Μηχανισμός Αντικυθήρων



Για τον μηχανισμό των Αντικυθήρων είχα ακούσει ελάχιστα. Χτες, σε μια όμορφη διάλεξη του Καθηγητή Φυσικής Διαστήματος του ΕΚΠΑ κ. Ξενοφώντα Μουσά, συνειδητοποίησα για μια ακόμη φορά, πόσο μεγάλη ταπείνωση μας χρειάζεται σήμερα για να κατορθώσουμε να αντιληφθούμε την πραμγατική μας θέση στο Σύμπαν, στην Ιστορία, στον χώρο και στο χρόνο...

Σε μια εποχή που κατακλύζεται η καθημερινότητά μας από τα τεχνολογικά επιτεύγματα, σε μια ζωή που θεωρούμε ότι είμαστε στην κορυφή της επιστημονικής γνώσης και όμοιός μας δεν υπάρχει, έρχονται κάποια απομεινάρια μιας άλλης εποχής, πολύ μακρινής, να μας υπενθυμίσουν ότι υπήρχαν άνθρωποι και πριν από εμάς... Κάποιοι από αυτούς μάλιστα, πολύ θαυμαστοί, και πολύ μπροστά ίσως από το σημερινό επίπεδο συνειδητοποίησης και αυτοπραγμάτωσης. Ακούν στο όνομα Αρχαίοι Έλληνες.

Με ένα μηχάνημα μπρούτζινο, που τελικά μάλλον επρόκειτο για πολυμηχάνημα, οι άνθρωποι κάπου 2-2,5 χιλιάδες χρόνια πριν είχαν βρει τρόπο να μελετούν τα ουράνια αντικείμενα με παρόμοια μαθηματικά με αυτά για τα οποία πολύ πολύ αργότερα ήρθε ο κύριος Κέπλερ και μας μίλησε. Πρόκειται για μαθηματικά που προσεγγίζουν κατά πολύ τον 2ο νόμο του Κέπλερ... Εντυπωσιακό;

Ίσως όμως ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν κάπου ξεχαστεί από τους αυτοαποκαλούμενους με όρους ιστορικούς (;),
φυσικοί συνεχιστές τους και κληρονόμοι τους... δηλαδή από τους Σύγχρονους Έλληνες.





Πόσες φορές χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε την μικρότητά μας μέχρις ότου την αποδεχτούμε;



Ο Σταχτοπούτος!



Εντελώς τυχαίως, μα τρομακτικά αναλογικώς, είδα χτες την ταινιάρα "Cinderella Man". Κάθε ομοιότητα με την πραγματικότητα δεν είναι καθόλου τυχαία. Τονίζει την επαναληψιμότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς και την κυκλικότητα της κοινωνικής συμβίωσης. Σε μια εποχή κρίσεως και τότε, κάποιοι προσπαθούν να αγωνιστούν. Μάχη σώμα με σώμα. Μάχη με τους πάντες και τα πάντα. Μάχη με τους βάναυσους και άφαντους εχθρούς. Μάχη με το κρύο. Μάχη με τα συναισθήματα. Μάχη με τον ίδιο τον εαυτό τελικά.

Αν έχετε λίγο χρόνο, δείτε ξανά αυτήν την ταινία. Οι συγκυρίες της χώρας μας, βοηθούν να αντιληφθούμε τα πιο βαθιά της μηνύματα.

Αναπαριστώντας μια πραγματικότητα, και εμπνευσμένη από μια πραγματική βιογραφία, αυτή η ταινία μας μιλά για τα σημαντικά νοήματα αυτής της πραγματικότητας, που λίγο ή πολύ, τη βιώνουμε και εμείς σήμερα. Τι μέτράει πιο πολύ; Τι κρατάει τους ανθρώπους δεμένους; Τι τους εμπνέει να συνεχίζουν να αγωνίζονται όταν όλα γύρω τους, τούς προστάζουν να σταματήσουν και να σιωπήσουν;

Η απάντηση είναι εύκολο να δοθεί, δύσκολο να πραγματοποιηθεί: είναι οι αξίες της πίστης, της τιμιότητος, της ελπίδας, της αγάπης.

Και όπως είπε εξάλλου και ο Σταχτοπούτος (Cinderella Man), "τουλάχιστον ας παλέψουμε με κάποιον που βλέπουμε...". Δεν μας μένει τίποτε άλλο.







Κοκκινόμαυρη ζωή!



Τώρα που πέφτουν οι τιμές τόσο των προϊόντων όσο και των ανθρώπων τούτης της χώρας, τώρα που τα καταναλωτικά μας κριτήρια αλλάζουν και αρχίζουμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά, κοιτώ προς τα πίσω τη ζωή μου, προσπαθώντας να με δω ως καταναλωτικό ον.

Διαπιστώνω, ότι δυο φορές είναι μόνον που έχω λαχταρίσει να αγοράσω κάτι πάρα πολύ!

Μία όταν ήμουν πιτσιρικάς, γυμνάσιο ακόμα, (εποχές που μέσα μου φάνταζε το όνειρο του μπασκετμπολίστα σε θέση playmaker φυσικά), όταν είχα ορεχτεί κάτι απίστευτα κοκκινόμαυρα παπούτσια της Reebok, τα Kamikaze II. Κάθε πρωί περνούσα επί έναν ολόκληρο χρόνο έξω από το μαγαζί που τα πουλούσε και τα χάζευα. Τελικά, αφού συγκέντρωσα τα απαιτούμενα χρήματα μέσα από μπουλαμάδες, κάλαντα και λοιπές συγγενικές εισφορές, κατάφερα να τα φορέσω. Ένοιωθα πραγματικά ότι πέταγα μόλις τα φορούσα και έπαιζα μπάσκετ... Απόλαυση θεϊκή!





Και η δεύτερη ήταν πριν περίπου 1,5 χρόνο, όταν την είδα και την ερωτεύτηκα... Κοκκινόμαυρη και αυτή, δίτροχη αυτή τη φορά, πιο άγρια και περισσότερα υποσχόμενη, πιο επιταχυνόμενη από τα παπούτσια Kamikaze. Ήταν η μηχανή μου, η Yamaha xj6 Diversion.



Δυο ακόμα διαπιστώσεις, για τα γούστα μου και τις καταναλωτικές μου συμπεριφορές:

Πρώτον, λειτουργώ μάλλον με βάσει τα χρώματα του κόκκινου και του μαύρου, κοινώς, ή του πάθους και της έντασης - κόκκινο, ή του άραχνου βάθους και της αδιαφορίας - μαύρο!

Δεύτερον, πραγματικά αντιλαμβάνομαι πού έχει δαπανηθεί η περισσότερη από τη ζωή μου ως τώρα. Στα άυλα και στα άπιαστα και όχι τόσο στα υλικά και απτά τούτου του κόσμου...

Ας όψεται. Τουλάχιστον αυτές τις μικρές απολαύσεις μέχρι τώρα, τις έχω κρατήσει βαθιά μέσα στην σκέψη μου.


Αλήθεια εσείς, αγαπητοί μου, πόσες φορές έχετε ποθήσει κάτι υλικό πάρα πολύ;!



Είχαν αναθρεφτεί με άλλη κυβέρνηση...



"Μα ο Γιώργης εκοκκίνιζε τώρα. Κάθε μέρα, κάθε στιγμή, ο γέροντας τον εβάραινε με τις ορμήνειες του και με τα παράπονά του. Τι έφταιγε αν καμωμένος δεν είταν για την τέχνη, αν τα χέρια του είταν αδέξια να πιάσουν τα πινέλα, ν' ανακατώνουν τα χρώματα και να φτιάνουν τα σουσούμια των αγίων; Ας του 'χε δώσει ο Θεός αυτό το χάρισμα και θα το ΄κανε. Μα το εναντίο, ήξερε πως τον τραβούσε και τον εσκλάβωνε η ζωή στον ανοιχτόν αέρα, το κυνήγι, η δουλειά η χοντρή με το τσαπί, με το φτυάρι, με το άλατρο, ο αγώνας, ο κόπος, ο ίδρος, το πάλεμα με τη γης που στανικά μονάχα ανοιγότουν στο αδρό το χτύπο, σα να πεθυμούσε η ίδια το βιασμό για να χαρίσει τον πλούτο της. Εθιάμαζε σαν εφύτρωνε ο σπαρμός, σαν το ημέρωμα ελιβάδιζε με χλωρή πρασινάδα, κ' έπειτα όταν λαβώνοντάς τα με το νύχι έβγαζε το γάλα που έμελλε να γίνει το γλυκό ψωμί, κ' ελόγιαζε πως ο καρπός της γης είταν χεριού του το έργο. Μη δεν είταν και η τίμια δουλειά του, η δουλειά που εμπορούσε να θρέψει και τον εαυτό του και τους γερόντους του, άλλο τόσο άγια όσο και ζωγραφική του πατέρα; Και μη δεν είταν για τον κόσμο και πλιο χρήσιμη; Χωρίς ζωγράφους όλα τα χωφριά ζουν, μα χωρίς χερομάχους κανένα. Και η αβασάνιστη ζωή του δουλευτή δεν είταν ομορφότερη και πλιο εύκολη από τα παθιάσματα του αγιογράφου; Κ' έπειτα"το κλείσιμο στο σπίτι, η μυρωδιά των χρωμάτων, όλες οι ψιλοδουλειές που έκαναν να πονούν τα μάτια, να μουδιαίνει ο νους, να σκοτίζεται το πνέμα, α! όλα αυτά δεν είταν καμωμένα για ένα νέο που ήθελε να μεθάει από τη νιότη του.

Όξω στ' ανοιχτά το καλοκαίρι, όταν στην κάψη του ήλιου στα λιβάδια και στ' αμμπέλια εφαινότουν ο αέρας ο ζεστός να τρέμει, ή κάτου από τις μεγάλες ελιές που εφλίφλιζαν ή κ' εφιλιούνταν, χτυπώντας αλλήλως τους βαριούς τους κλώνους, σαν τους ανατάραζε ο άνεμος, και το χινόπωρο στ' αμπέλια που είταν φορτωμένα σταφύλια κάτω από τον ξάστερο μπλάβον ουρανό, και το χειμώνα στα κρύα και την άνοιξη όταν ευώδιαζε η πλάση από όλα τα λουλούδια, εκεί είταν η ζωή, εκεί είταν η χαρά της καρδιάς του!

Κι απέκει των κοπελών τα τραγούδια μέσα στους ελαιώνες, όταν επεριδιάβαινε όλο το σύνορο με το ντουφέκι σκοτώνοντας τα πουλιά, και το βράδυ έπειτα από τη βαριά δουλειά η συντροφιά των φίλων και οι χοροί, και τα τραγούδια και τα πανηγύρια, και το κρασί στου χωριού τα αργαστήρια α! πώς ύστερα απ' όλα αυτά θα μπορούσε να κλειστεί στη μοναξιά, στο μποχό, ν' ανακατεύει τα χρώματα που εβρωμούσαν, να φτιάνει αγιούς και να μη συλλογιέται παρά συναξάρια, ενώ όξω τον έκραζε η ζωή και η ευτυχία;

Κι αγαναχτισμένος άκουε τώρα πάλι του πατέρα του τις ορμήνειες, κ' ήξερε ο νέος πού ο γέροντας εσημάδευε, κ' ήξερε πως και κάτι άλλο επίκραινε το ζωγράφο. Μα εσυλλογίστηκε πως οι άνθρωποι, που 'χαν του πατέρα του τα χρόνια, είταν αλλιώτικοι από την τωρινή νεολαία, και φυσικό είταν τούτο, γιατί εκείνοι είχαν αναθρεφτεί με άλλη κυβέρνηση και με άλλους νόμους, και είχαν μάθει να σέβονται πράματα που τώρα πλια δεν είχαν πέραση καμία ή και που οι νέοι κ' οι μισόκοποι άνθρωποι τα περγελούσαν. Για την παντρειά οι νέο δεν έκαναν πλια ό,τι ήθελαν οι γονιοί τους, μα έπαιρναν την κοπέλα που τους άρεσε κ' οι άλλοι τους επαινούσαν. Και στο νου του Γιώργη ερχόνταν τώρα τόσοι και τόσοι φίλοι, συναμόλικοί του ή μεγαλύτεροί του, που 'χαν πάρει κοπέλα της αρεσιάτ ους και που με δίκιο δεν είχαν γνοιαστεί για τη γνώμη του πατέρα τους και της μάνας τους, γιατί εκείνοι οι ίδιοι, κι όχι οι προεστοί, έμελλαν να ζήσουν με τες γυναίκες τους."

(απόσπασμα χωρίς άδεια αναδημοσίευσης από το διήγημα "Οι δυο αγάπες" σελ 152-155, του Κερκυραίου Κωνσταντίνου Θεοτόκη, που βρίσκεται στη συλλογή Κορφιάτικες Ιστορίες, των εκδόσεων Γαβριηλίδη, 2005)

Δεν ξέρω εσείς τι καταλαβαίνετε εσείς από αυτό το απόσπασμα, εγώ πάντως το συσχετίζω ισχυρά με τα γενόμενα σήμερα στη χώρα μας. Διαπιστώνω όμως ότι αυτή η διαφορετική άποψη για τα πράγματα και τις καταστάσεις μεταξύ των γενεών, για τις επιλογές στη ζωή μας (επαγγελματική και κοινωνική), καθορίζει σημαντικά την κατεύθυνση ελευθερίας που βαδίζουν οι νέοι άνθρωποι.

Τι εννοώ: αναλογιστείτε τα τελευταία χρόνια, πόσοι μαθητές περνούσαν στα πανεπιστήμια της χώρας... Νομίζω σχεδόν όλοι, πλην ελαχίστων, ακόμα και αν η βάση εισαγωγής ήταν γύρω στο 5! Γιατί; Πρώτον, γιατί το φάκεν κράτος το επέτρεπε (πιστό στην ρήση κάθε πόλη και σχολή, κάθε χωριό και στρατώνας των πρωτεργατών του σοσιαλιστικού ελληνικού κόμματος) και δεύτερον, διότι η ελληνική φαμίλια και δη οι Έλληνες γονείς θεωρούσαν υποτιμητικότατο τα τέκνα τους να μην έχουν ένα χαρτί στα χέρια τους, ακόμα και αν το χρησιμοποιούσαν τελικά για να τυλίγουν σουβλάκια ή να το κάνουν σαΐτες και πάνω σε αυτά να κρεμούν (και τελικά να κρεμοτσακίζονται) τα όνειρά τους... Ήθελαν τα παιδιά τους να γίνουν επιστήμονες και κάτοχοι μιας τέχνης. Δε λέω, λογικό σαν επιχείρημα. Ίσως όμως λίγο εξωπραγματικό, διότι αγαπητοί μου μια κοινωνία, όπως λέει και ο μέγας Πλατων στην Πολιτεία του, τους χρειάζεται όλους για να λειτουργήσει, αλλιώς καταρρέει... Αυτό κάνουμε και εμείς σήμερα.

Η κοινωνία χρειάζεται και τους χειρώνακτες και τους τεχνίτες και τους επιστήμονες. Μα πάνω από όλα ξέρετε τι χρειάζεται; Ικανές συνθήκες να φυτρώσουν τα όνειρα των νέων ανθρώπων που τα σπέρνουν καθημερινά στον μικρόκοσμό τους. Δεν έχει σημασία ένα κωλόχαρτο που θα πάρει κάποιος, αλλά η ευκαιρία που θα αρπάξει για πραγματοποίηση των ονείρων του. Δεν έχει σημασία μια πιστοποίηση γνώσεων, αλλά μια πραγματοποίηση αυτών των γνώσεων σε απτά αποτελέσματα.

Και το σημαντικότερο: "εκείνοι είχαν αναθρεφτεί με άλλη κυβέρνηση και με άλλους νόμους και είχαν μάθει να σέβονται πράματα που τώρα πλια δεν είχαν πέραση καμία...". Εμείς σήμερα τι κάνουμε αγαπητοί; Πώς θα μεγαλώσουμε τα παιδιά μας (αφού πρώτα μεγαλώσουμε τα ανίψια μας και πάρουμε το κολάι...);



Δεν έπρεπε να κάνει ούτε βήμα...



Παραθέτω δυο αποσπάσματα από το ένθετο του φύλλου της 13-11-2011 του "Ριζοσπάστη" που τιτλοφορείται ως: "Ο ξεσηκωμός του Πολυτεχνείου 1973 - Η δράση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ στη δικτατορία", με αφορμή την επικείμενη, σε σχέση με την κυκλοφορία του ενθέτου, εορτή του Πολυτεχνείου. Αυτά τα δυο αποσπάσματα μου έφεραν τόσο έντονη τάση προς έμετο, που αν δεν ήταν το υπέροχο φαΐ της μαμάς (το οποίο δεν το βρίσκεις εύκολα τη σήμερον ημέρα!) και η τεράστεια προσπάθειά μου να το κρατήσω στο στομάχι μου, θα είχα ρουκετοειδώς εκτοξεύσει φασολάκια και μπριζόλες προς όλας τας κατευθνύσεις...

σελ. 7:
" Στην Αθήνα, όπου ένα μεγάλο μέρος τους συγκεντρώθηκε στον Ιππόδρομο, διαδραματίστηκαν τα εξής: σκότωσαν τον Παναγιώτη Ελή, εν ψυχρώ, προκειμένου να δημιουργήσουν κλίμα φόβου και καθυπόταξης. Υποχρέωσαν την ίδια στιγμή ένα ηγετικό στέλεχος της ΕΔΑ -ήταν και μέλος της ΚΕ του Κόμματος, το οποίο αργότερα αποχώρησε από το Κόμμα- να τρέχει γύρω γύρω στον Ιππόδρομο. Στάση απαράδεκτη. Δεν έπρεπε να κάνει ούτε βήμα. Μπροστά στους συγκρατούμενούς του έπρεπε να είναι ακλόνητος έστω και αν αυτό στοίχιζε τη ζωή του. Σε παρόμοιες περιστάσεις έχει μεγάλη σημασία η στάση ηγετικών στελεχών. "

Και ερωτώ: με ποιό δικαίωμα ο συντάκτης του κειμένου (που φυσικά δεν εμφανίζεται πουθετά στο ένθετο...) γράφει αυτά και κρίνει ανθρώπους; Με ποιό δικαίωμα στην ουσία λέει ότι κάποιος έπρεπε να πεθάνει; Γιατί; Για μια ιδέα; Αγαπητέ συντάκτη, δεν είναι οι ιδέες πάνω από τους ανθρώπους, οι άνθρωποι είναι πάνω από τις ιδέες... Και ξέρεις γιατί; Διότι, οι άνθρωποι είναι αυτοί που τις δημιουργούν, τις φέρουν, τις ονειρεύονται, τις πραγματοποιούν και τις μεταδίδουν. Ποιός είσαι εσύ που θα κρίνεις ότι αυτός ο άνθρωπος όφειλε να μην κάνει ούτε βήμα (!) έστω και αν αυτό στοίχιζε τη ζωή του;; Σου έχουν στρέψει ποτέ όπλο ανάμεσα στα μάτια σου; Σου έχουν βάλει το δίλημμα η ζωή σου ή ο εξευτελισμός σου; Έχεις στερηθεί ποτέ το βασικό σου δικαίωμα να είσαι άνθρωπος; Όποιος είναι έξω από το χορό πολλά τραγούδια ξέρει, λένεν στο χωριό μου και νομίζω ότι έχουν δίκιο. Ο άνθρωπος είναι αυταξία, δεν επιτρέπεται σε κανέναν να κρίνει το βασικό του δικαίωμα να υπάρχει. Το να πεις ότι κάποιος οφείλει να πεθάνει γιατί δεν ακολούθησε τις βασικές γραμμές μιας πολιτικής που υποστηρίζει ότι κατευθύνεται προς την προάσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και μιας καλύτερης ζωής, που σέβεται τον άνθρωπο σαν αυταξία, νομίζω βγάζει μάτι αγαπητέ συντάκτη ότι κάπου κοροϊδευόμαστε... Δεν θέλω να αναρωτηθώ γιατί κοροϊδευόμαστε, γιατί δεν έχω και πολύ χρόνο, θέλω να παίξω με τον ανιψιό μου, που αν και μόλις ολίγων ημερών, τουλάχιστον δεν με κοροϊοδεύει...

σελ. 8:
"Άντεξαν όσοι ήταν προετοιμασμένοι και αποφασισμένοι και είχαν σταθερή τακτική. Ανάμεσά τους παιδιά και κοπέλες που περνούσαν για πρώτη φορά την πόρτα της Ασφάλειας. Τι σημαίνει όταν λέμε τακτική; Εκεί πρέπει να έχει συνειδητοποιήσει ο καθένας ότι είναι μόνος του, αβοήθητος, χωρίς στήριγμα, απέναντι σε οργανωμένες δυνάμεις του αντιπάλου που έχουν τακτική και σχέδιο εναντίον του. Πράγμα που σημαίνει αυτοσυγκέντρωση, πλήρη επαγρύπνηση, καμιά χαλάρωση και απόφαση να βγεις νικητής. Πρέπει να 'χεις τη δική σου τακτική, τη δική σου άμυνα απέναντι στην τακτική και τα σχέδια του αντιπάλου, με στόχο πάντα να βγεις νικητής. Και αν είσαι έτσι αποφασισμένος, θα βγεις νικητής."

Αγαπητέ συντάκτη, αν είσαι έτσι αποφασισμένος, δεν θα βγεις νικητής, αλλά μόνος... Αυτός ο άνθρωπος που εκείνη την κρίσιμη ώρα προσπαθεί να υπερβεί τον εαυτό του, να αντλήσει δύναμη από τα εσώψυχά του, να βρει στήριγμα μέσα του όταν όλα γύρω του, τού εναντιώνονται, δεν εμπνέεται από κάτι που έχει κτήμα του και δεν το ξέρει, αλλά από κάτι πέρα και πάνω από αυτόν. Είναι κάτι που τον κάνει υπεράνθρωπο και ακούει στο απλό όνομα συνάνθρωπος... Είναι ίσως το παιδί του βασανιζόμενου, η γυναίκα του, ένας καρδιακός φίλος, ένας ανιψιός... Είναι μια δύναμη, που του δίνει νόημα να παλέψει για αυτούς. Είναι ο συνάνθρωπος που εκείνη την ώρα του θανάτου σου απλώνει το χέρι του και σου ζητάει να μην φύγεις μακρυά του, αλλά σε εκλιπαρεί να προσπαθήσεις λίγο ακόμα για να υπάρξεις μαζί του λίγες ακόμα στιγμές... Είναι ο άλλος που θα σε προσκαλέσει να παραμείνεις ζωντανός και σου υπόσχεται στιγμές όμορφες, που αξίζουν να παλέψεις για να τις έχεις. Συνεπώς, αν κάτι κρατάει τον άνθρωπο στη ζωή, είναι η κοινωνική του φύση, αυτή που μοιράζει τον πόνο και διαιρεί το κλάμα, ώστε ο σπαραγμός του ενός να αντέχεται όταν στηρίζεται από πολλούς...

Αγαπητέ συντάκτη, περιγράφεις και αναζητάς εσύ και το κόμμα σου, τους υπερήρωες... Κάνεις όμως ένα τεράστιο λάθος, και εκεί είναι που αποτυγχάνεις σαν πολιτικό σύστημα: δεν υπολογίζεις τις ανθρώπινες αδυναμίες... ή πιο σωστά δεν υπολογίζεις ότι οι αδυναμίες είναι ανθρώπινες... Και αντί να συνδιαλεχτείς με την πραγματική φύση του ανθρώπου, ζητάς το αδύνατο. Επιτάσσεις το σκληρό, επιβάλλεις τον θάνατο πάνω από τη ζωή. Γιατί; Για μια ιδέα; Για μια καθοδήγηση; Ξέρεις... αγαπητέ αναγνώστη, ίσως να μην έχει σημασία τόσο η κατεύθυνση προς την οποία βαδίζει το ανθρώπινο γένος, (άραγε την ξέρει κανείς; μπορεί να την δει καθαρά;), αλλά το ομονοείν που θα κρατήσει τα ανθρώπινα χέρια σφιχταγγαλιασμένα και αλληλουποβασταζόμενα... Δεν έχει τόσο σημασία ο στόχος, αλλά οι υγιείς ή παθολογικοί όροι με τους οποίους προσπαθείς να τους επιτύχεις. Εκεί κρύβεται η καθαρότητά σου: στους καθαρούς ή βρώμικους όρους με τους οποίους παίζεις το παιχνίδι τούτο. Και αν απλά δεν σου αρέσει το παιχνίδι, τουλάχιστον μην παίζεις με τους ίδιους όρους της προπαγάνδας και της καπήλευσης που χρησιμοποιούν οι άλλοι. Εξάλλου, οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά... αλλά προχωρούν μονιασμένοι και κρατούμενοι... κρατούμενοι χέρι χέρι!

Αν θέλουμε αλλαγές στο πολιτικό μας σκηνικό, οφείλουμε να ξεκολλήσουμε επιτέλους και να κάνουμε ένα μεγάλο βήμα. Αυτό της εντιμότητος...




Απατηλό ας είναι...



Αφιερώνεται στον ανηψιό μου, που γεννήθηκε πριν λίγες ώρες και αποφάσισε να δοκιμαστεί σε αυτόν τον περίεργο κόσμο...

Καλό σου ταξίδι πανέμορφε ανηψιέ!




"Ο Βασιλιάς"
Στίχοι, Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Ερμηνεία: Μάρθα Φριντζήλα




Έλα λευκό μου σύννεφο
και γίνε προσκεφάλι
για το παιδί το χνουδαλό
που ο ύπνος το 'χει πάρει.

Να κοιμηθεί σαν βασιλιάς
και πριν καλοξυπνήσει
μέσα απ' τα βάτα της σιωπής
στ' όνειρο να βαδίσει.

Να είναι τ' όνειρο καλό
απατηλό ας είναι
κι ύστερα γύρισε ψηλά
κι αν θες βροχούλα γίνε.




Να είναι τ' όνειρο καλό
απατηλό ας είναι...



Πρόσωπα λιμάνια κράτησέ τα φεύγουν...



Θες την ένταση. Δεν μπορείς χωρίς αυτήν. Άρα, μήπως σε θέλει αυτή περισσότερο;

Ζεις μέσα στο συναίσθημα, περισσότερο απ' ότι ζει αυτό μέσα σου.

Ποια λογική και ποια οριοθέτηση; Ποια αλλαγή και ποιος συμβιβασμός; Ποια κοινωνική συμβίωση;


Κοιτώ γύρω μου. Ζωή που κυλά χωρίς να αντιλαμβάνομαι τον τρόπο που κυλά. Σαν να ξύπνησα από λήθαργο.

Ας όψεται. Άλλη μια μέρα προσπάθειας. Όπου βγει. Οι άνθρωποι είναι πολύ περίεργα όντα. Πόσο μάλλον οι ψυχές τους. Πόσο μάλλον οι αγάπες τους.



"Οι ψυχές και οι αγάπες"
Στίχοι, Μουσική: Απόστολος Μπουλασίκης
Ερμηνεία: Παπακωνσταντίνου Βασίλης



Τίποτα στο κόσμο δεν τον νοιάζει
παρά μόνο το μυαλό του ανοικτό να μένει
μέσα στην αδράνεια τρομάζει
ξαναβλέπει στη φορμόλη την ψυχή σβησμένη
κόβει το κορμί του και το θάβει
σε νερό και σε φωτιά να χωριστεί

Στους δεκάξι παγωμένους εφιάλτες
κάτι απρόσωπα λαμπάκια της νυκτός δανείζει
σ' άνυδρους ανέραστους αντάρτες
στοιχειωμένος σε μια εθνική οδό που πήζει
βρίσκει την αχτίδα π' απομένει
και μαζί της τη φυγή θα μοιραστεί

Οι ψυχές και οι αγάπες
σιαμαίες αυταπάτες
όμοιες σαν άσπρα πλήκτρα
σαν φωτάκια μες τη νύκτα
βρίσκουν σώματα παρθένα
στη συνήθεια πουλημένα
με φιλιά τα εξαγνίζουν
τους χαρίζονται

Τούτος ο αρχέγονος ρυθμός των Αφρικάνων
κάτι από μπάλο Συριανό θυμίζει
ανθρωποθυσία στους θεούς των ηφαιστείων
σαν αναπαραγωγής βωμό γυαλίζει
κράτησε αγάπη μου για λίγο την πνοή σου
κλείσε όλη τούτη τη στιγμή σ' ένα φιλί

Κοίταξε τριγύρω τα Μετέωρα πως πέφτουν
μπάλες από χιόνι μείνε ζωντανή ακόμη
κρίνε με σαν άνθρωπο που ψάχνει την ψυχή του
κι άμα τον γουστάρεις θα σου πω συγνώμη
είναι κάτι μήνες που φιλοξενώ τον τρόμο
κι έχω ανάγκη να με βλέπεις σαν μωρό παιδί

Αχ μωράκι σαστισμένο
μέσα στο μυαλό σου ξένο
τι να πρωτοτραγουδήσεις
και ποια πόρτα να κτυπήσεις
να σου πω για να σε πείσουν
στα μετάξια να σε ντύσουν
να φανούν λευκά δοντάκια
μες το γέλιο σου

Χίλιες και μια νύχτες ανοιχτά της οικουμένης
αλυσοδεμένος πολικός αστέρας
άφηνα τους άλλους να μιλούν για μένα
και φοβόμουν μη με δει το φως της μέρας
τα χαμένα χρόνια θα τα πάρω πίσω
φτάνει που και που να λες ακόμα σ' αγαπώ

Κόκκινος ορίζοντας τα χρόνια π' απομένουν
κάνε το σινιάλο να σε βρει ψυχή μου
πρόσωπα λιμάνια κράτησε τα "φεύγουν"
πάρε με αγκαλιά και κράτα με μαζί σου
βιντεοταινίες η ζωή που είδα
του άστεγου του νου μου η πατρίδα είσαι εσύ

Αχ αγάπη μου αγάπη
διαμαντάκι μες στη στάχτη
και νησάκι που 'χει φάρο
ένα μεθυσμένο γλάρο
γύρω σου που φτερουγίζει
τ' όνομά σου συλλαβίζει
σημαδεύει τη ματιά σου και αφήνεται



Πόσο ακόμα;



Δεν υπάρχει πιο ανακουφιστικό πράγμα όταν γυρίζεις σπίτι από ένα καυτό ντους...

Νιώθεις ότι το νερό συμπαρασύρει όλη τη λίγδα με την οποία σε βρώμισε αυτός ο κόσμος... Και σου δίνει λίγη δύναμη να συνεχίσεις ακόμα.

Πόσο ακόμα, συμμετοχικέ παρατηρητή...;




Απ' των Ελλήνων τα ιερά και όσια...




Μετωπική με το δημόσιο αγαπητέ...;

Και εσύ να προσπαθείς να αντιληφθείς τι είναι αυτό που κάνει τη μάζα να... είναι μάζα, ψάχνοντας το σωματίδιο του Θεού! Όταν Νεύτων και Αϊνστάιν έλαβαν αξιωματικά ότι η μάζα είναι ιδιότητα της ύλης, χωρίς να απαντήσουν στο ερώτημα τί είναι μάζα, το μεγαλύτερο πείραμα που έγινε ποτέ, αυτό του Cern, προσπαθεί να προσεγγίσει το μεγάλο αυτό (ανα)θέμα: πώς δημιουργείται η μάζα.

Αυτό, απασχολεί και το δικό μου το μυαλό, καθημερινά: πώς δημιουργείται η μάζα που αδυνατεί να αντισταθεί σε όλες τις ξεδιάντροπες και ξεφτιλισμένες συμπεριφορές των εξουσιαστών, πώς αδυνατεί να αντιδράσει, πώς καθοδηγείται χωρίς έλεγχο, πώς βιάζεται, πώς γίνεται έρμαιο των ορέξεων των ανοργασμικών τεχνοκρατών;

Πώς μας εξαπατούν έτσι; Πώς το βουλώνουμε έτσι; Πώς σφαγιάζουν το σαρκίο μας;

Γιατί σε τούτη τη χώρα είναι τόσο δύσκολο να γίνει το αυτονόητο και το απλό; Γιατί είναι τόσο δύσκολο να κάνουμε το... εύκολο;



Κοντσέρτο υποχρεώσεων...




Έχεις όνειρα. Αναρωτιέσαι αν μπορείς να τα υλοποιήσεις. Αρχικά δεν διανοείσαι να μην τα υλοποιήσεις.

Έχεις όμως και μια πραγματικότητα. Η οποία για να δούμε τι σου λέει:

-Δουλεύεις από Παρασκευή πρωί μέχρι Σάββατο μεσημέρι στις 2.00, φυσικά άυπνος... Η υποσημείωση ότι την Παρασκευή ήταν 28η/11 που στη χώρα γινόταν ο κακός χαμός και εσύ δεν επήρες τίποτα χαμπάρι, έρχεται να δηλώσει ότι απέχεις από την καθημερινότητα. Φεύγεις σφαίρα για ένα συνέδριο μέχρι τις 8.00 το βράδυ, μόνο που το μυαλό σου είναι τόσο διαλυμένο σαν να έχει φάει αυτό μια σφαίρα... Ίσα ίσα μια μικρή βόλτα στην πόλη, για να πεις ότι πρόλαβα και είδα λίγο την υπέροχη ημέρα και δεν την άφησα να φύγει χωρίς να καταλάβω την αύρα της. Αναρωτιέσαι αν μπορείς να ξεφύγεις από τέτοια κατάσταση. Δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς πολύ την απάντηση γιατί σε έχει ήδη πάρει ο ύπνος, μιας και την επομένη πάλι εφημερεύεις.
-Κυριακή πρωί ως Δευτέρα απόγευμα στις 4.30 είσαι στο ίδρυμα, προσπαθώντας να συναρμολογήσεις τα κομμάτια σου ώστε κάποια στιγμή να καταφέρεις να πας σπίτι σου. Κοιμάσαι 2 ωρίτσες, ξυπνάς, κάτι τρως γιατί το έχεις ξεχάσει (πόσο χρόνο σου τρώει μερικές φορές το να... τρως!). Και ίσα ίσα που προλαβαίνεις να γράψεις κάτι στο blog μιας και στις 9 απόψε έχει μια ομιλία αστρονομικού περιεχομένου η πολύ ζεστή παρέα της Αστρονομικής Εταιρείας της Κέρκυρας.
-Αύριο, πάλι εφημερία ως Τετάρτη απόγευμα.
-Πέμπτη πάλι εφημερία ως Παρασκευή μεσημέρι.
-Παρασκευή μεσημέρι αναχώρηση για ένα 2ήμερο συνέδριο στα Γιάννενα.

Τα σκέφτομαι όλα αυτά, διαβάζοντας τις παραπομπές του για τη σχέση κρίσης - υγείας στη χώρα μας από τον ThirdStonefromtheSun και τον ευχαριστώ, καθώς και ότι εφημερεύουμε και ξενυχτάμε όχι για να στηρίζουμε τον συνάνθρωπο αλλά το σύστημα, και φυσικά απλήρωτοι πλέον!

Κυριακή, σε μια εβδομάδα, πιθανολογώ ότι θα είναι μια ημέρα χωρίς υποχρεώσεις και εύχομαι να κάνει καλό καιρό για να μπορέσω να πάω επιτέλους στο χωριό Μπούα, που γυρίστηκα όπως σας είπα τις προάλλες η ταινία "Η Χορωδία του Χαρίτωνα", και βρίσκεται περίπου 10 λεπτά από το σπίτι μου...

Και ρωτώ μέσα στο γενικό χα(σι)μό της καθημερινότητάς μου:

- με τι δύναμη και πότε να μελετήσω μουσική μπας και κατορθώσω επιτέλους να μάθω να παίζω, όπως του αρμόζει, το αγαπημένο μου μαντολίνο;
- με τι δύναμη και πότε να ψάξω τις ιατρικές απορίες που μού δημιουργήθηκαν ή να κάνω τις εργασίες που απαιτεί ο διευθυντής στην κλινική;
- με τι δύναμη και πότε να διαβάσω αγαπημένα λογοτεχνικά βιβλία;
- με τι δύναμη και πότε να αφιερώσω χρόνο σε άλλα πρόσωπα, φίλους καλούς και έρωτες, πλανήτες και αλήτες;

Όταν συνειδητοποιώ ότι δεν προλαβαίνω να αγοράσω ακόμα και το νερό, που τυγχάνει σε τούτο το νησί να το αγοράζουμε γιατί δεν πίνεται (και το σουπερμάρκετ είναι 5 λεπτά με τα πόδια...) όταν συνειδητοποιώ ότι δεν προλαβαίνω να απαντήσω σε τηλέφωνα δικών μου ανθρώπων και τους το κλείνω κατάμουτρα, όταν συνειδητοποιώ ότι δεν προλαβαίνω να σκεφτώ, όταν συνειδητοποιώ ότι...

ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΩ ΚΑΝ ΝΑ ΥΠΑΡΞΩ!!

η πρώτη φράση αυτής της ανάρτησης "έχεις όνειρα", φαντάζει κάπως απόμακρη και ουτοπική... Βέβαια, δεν σας λέω κάτι νέο. Τα όνειρα, τα λένε έτσι, γιατί ακριβώς είναι ουτοπικά.

Πώς όμως γίνονται τα όνειρα πραγματικότητα;

Μέσα από τους άλλους ανθρώπους, είναι η απάντηση. Μέσα από τη στήριξη και τη δύναμη που σου παρέχουν αυτοί που σε αγαπούν.

Σε αυτόν τον κόσμο (σου) άραγε, μπορούν να συνυπάρξουν δυο μαντολίνα και όχι ένα; Δύσκολο, επίπονο, μα εφικτό.


"Concerto for two mandolins"
by Vivaldi