αυτά που νοιώθουμε, σε αυτά που αγγίζουμε, σε αυτά που θέλουμε να αγγίξουμε. Υπάρχει στις πεταλούδες που αμέριμνες παίζουν, χορεύουν, τραγουδούν, ζωγραφίζουν, ταξιδεύουν. Θαυμάστε το ταξίδι τους στη φύση!


"The Butterfly"
by Celtic Woman





Μα κάπου στο διάβα αυτού του ταξιδιού, μπορεί η φύση να πληγωθεί... από την ίδια της τη φύση. Άρα η φύση πληγώνει και πληγώνεται. Και τότε αναδύεται, η στενοχώρια, η πληγή, η θλίψη, διόλου τυχαίο που είναι όλα τους θηλυκά... Μόνο τα θηλυκά, πραγματικά πονούν. Από τη γέννησή τους κιόλας. Παίζουν με χαρτιά σημαδεμένα από την ίδια τη φύση, καθώς άφησε το σημάδι της αέναης αναγέννησης, πάνω τους. Ορίστηκαν να γεννούν και έτσι να πονούν. Γεννούν ζωή, ιδέες, συναισθήματα, ενέργεια. Γεννούν αδιάκοπα και αλύγιστα. Και στο τέλος χαμογελούν.

Και οι άντρες; Χα... αυτοί είναι στο ντάπα ντούπα τους, κοινώς έχουν το χαβά τους! Τι να κάνουν όμως και αυτοί; Υπακούουν τη φύση τους, κοινώς υπακούουν ένα θηλυκό. Άρα κάπως ισοφαρίζει το πράγμα...



"Shenandoah"
by Celtic Woman







Να φέξει μεσάνυχτα



Τροχός
. Σύμβολο της αέναης επανάληψης. Αυτός που φέρνει τα πάνω κάτω, τα τώρα τα πάει μετά, και τα αργότερα τα παρουσιάζει για τωρινά. Και πάλι από την αρχή. Για όλους και για κάθε αρχή.


Και τα χρόνια να κυλούν...


Αγρίμι. Σύμβολο της αέναης πάλης. Το άγριο και πρωτογενές ενάντια στην υποδούλωση. Η δύναμη της φύσης που κυνηγιέται και νικιέται από το αδύναμο του τίποτα.


Και τα χρόνια να μην πιάνονται...


Αρκούδα. Σύμβολο σταθερότητος. Για χιλιάδες χρόνια παραμένει καρφιτσωμένη εκεί, να προστατεύει το Άστρο του Βορρά από τους πειρατές του σύμπαντος.


Και τα χρόνια να πετούν...


Αστρολάβος. Σύμβολο κατεύθυνσης. Πιστός συνοδοιπόρος στα σκοτάδια της ψυχής. Κουβαλά πάντα το ελπιδοφόρο μήνυμα ότι δεν χάθηκε ο δρόμος μας.



Και τα χρόνια να χάνονται...



Αλάτι. Σύμβολο φθοράς. Τρώει ό,τι εμποδίζει το διάβα του. Χαράζει κάθε υλικό, έμψυχο ή μη, διαβρώνει κάθε οργανωμένη προσπάθεια που γεννιέται.


Και τα χρόνια να εξαφανίζονται...


Γοργόνα. Σύμβολο θηλυκότητας. Η αφύσικη φύση της γεννά παραμυθένια ομορφιά και μαζί πολλά όνειρα. Κολυμπά στα πιο βαθειά νερά του νου και φωτίζει τις γωνιές του βυθού όπου καμία αχτίδα δεν κατορθώνει να φτάσει. Την προσμένουν όλοι όσοι έχουν αντικρύσει έστω και μια φορά το βυθό.


Και τα τελευταία χρόνια, ασθμαίνοντας απ' τη γρηγοράδα του ταξιδιού, να ρωτούν τα πρώτα, απομακρυσμένα και προπορευόμενα χρόνια:

- Πού πάμε;

Και εκείνα, τα πρώτα, να απαντούν σαν πρώτα:

- Ρώτα τα επόμενα...




"Χρόνια και χρόνια στον τροχό"
Στίχοι: Κ.Χ. Μύρης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης και Μέμη Σπυράτου





Τι κάνουν; Μαθαίνουν γλώσσες!


Δεν μπορώ να μην αναδημοσιεύσω ένα τόσο ωραίο απόσπασμα από το βιβλίο Κοινωνιογλωσσολογίας που διαβάζω:


"Η σύγχρονη έρευνα επιπλέον, έχει εντοπίσει πλεονεκτήματα στα παιδιά που έρχονται σε επαφή με ένα δεύτερο γλωσσικό σύστημα. Ειδικότερα, τα παιδιά αυτά αποκτούν από νωρίς τη συνείδηση της αυθαιρεσίας του γλωσσικού σημείου, της αυθαίρετης δηλαδή σύνδεσης ήχου και έννοιας που χαρακτηρίζει τις ανθρώπινες γλώσσες. Αποκτούν με άλλα λόγια, μια αυξημένη μεταγλωσσική συνείδηση έναντι των μονόγλωσσων παιδιών, κάτι που πιθανότατα διευκολύνει την εκμάθηση της πρώτης γραφής και ανάγνωσης και οδηγεί σε υψηλότερα επίπεδα σχολικής επιτυχίας. Ένας άλλος τομέας στον οποίο ενδέχεται να υπερέχουν τα διπλόγλωσσα παιδιά είναι η επικοινωνιακή ευαισθησία, καθώς από νωρίς αναγκάζονται να συνειδητοποιούν ποια γλώσσα είναι κατάλληλη για την κάθε περίσταση επικοινωνίας. Σύμφωνα με τη Skutnabb-Kangas (1988) μονογλωσσία σημαίνει μονοπολιτισμικότητα. Κατά συνέπεια, ένα μονόγλωσσο άτομο βλέπει τα πράγματα από μία μόνο οπτική γωνία και δεν μπορεί να τα δει από την οπτική γωνία ενός άλλου.

Στα περισσότερα -αλλά υποβαθμισμένα- μέρη του κόσμου, άλλωστε, η διπλογλωσσία ή η πολυγλωσσία είναι εντελώς φυσιολογική κατάσταση, καθόλου στιγματισμένη, απαίτηση μάλιστα της καθημερινής επικοινωνίας. Υπάρχουν γλωσσικές κοινότητες όπου οι άνθρωποι μιλούν πολλές γλώσσες: μια ή περισσότερες στο σπίτι, άλλη στο χωριό, άλλη για εμπορικούς σκοπούς και για την επαφή με τον κόσμο έξω από την κοινότητα. Αυτές οι γλώσσες μαθαίνονται με φυσικό τρόπο και οι μεταβάσεις από τη μια γλώσσα στην άλλη γίνονται από τους ομιλητές χωρίς δισταγμό. Ένα μονόγλωσσο άτομο σε μια τέτοια κοινότητα θα θεωρούνταν κοινωνικά απροσάρμοστο.


Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα πολύγλωσσης κοινότητας μας δίνουν οι Tukano του βορειοδυτικού Αμαζονίου, στα σύνορα Κολομβίας και Βραζιλίας. Οι Tukano είναι πολύγλωσσοι διότι η γυναίκα που ένας άνδρας θα παντρευτεί πρέπει να μην είναι από την ίδια γλωσσική κοινότητα. Ο γάμος απαγορεύεται ανάμεσα σε έναν άνδρα και σε μια από τις ‘αδερφές’ του, σε μια δηλαδή από τις γυναίκες που μιλούν την ίδια γλώσσα, καθώς κάτι τέτοιο θεωρείται ως ένα είδος αιμομιξίας. Έτσι, οι άνδρες διαλέγουν τις γυναίκες που θα παντρευτούν από γειτονικές αλλόγλωσσες φυλές. Μετά το γάμο οι γυναίκες πηγαίνουν στην οικογένεια του άνδρα με αποτέλεσμα στην κοινότητα να μιλιούνται πολλές γλώσσες: αυτήν των ανδρών, οι ποικίλες γλώσσες των γυναικών από τις διάφορες φυλές, και μια διαδεδομένη στην ευρύτερη περιοχή γλώσσα εμπορίου. Τα παιδιά γεννιούνται σε πολύγλωσσο περιβάλλον, όπου άλλη είναι η γλώσσα του πατέρα, άλλη η γλώσσα της μητέρας και άλλες οι γλώσσες των γυναικών με τις οποίες έρχονται σε καθημερινή επαφή. Όλοι όμως στην κοινότητα ενδιαφέρονται να μάθουν τις γλώσσες των άλλων και στο πλαίσιο μιας συνομιλίας η μετάβαση από τη μια γλώσσα στην άλλη είναι κάτι πολύ συνηθισμένο. Η πολυγλωσσία είναι κάτι τόσο φυσικό και αυτονόητο στην κοινότητα αυτή που οι Tukano δεν γνωρίζουν πόσες γλώσσες μιλούν. Σε καμιά περίπτωση πάντως δεν γίνεται προσπάθεια ελάττωσης των ομιλούμενων γλωσσών, όπως συμβαίνει σε πολλά δυτικά κράτη κυρίως με τις γλώσσες των μεταναστών. Η πολυγλωσσία θεωρείται πηγή δύναμης καθώς δίνει τη δυνατότητα ποικίλων επαφών και κυρίως γάμου μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών γλωσσικών κοινοτήτων."

(απόσπασμα χωρίς άδεια αναδημοσίευσης απο το "Εισαγωγή σε ζητήματα Κοινωνιογλωσσολογίας" των Αργύρη Αρχάκη και Μαριάννα Κονδύλη, εκδ. νήσος, 2004, σελ. 113-115)


Απολαύστε τους Tukano και τον κύκλο της πολύγλωσσης ζωής τους!!














Γλωσσικό ζήτημα


Μια σύντομη ματιά στην Ιστορική Γλωσσολογία του τόπου μας ή πιο σωστά στην Ιστορική Κοινωνιογλωσσολογία μας αποκαλύπτει τα κάτωθι:

"Στις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα, με την επίδραση του ευρωπαϊκού διαφωτισμού ωριμάζει η ιδέα για απελευθέρωση, επιζητείται ο πνευματικός φωτισμός του έθνους και δημιουργείται η ανάγκη για εθνική γλώσσα. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα ποια γλώσσα πρέπει να καλλιεργηθεί ως γραπτή και προφορική και δημιουργείται έτσι για πρώτη φορά ρητά το γλωσσικό ζήτημα στο οποίο τοποθετούνται διαφορετικά δυο κατηγορίες διανοουμένων: οι αρχαϊστές (όπως ο Άνθιμος Γαζής, ο Νεόφυτος Δούκας, ο Παναγιώτης Κορδικάς) και οι δημοτικιστές (όπως ο Ρήγας, ο Χριστόπουλος, ο Βηλαράς και αργότερα ο Σολωμός). Οι πρώτοι θεωρούν ότι το έθνος έχει ξεπέσει πνευματικά και αποδίδουν τον ξεπεσμό αυτό στην απώλεια της αρχαίας γλώσσας την οποία και προσπαθούν να ξαναζωντανέψουν. Οι δημοτικιστές επιθυμούν να κάνουν εθνική την προφορική ομιλούμενη γλώσσα.

Ανάμεσα σ' αυτές τις δυο ομάδες εμφανίζεται ως συνήγορος ενός ενδιάμεσου δρόμου ο Κοραής (1743 - 1833), ο οποίος παίρνει ως βάση του την προφορική γλώσσα και προσπαθει΄να την 'καθαρίσει', να την 'καλλωπίσει' απορρίπτοντας τα τουρικικά δάνεια και τα έντονα ιδιωματικά στοιχεία. Η παρέμβασή του όμως προχωρά και σε άλλους τομείς τη γλωσσική ανάλυσης, όπως στη μορφολογία. [...]

Στα χρόνια της επανάστασης συγκεντρώνονται στην Πελοπόννησο Έλληνες απ' όλα τα μέρη της Ελλάδας και διαμορφώνεται έτσι μια κοινωή βασισμένη κυρίως στην πελοποννησιακή διάλεκτο. Η κοινή αυτή όμως δεν προκρίνεται σε εθνική γλώσσα. Ως επίσημη γλώσσα του κράτους καθιερώνεται η προεπαναστατική καθαρεύουσα, η οποία εξαρχαΐζεται έντονα κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, καθώς υποστηρίζεται από την αναδυόμενη άρχουσα τάξη των πλούσιων Φαναριωτών της Κωνσταντινούπολης, ανθρώπων έντονα προσηλωμένων στη λόγια αρχαΐζουσα γλώσσα.

Η επιλογή της καθαρεύουσας έχει σαφές ιδειολογικό περιεχόμενο. Όπως επισημαίνει ο Χριστίδης (2001β: 166), επιλέχθηκε για να αποδείξει στους Δυτικούς τη δικαιωματική, καταγωγική συμμετοχή του νεότευκτου νεοελληνικού κράτους στο πολιτισμικό κεφάλαιο της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς. Κλήθηκε, μ' άλλα λόγια, να επιβεβαιώσει τόσο το γεγονός ότι οι νοεέλληνες αποτελούν συνέχεια των αρχαίων προγόνων τους όσο και ότι μπορούν να μετάσχουν της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Χαρακτηριστικά η Κακριδή-Φερράρι (2001α: 204) σημειώνει ότι, ενώ αποστολή της καθαρεύουσας ήταν να 'καθαρίσει' τη γλώσσα, μεταξύ άλλων, από τα (λαϊκά αφομοιωμένα) ιταλικά και τουρκικά δάνεια (κάτι που σε μεγάλο βαθμό το πέτυχε, πρβλ. μπαξές - κήπος, μινίστρος - υπουργός), από την άλλη επέτρεψε την εισαγωγή μεγάλου μέρους μεταφραστικών δανείων απο τα γαλλικά ('αξίζει τον κόπο', 'λαμβάνει χώρα'). Η διαφορετική αυτή αντιμετώπιση απέναντι σε γλώσσες πρώην κατακτητών από τη μια και γλώσσες πολιτισμικού γοήτρου από την άλλη δείχνει με ενάργεια τις ιδεολογικές σκοπιμότητες που υπηρέτησε η καθαρεύουσα.

Εστιάζοντας στο τυπολογικό επίπεδο, μπορούμε επιγραμματικά να αναφέρουμε τα εξής: η αρχαϊστική καθαρεύουσα εμφανίζει τύπους απομακρυσμένους από το γλωσσικό αίσθημα των ομιλητών. Επανεισάγονται η δοτική, οι αρχαιοελληνικές προθέσεις, το αρνητικό μόριο ου κ.ά. [...]

Στη διαμόρφωση της εθνικής καθαρεύουσας πρωτοστατούν προσωπικότητες όπως ο Παναγιώτης Σούτσος και ο καθηγητής φιλοσοφίας Κ. Κόντος, ο οποίος ρυθμίζει τη γλώσσα με βάση την αρχαία γραμματική, αναβιώνοντας στον 19ο αιώνα τον αττικισμό. Όπως προκύπτει από τα παραπάνω παραδείγματα, ο χειρισμός της αρχαΐζουσας καθαρεύουσας απαιτεί καλή γνώση της αρχαίας με αποτέλεσμα η τεχνητή αυτή γλώσσα να μη μιληθεί ποτέ φυσικά. Η περιορισμένη χρήση της είχε ως συνέπεια να μη λειτουργήσει ως μέσο επικοινωνίας, αλλά κυρίως ως κοινωνικό διακριτικό ανωτερότητας. Έτσι δημιουργήθηκε για μια ακόμη φορά κατάσταση διγλωσσίας ή καλύτερα τριγλωσσίας καθώς υπήρχε διάσταση ανάμεσα στην επίσημη καθαρεύουσα, την κοινή δημοτική και το τοπικό ιδίωμα των ομιλητών.

Προς το τέλος του 19ου αιώνα η κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα αλλάζει με αντίκτυπο και στο γλωσσικό ζήτημα. Η δύναμη και επιρροή των Φαναριωτών εξασθενεί και μια νέα ντόπια αστική τάξη διαμορφώνεται. Πολλοί νέοι σπουδάζουν στη Δύση και επιστρέφουν στην Ελλάδα χωρίς να έχουν δεχτεί την επίδραση της λόγιας παράδοσης. Παράλληλα, με την ένωση της Επτανήσου (1864) γίνεται γνωστή η λογοτεχνία και η δημοτικίζουσα γλώσσα της, ενώ το ενδιαφέρον που έχει αρχίσει να αναπτύσσεται για τη λαογραφία της Ελλάδας οδηγεί στην ανακάλυψη των δημοτικών τραγουδιών, τωνδιαλέκτων και στην επανεκτίμηση της κοινής δημοτικής.

Στο πλαίσιο αυτό ο Γιάννης Ψυχάρης (1854-1929), διακεκριμένος γλωσσολόγος, αναπτύσσει τις γλωσσικές του ιδέες. Επιδιώκει να σταματήσει τη χρήση της καθαρεύουσας, να κωδικοποιήσει τη δημοτική και να την κατασήσει τη μόνη εθνική γλώσσα. Με το μυθιστόρημά του 'Το ταξίδι μου' (1888) εκφράζει με λογοτεχνικό ένδυμα τις γλωσσικές του αντιλήψεις. Δεν αποφεύγει όμως ακραίες γλωσσικές επιλογές όπως περκεφαλιά αντί περικεφαλαία, συγραφιάδες αντί συγγραφείς, κλασικάδα (κατά το νοστιμάδα) αντί κλασικισμός. [...]

Κατά τον 20ό αιώνα, ακολουθώντας την οπτική της Σταυρίδη-Πατρικίου (2001: 157), μπορούμε σχηματικά να θεωρήσουμε απο τη μια τους δημοτικιστές -παρά τις ποικίλες εσωτερικές τους διαφοροποιήσεις- ως ένα σύνολο που ενεργούσε εκτός κρατικών θεσμών και το οποίο σκόπευε ή να διεισδύσει στους θεσμούς ή να τους ανατρέψει, και από την άλλη τους οπαδούς της καθαρεύουσας ως ένα σύνολο που υποστηρίχτηκε από προσδιορισμένους φορείς εξουσίας (Εκκλησία, Κυβέρνηση, Πανεπιστήμιο) και έτσι διέθετε τα όπλα της εξουσίας. Αποτέλεσμα της διάκρισης αυτής ήτανη βαθμιαία πρόσληψη της μεν δημοτικής ως συμβόλου ανατρεπτικού λόγου, της δε καθαρεύουσας ως συμβόλου αυθυεντίας και (κοινωικής και μορφωτικής) ανωτερότητας.

Η περίοδος από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι το 1917 είναι η εποχή του ορμητικού δημοτικισμού καθώς φουντώνει το ενδιαφέρον για τη δημοτική και πληθαίνουν τα λογοτεχνικά έργα που τη χρησιμοποιούν (πρβλ. μεταφράσεις στη δημοτική της Ιλιάδας και του Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη) και τα περιοδικά που την υποστηρίζουν (πρβλ. την έκδοση του Νουμά το 1903). Από τους πιο σημαντικούς σταθμούς την εποχή αυτή είναι η ίδρυση του 'Εκπαιδευτικού Ομίλου' (1910) με αίτημα την καθιέρωση της δημοτικής στο σχολείο. Σημαντική νίκη του δημοτικισμού είναι η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1017, όταν η κυβέρνηση Βενιζέλου εισάγει τη δημοτική στις τέσσερις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Για δυο χρόνια (1921-1923) το λαϊκό κόμμα αποκαθιστά την καθαρεύουσα σ' όλες τις τάξεις του δημοτικού με την υποστήριξη του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Εκκλησίας. Το 1923 επανέρχεται η δημοτική με τον Βενιζέλο και έκτοτε έως και την περίοδο της απριλιανής δικτατορίας η γλώσσα που διδάσκεται στο σχολείο ακολουθεί τις πολιτικοκοινωνικές αντιλήψεις της εκάστοτε κυβέρνησης. Συνήθως οι φιλελεύθερες κυβερνήσεις εισάγουν τη δημοτική (με εξαίρεση το δικτάτορα Μεταξά) και οι συντηρητικές την καθαρεύουσα. Και επειδή οι αλλαγές στις κυβερνήσεις είναι συχνές, αντίστοιχα συχνές είναι και οι αλλαγές στη γλώσσα του δημοτικού σχολείου. Από το 1917 αναπτύσσεται η επιστημονική μελέτη της δημοτικής, παράλληλα με αυτήν του νεοελληνικού πολιτισμού. Το 1941 γράφεται η Νεοελληνική Γραμματική (της Δημοτικής) από τον μετριοπαθή δημοτικιστή Μ. Τριανταφυλλίδη.

Με την πτώση της χούντας το 1974 υπήρξε μια αυθόρμητη κίνηση του λαού προς τη χρήση της δημοτικής σ' όλες τις περιστάσεις επικοινωνίας, επίσημες και ανεπίσημες. Ανταποκρινόμενη στο λαϊκό αίτημα η συντηρητική κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή καθιερώνει το 1976 τη δημοτική όχι μόνο στο σχολείο, αλλά και ευρύτερα σ' όλες τις επίσημες περιστάσεις επικοινωνίας.

Με την καθέρωσή της η δημοτική αρχίζει να χάνει τον συμβολικό της ρόλο ως έμβλημα της κεντροαριστερής ιδεολογικοπολιτικής τοποθέτησης, ενώ σε αμηχανία βρέθηκαν και οι οπαδοί το συντηρητικού κόμματος που αναγνώριζαν τον εαυτό τους μέσα από την καθαρεύουσα. Πολύ γρήγορα όμως η γλώσσα επανακτά τον διακριτικό, συμβολικό της ρόλο όταν μέλη αριστερών κυρίως πολιτικών οργανώσεων αρχίζουν να χρησιμοποιούν συγκεκριμένα στοιχεία της δημοτικής [...].

Τέτοιου τύπου γλώσσικές επιλογές, οι οποίες όπως είπαμε αποδίδονται κυρίως στις κομματικές οργανώσεις και ειδικότερα στις κομματικές νεολαίες της αριστεράς, στιγματίζονται ως 'ξύλινη κομματική γλώσσα'. Διαγιγνώσκεται εκ νέου γλωσσικό πρόβλημα: η γλώσσα νοσεί διότι 'κακοποιείται'. Η θεραπεία δεν είναι άλλη απο τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στο γυμνάσιο -η οποία είχε πρόσκαιρα καταργηθεί- προκειμένου να καταστεί επαρκής ο νεαρός χρήστης της νέας ελληνικής! Το επιχείρημα βεβαίως της γλωσσικής ανεπάρκειας εξαιτίας της γλωσσικής ασυνέχειας είναι παντελώς άκυρο, διότι η μητρική γλώσσα δεν προϋποθέτει τη γνώση προγενέστεων σταδίων της. Κανείς λ.χ. δεν μπορεί να εξαρτήσει την επάρκεια ενος Ισπανού στη μητρική του γλώσσα από το πόσο καλά ξέρει τη νεκρή λατινική.

Την τελευταία περίοδο, ανάμεσα στα θέματα που συνήθως τίθενται στη συζήτηση για τη νέα ελληνική είναι η ανάγκη προστασίας της σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο ενόψει της οικονομικής και πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης. Ως προς αυτό το ζήτημα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η ελλληνική δεν θα προστατευτεί με τη διεκδίκηση της μακροχρόνιας ιστορίας της ή της 'μοναδικότητάς' της που τη διαχωρίζει από τις άλλες γλώσσες (οι οποίες και ιστορία διαθέτουν και τα κοινώ καθολικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης νόηση.) Όπως σημειώνει ο Χριστίδης (1999α: 41), η άμυνα απέναντι σε σύγχρονους γλωσσικούς και άλλους ηγεμονισμούς με την επίκληση της δικής μας παλαιότερης γλωσσικής ηγεμονίας δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει τελικά προς όφελος του αντιπάλου. Η πρόκληση για τη νέα ελληνική, όπως και για τις άλλες μικρές γλώσσες, παρατηρεί η Γιαννουλοπούλου (2001: 163), είναι να διεκδικήσουν την παρουσία τους σε κρίσιμους τομείς χρήσης (επιστήμη, διανοητική παραγωγή) και να μην εκτοπιστούν από αυτούς προς όφελος της γλωσσικής και πολιτισμικής ομοιογενοποίησης που υπαγορεύουν οι νόμοι της παγκοσμιοποιημένοης αγοράς."

(απόσπασμα χωρίς άδεια αναδημοσίευσης από το απολαυστικότατο, χορταστικότατο και αποκαλυπτικότατο "Εισαγωγή σε ζητήματα κοινωνιογλωσσολογίας" των Αργύρη Αρχάκη και Μαριάννας Κονδύλη, εκδ. νήσος, 2004,σελ. 103-109)


Πραγματικά δεν έχω να προσθέσω κάτι.


Καλή σας μέρα.



Σε ένα νησί...


Ξεκινάς. Ρισκάρεις και ξεκινάς. Τότε, δεν πολυσκέφτεσαι, μόνο ακολουθείς. Ακολουθείς τις ανάγκες σου. Τότε, είσαι γεμάτος. Τότε, μάλλον βρίσκεσαι σε αυτή τη διάθεση:

"Όταν έχεις δει μια και μοναδική φορά τη λάμψη της ευτυχίας στο πρόσωπο ενός πλάσματος που αγαπάς , καταλαβαίνεις ότι δεν είναι δυνατό να υπάρχει άλλη τάση στον άνθρωπο παρά μόνο να προκαλεί αυτό το φως στα πρόσωπα που τον περιστοιχίζουν...Και σε σπαράζει η σκέψη της δυστυχίας και του σκοταδιού που ρίχνεις, με το γεγονός και μόνο της ζωής σου, στις καρδιές που συναντάς."

Αλμπέρ Καμύ
(Σημειωματάρια)


Κάπου στη διαδρομή όμως, κάπου εκεί στο όριο μοναξιάς και μοναχικότητος που οπωσδήποτε κάποια στιγμή της ζήσης σου θα προσπεράσεις (μακάριος όποιος δεν το προσέξει!), ίσως αρχίσεις να πολυσκέφτεσαι. Άκρατος σκεπτικισμός; Ίσως... Ίσως όμως και μια έντιμη προσπάθεια να απαντήσεις στα ατελείωτα ερωτηματικά σου. Τότε, δεν ακολουθείς. Τότε, απαιτείς να σε ακολουθήσουν οι άλλοι. Τότε, έχεις κάπου χαθεί και κάτι -νοιώθεις- ότι έχεις χάσει. Τότε, αναφωνείς: δεν βλέπω την τύφλα μου! Και πραγματικά έτσι είναι. Τότε, μάλλον δεν βρίσκεσαι σε καμία διάθεση. Τότε, βιώνεις το κενό (σου). Τότε, είσαι κενός.


Μετά έχεις δυο δρόμους. Ή σταματάς να πολυσκέφτεσαι, έχε γεια και μπάι μπάι, και γίνεσαι και εσύ ένας "μπάι", το γυρίζεις δηλαδή και το παίζεις τρελίτσα και φούρνος να μην καπνίσει, και την περνάς ζάχαρη. Ή κάνεις μια ακόμα σκέψη. Μία ακόμη σκέψη αρκεί να σε πάει ένα βήμα πιο μπροστά και όχι ένα βήμα προς τον γκρεμό. Τότε, είσαι γεμάτος από το κενό σου. Τότε, μάλλον βρίσκεσαι σε αυτήν τη διάθεση:

"Ακροπόδισε στον αχόρταγο γκρεμό και πολέμα να συντάξεις τ'όραμα. Ανασήκωσε την πολύχρωμη καταπακτή του μυστηρίου τ' άστρα, τις θάλασσες, τους ανθρώπους, τις ιδέες δώσε μορφή και νόημα στην άμορφη άμυαλη απεραντοσύνη. Περιμάζωξε στην καρδιά σου όλες τις τρομάρες, ανασύνθεσε όλες τις λεπτομέρειες.

Ένας κύκλος είναι η λύτρωση-κλείσε τον!
Τί θα πεί ευτυχία; Να ζεις όλες τις δυστυχίες. Τί θα πεί φώς; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια. Είμαστε ένα γράμμα ταπεινό, μια συλλαβή, μια λέξη από την γιγάντια Οδύσσεια. Είμαστε βυθισμένοι σ' ένα γιγάντιο τραγούδι και λάμπουμε όπως λάμπουν τα ταπεινά χοχλάδια όσο είναι βυθισμένα στην θάλασσα.

Ποιό είναι το χρέος μας; Να ανασηκώσουμε το κεφάλι από το κείμενο, μια στιγμή όσο αντέχουν τα σπλάχνα μας και ν' αναπνέψουμε το υπερπόντιο τραγούδι.
Να σμίξουμε τις περιπέτειες, να δώσουμε νόημα στο ταξίδι, να παλεύουμε ακατάλυτα μες τους ανθρώπους, με τους θεούς και με τα ζώα κι αργά, υπομονετικά, να μολώνουμε μέσα στα φράνα μας μελούδι από το μελούδι μας, την Ιθάκη.

Σε ένα νησί, αργά, με φοβερόν αγώνα, υψώνεται μέσα από τον ωκεανό του ανύπαρκτου, το έργο του ανθρώπου."


Ν. Καζαντζάκης
(Ασκητική)


Και συνεχίζεις. Αναθεωρείς, μα συνεχίζεις. Τότε, βρίσκεις νέους δρόμους, τους χαράσσεις, αν δεν υπάρχουν. Τότε, εμπνέεσαι από νέα ερεθίσματα. Τότε, αναζητάς νέα ερεθίσματα. Τότε, κλείνεις τα μάτια και ονειρεύεσαι καρφωμένος στη γη.

Και αν κουραστείς; Και αν αυτό το όνειρο το πάρει πάλι ο αέρας;

Τότε, δεν συνεχίζεις. Τότε, ξαποστένεις. Παίρνεις μια βαθειά ανάσα και ξαποστένεις. Ίσως περάσει κάποιος περαστικός, ίσως σου απλώσει το χέρι και συνεχίσετε μαζί. Ίσως πάλι, να μην περάσει κανείς. Εξάλλου όλα αφήνονται στης κυρά-Τύχης τις ορέξεις. Αν όμως δεν περάσει κανείς, μην μου κλάψεις. Δες ολόγυρά σου. Αμέτρητοι, θα ξαποστένουν πάνω στις δικές τους πέτρινες ζωές. Οπότε δεν είσαι μόνος σε αυτήν την κατρακύλα. Υπάρχουν τόσοι. Πες αντίο στα ταξίδια που προγραμμάτιζες και άρχισε να κάνεις ταξίδια με το νου. Με αυτά μπορείς να πας όπου θες. Αυτά δεν γνωρίζουν σύνορα ή περιορισμούς, εμπόδια ή φραγμούς. Αυτά τα ταξίδια σε ταξιδεύουν πραγματικά.



"Μικρή Πατρίδα"
Στίχοι: Παρασκευάς Καρασούλος
Μουσική: Γιώργος Ανδρέου
Ερμηνεία: Γ.Νταλάρας-Χρ.Θηβαίος





Δεν έκανα ταξίδια μακρινά
τα χρόνια μου είχαν ρίζες ήταν δέντρα
που τα 'ντυσε με φύλλα η καρδιά
και τ' άφησε ν' ανθίζουν μες την πέτρα

Δεν έκανα ταξίδια μακρινά
οι άνθρωποι που αγάπησα ήταν δάση
οι φίλοι μου φεγγάρια ήταν νησιά
που δίψασε η καρδιά μου να τα ψάξει

Το πιο μακρύ ταξίδι μου εσύ
η νύχτα εσύ το όνειρο της μέρας
μικρή πατρίδα σώμα μου κι αρχή
η γη μου εσύ ανάσα μου κι αέρας

Δεν έκανα ταξίδια μακρινά
ταξίδεψε η καρδιά κι αυτό μου φτάνει
σε όνειρα σ' αισθήματα υγρά
το μυστικό τον κόσμο ν' ανασάνει

Το πιο μακρύ ταξίδι μου εσύ
η νύχτα εσύ το όνειρο της μέρας
μικρή πατρίδα σώμα μου κι αρχή
η γη μου εσύ ανάσα μου κι αέρας



Tribute to -monos


"...Η Γαλλίδα συγγραφέας Colette έχει επισημάνει ότι η μοναξιά (solitude) μπορεί να είναι θετική ή αρνητική, γράφοντας ότι <<υπάρχουν μέρες που η μοναξιά είναι ένα καλό κρασί που σε μεθάει, άλλες φορές είναι το μπίτερ τόνικ που σε τονώνει και έλλες είναι ένα δηλητήριο που σε κάνει να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο>>. Ο Paul Tillich μάς κάνει επίσης σαφή τη διττή διάσταση της μοναξιάς, αναφέροντας ότι <<στην αγγλική γλώσσα έχουν ευρέως αναγνωριστεί οι δυο όψεις τού να είναι κανείς μόνος του. Υ πάρχει η λέξη loneliness, που εκφράζει την οδύνη (pain) τού να είσαι μόνος και η λέξη solitude, που εκφράζει τη χαρά (glory) να είσαι μόνος. Στην ποίηση, στη μουσική και στη λογοτεχνείς έχουμε αμέτρητες αναφορές σε αυτές τις δυο διαστάσεις της μοναξιάς. Στα ελληνικά, οι λέξεις αυτές θα μπορούσαν να αποδοθούν αντίστοιχα με τη <<μοναξιά>> και τη <<μοναχικότητα>>, όμως προτιμώ να χρησιμοποιήσω εδώ τη μοναξιά με τη θετική και την αρνητική της διάσταση. Η αρνητική μοναξιά (loneliness) είναι μια αρνητική ψυχολογική κατάσταση όπου το άτομο αισθάνεται δυσαρέσκεια, στενοχώρια, αυτολύπηση και θλίψη, λόγω έλλειψης κοινωνικών σχέσεων ή συντροφιάς, ενός αισθήματος απόρριψης, μη κατανόησης ή αποξένωσης από τους άλλους, ακόμη και αν υπάρχει η φυσική παρουσία τους στο χώρο. Αντίθετα, η θετική μοναξιά (solitude) είναι μια ηθελημένη επιλογή και μια θετική, συχνά γοητευτική και ευχάριστη, ψυχολογική κατάσταση.

Συνθέτοντας μια σειρά ορισμών που έχουν προταθεί, η θετική μοναξιά είναι μια αυτόβουλη ψυχολογική κατάσταση, κατά την οποία αποτραβιόμαστε, αποστασιοποιούμαστε και απελευθερωνόμαστε από τις προσδοκίες, τις επιρροές, τις πιέσεις και τους περιορισμούς των άλλων και του κοινωνικού -και όχι μόνο- περιβάλλοντός μας, ούτως ώστε να βρεθούμε σε μια ευχάριστη ή και γοητευτική κατάσταση άνεσης, γαλήνης, ψυχικής ηρεμίας και ειρήνης, ασφάλειας και ελευθερίας, που μας βοηθάει να σκεφτούμε και να στοχαστούμε καλύτερα, να ανακαλύψουμε, να κατανοήσουμε και να καλλιεργήσουμε τον εσωτερικό μας κόσμο ή να ασχοληθούμε με νοητικές και άλλες δραστηριοότητες που επιθυμούμε, χωρίς τους περιορισμούς που μας επιβάλλει η παρουσία των άλλων και οι καθημερινές μας ενασχολήσεις. [...] Ο Pablo Picasso έχει πει ότι <<χωρίς μοναξιά, καμία σοβαρή εργασία δεν μπορεί να γίνει>>. Ο Thomas Edison υποστήριξε ότι <<η καλύτερη σκέψη γίνεται σε κατάσταση μοναξιάς>> και ο Goethe ότι <<ο άνθρωπος μπορεί να διδάσκεται στην κοινωνία, αλλά δεν μπορεί να εμπνέεται παρά μόνο σε κατάσταση μοναξιά.>>. [...] Ο Nietzsche υποστήριξε ότι η <<μοναξιά είναι για το πνεύμα ό,τι η δίατια για το σώμα>>."


(απόσπασμα χωρίς άδεια αναδημοσίευσης από το "Επί σκηνής χωρίς πρόβα" του Δημήτρη Μπουραντά, εκδ. Πατάκη, σελ. 175,176,180)



Υ.Γ.: Απόψε ήθελα να αναρτήσω κάτι άλλο, σχετικό με την Κοινωνιογλωσσολογία, που δίνω σε λίγες μέρες, αλλά διαπίστωσα ότι και αυτό το απόσπασμα του Μπουραντά που διάβασα πριν λίγο άσχετα με το εξεταζόμενο μάθημα, έχει τεράστεια σχέση με τη Κοινωνιογλωσσολογία: η γλώσσα δεν είναι μόνη, αλλά της κάνει παρέα και η ίδια η κοινωνία. Γλώσσα και κοινωνία, αλληλεπιδρούν, αποτυπώνουν η μια στην άλλη ανθρώπινες συμπεριφορές, λεπτές διαφορές νοημάτων, χοντρές διαφορές των κόσμων των συναισθημάτων, και έτσι προχωρούν μαζί. Γλώσσα και κοινωνία δεν είναι μόνες, έχουν η μια την άλλη να παίζουν. Ομοίως και ο άνθρωπος, δεν είναι εντελώς μόνος, άλλοτε έχει τη μοναξιά του και άλλοτε την μοναχικότητά του, για να παίζει...