Μονοδιάστατος και Μονόχνωτος... Τελικά, Αγέλαστος!



Παραθέτω ατάκτως κάποιες παραγράφους, χωρίς να φοβάμαι ότι δεν θα βγει νόημα, καθώς νομίζω ότι με όποια σειρά και αν διαβαστούν, η ουσία όχι απλώς δεν μπερδεύεται αλλά ενισχύεται μάλιστα. Οι συντάκτες είναι ο κύριος Marcuse Harbert, η κυρία Γεωργοπούλου Παναγιώτα και ελάχιστα η αρχοντομουτσουνάρα μου. Εξάλλου, πάντα ήμουν με τους ατάκτους...

Διαβάστε τα όπως θέλετε, από πάνω προς τα κάτω, ή από κάτω προς τα πάνω... Έτσι και αλλιώς, έχουν έρθει τα πάνω κάτω, και αυτό θέλει να τονίσει ο κύριος Marcuse.

"Το σημαντικότερο έργο του Marcuse είναι «Ο Μονοδιάστατος άνθρωπος», στο οποίο γίνεται μια συνολική κριτική της βιομηχανικής κοινωνίας. Η μαρκουζιανή κριτική ξεκινάει με τη διαπίστωση ότι έχει εξαφανιστεί οποιαδήποτε κοινωνική αντιπολίτευση. Η εργατική τάξη, η οποία άλλοτε εξέφραζε μια πραγματική δύναμη αντίστασης, έχει πλέον ενσωματωθεί στους στόχους και τις επιδιώξεις της βιομηχανικής κοινωνίας. Οι εργαζόμενοι αποκτούν πιο άνετη ζωή, έχουν πρόσβαση σε περισσότερα καταναλωτικά αγαθά και γι’ αυτό δεν έχουν κανένα συμφέρον να ανατρέψουν το κοινωνικό κατεστημένο. Με τις αλλαγές στη φύση της εργασίας στη βιομηχανική κοινωνία (λιγότερη φυσική ενέργεια, αυτοματοποίηση, αφομοίωση επαγγελμάτων) αλλάζει και η συνείδηση των εργαζομένων. Με αυτόν τον τρόπο ο εργαζόμενος «δένεται» με το σύστημα, ενσωματώνεται σε αυτό. Για τον Marcuse αυτή δεν είναι απλά μια αλλαγή στη συνείδηση αλλά μια βαθιά διαδικασία αφομοίωσης καθώς «η εξομοίωση των αναγκών και των επιθυμιών, του επιπέδου ζωής, της ψυχαγωγίας και της πολιτικής τοποθέτησης, είναι η συνέπεια της ενσωμάτωσης στην υλική παραγωγική διαδικασία, μέσα στο ίδιο το εργοστάσιο». Έτσι «ενσωματώνονται στο σύστημα τα κοινωνικά εκείνα στρώματα που πάνω στη ράχη τους αυτό το σύστημα προοδεύει-δηλαδή οι τάσεις εκείνες που κάποτε ενσάρκωναν την καθολική αντίσταση στο σύστημα». Με τον τεχνολογικό εξορθολογισμό της παραγωγής δημιουργείται ένας καινούργιος ολοκληρωτισμός που «δεν είναι μόνο ο τρομοκρατικός πολιτικός ομοιομορφισμός, αλλά και ο μη τρομοκρατικός οικονομικο-τεχνικός ομοιομορφισμός που λειτουργεί με την χειραγώγηση των αναγκών στο όνομα ενός γενικού ψευτοσυμφέροντος». Έτσι, «η τεχνολογία επιτρέπει την εγκαθίδρυση καινούργιων, πιο αποτελεσματικών και πιο ευχάριστων, μορφών κοινωνικού ελέγχου και κοινωνικής συνοχής». Η κοινωνία δημιουργεί ψεύτικες ανάγκες στις οποίες προσφέρει μια αντίστοιχα ψεύτικη ικανοποίηση. Οι πλαστές αυτές ανάγκες επιβάλλονται στο άτομο και «δικαιολογούν τη ξεθεωτική δουλειά, την επιθετικότητα, την εξαθλίωση, την αδικία». Έτσι το σύστημα καταφέρνει να ελέγχει ολοκληρωτικά τις συνειδήσεις των ανθρώπων καταπνίγοντας κάθε υποψία αμφισβήτησης. Η βιομηχανική κοινωνία στο επίπεδο της οικονομίας αλλά και της πολιτικής, έχει καταφέρει να εξαφανίσει τη δυνατότητα ποιοτικής αλλαγής. Για τον Marcuse «ο τεχνικός έλεγχος έχει γίνει η ενσάρκωση της Λογικής, είναι στην υπηρεσία όλων των ομάδων, όλων των κοινωνικών συμφερόντων-έτσι ώστε κάθε αντίθεση να μοιάζει ακατανόητη και κάθε αντίσταση αδύνατη». Η κοινωνική ολότητα έχει εγκαταστήσει μια ανορθολογικότητα την οποία συγκαλύπτει με «λογικά» επιχειρήματα, έχει δημιουργήσει μια πανομοιότυπη, μονοδιάστατη σκέψη. Ο άνθρωπος έχει κατακτηθεί από τη μαζική παραγωγή και έχει χάσει την ικανότητα κοινωνικής κριτικής. Έχει μάθει να σκέφτεται και να δρα με έναν συγκεκριμένο τρόπο, έναν τρόπο που διατηρεί το status quo. Η κυρίαρχη ιδεολογία, καταργώντας την κριτική ικανότητα του Λόγου και αποδεχόμενη το υπαρκτό ως αληθινό, έχει δυσφημήσει την εικόνα και το όραμα μιας μελλοντικής αλλαγής ως μεταφυσική. Στο σύστημα αυτό η πολιτική είναι αυτή που καθορίζει την πορεία του. Σύμφωνα με τον Marcuse «πρέπει να προσαρμόσουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις την οικονομία τους στις επιταγές του Κράτους Ευημερίας. Σύμφωνα με τις επιταγές αυτές, οι κυβερνητικές δαπάνες και παρεμβάσεις πρέπει να αυξηθούν σημαντικά, να επιχειρηθεί σχεδιοποίηση σε εθνική και παγκόσμια κλίμακα, να ενταθεί το πρόγραμμα ξένης βοήθειας, να οργανωθεί καλά η κοινωνική ασφάλιση, να γίνουν δημόσια έργα μεγάλης κλίμακας κι ακόμα και μια μερική εθνικοποίηση. Όλα αυτά υπηρετούν «ένα σύστημα διοίκησης των πραγμάτων, που ελέγχει τα τρωτά και διευθετεί τις διαμάχες, χάρη στα ευεγερτικά αποτελέσματα μιας αυξανόμενης παραγωγικότητας και της απειλής ενός πυρηνικού πολέμου». Το Κράτος Ευημερίας είναι αυτό που έχει καταφέρει να αμβλύνει τις πολιτικές και οικονομικές διαφορές, υποτάσσοντας σε αυτό τα επιχειρηματικά συμφέροντα αλλά και τους εργάτες. Η κοινωνία αυτή αποκαλείται μονοδιάστατη επειδή έχει αφαιρέσει την άρνηση και την αμφισβήτηση από όλες τις κοινωνικές εκφάνσεις, επιβάλλοντας έτσι την ομοιομορφία, την αλλοτρίωση, τη θετικότητα και την εργαλειακή ορθολογικότητα." 

"Βρισκόμαστε μπροστά σε μια απ΄ τις θλιβερότερες πλευρές τής αναπτυγμένης βιομηχανικής κοινωνίας: τον ορθολογιστικό χαρακτήρα τής ανορθολογικότητάς της. Ο πολιτισμός αυτός παράγει, είναι αποτελεσματικός, είναι ικανός να αυξάνει και να γενικεύει την άνεση, να κάνει το περιττό ανάγκη, να κάνει την καταστροφή εποικοδομητική. Στο βαθμό που μετατρέπει τον κόσμο - αντικείμενο σε διάσταση του ανθρώπινου πνεύματος και σώματος, η ίδια η έννοια της αλλοτρίωσης γίνεται προβληματική. Οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους στα εμπορεύματά τους, βρίσκουν την ψυχή τους στο αυτοκίνητό τους, στην ταινία υψηλής πιστότητας που έχουν, στο σπίτι τους με τα δύο επίπεδα, στον τεχνικό εξοπλισμό τής κουζίνας τους. Ο μηχανισμός που συνδέει το άτομο με την κοινωνία του άλλαξε και ο κοινωνικός έλεγχος βρίσκεται μέσα στις καινούργιες ανάγκες, που γέννησε." 

"Τρανταχτό παράδειγμα επιβεβαίωσης των όσων αναφέρθηκαν, είναι όταν αυτές οι καινούργιες ανάγκες δεν καλύπτονται, όπως συμβαίνει σήμερα… δημιουργώντας το απέραντο κενό στην καθημερινότητά μας." 

"Σήμερα όμως, ο τεχνικός έλεγχος έχει γίνει η ενσάρκωση της Λογικής, είναι στην υπηρεσία όλων των ομάδων, όλων των κοινωνικών συμφερόντων - έτσι ώστε κάθε αντίδραση να μοιάζει ακατανόητη και κάθε αντίσταση αδύνατη. Στα πιο προχωρημένα τμήματα αυτού τού πολιτισμού, ο κοινωνικός έλεγχος έχει εναγωγηθεί τόσο βαθειά, ώστε δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει το γεγονός, ότι οι δυνάμεις αντίδρασης τού ατόμου έχουν υποστεί έντονη αλλοίωση. Η πνευματική και συναισθηματική άρνηση του κονφορμισμού θεωρούνται σα δείγμα νεύρωσης και αδυναμίας. Αυτή είναι η κοινωνικο-ψυχολογική πλευρά του σημαντικότερου πολιτικού γεγονότος τής σύγχρονης εποχής: της εξαφάνισης των ιστορικών εκείνων δυνάμεων, που στο προηγούμενο στάδιο εκπροσωπούσαν καινούργιες δυνατότητες και μορφές ζωής." 

"Όσο η διοίκηση της καταπιεστικής κοινωνίας γίνεται ορθολογιστική, παραγωγική, τεχνική και ολοκληρωτική, τόσο τα άτομα δυσκολεύονται να κατανοήσουν τα μέσα, που θα τους επιτρέψουν να τερματίσουν την υποδούλωσή τους και ν΄ αποκτήσουν την ελευθερία τους. Βέβαια, το να θελήσει κάποιος να επιβάλει τη Λογική σε μια ολόκληρη κοινωνία, είναι μια παράδοξη και σκανδαλώδικη ιδέα - αλλά έχουμε το δικαίωμα να αμφισβητήσουμε την αρετή μιας κοινωνίας, που αυτή την ιδέα την γελοιοποιεί, ενώ ταυτόχρονα η ίδια πάνω στον κόσμο της ασκεί μια καθολικά γενικευμένη εξουσία. Για την απελευθέρωση χρειάζεται πρώτα η συνειδητοποίηση της δουλείας κι αυτή η συνειδητοποίηση εμποδίζεται από κυριαρχούσες ανάγκες και ικανοποιήσεις, που τα άτομα, στο μεγαλύτερο μέρος τους, έχουν κάνει δικές τους. Στην ιστορία, πάντοτε, ένα σύστημα ετεροκαθορισμού παραχωρούσε τη θέση του σ΄ ένα άλλο• ο μοναδικός σωστός σκοπός είναι η αντικατάσταση των πλαστών αναγκών από αληθινές, η εγκατάλειψη τής καταπιεστικής ικανοποίησης."

"Με την επιστημονικοτεχνική πρόοδο, τη μηχανική ανάπτυξη και τα τεχνολογικά επιτεύγματα αυξάνονται τα αγαθά και οι καθημερινές ανέσεις, συντηρώντας τον εκτεταμένο καταναλωτισμό. Μέσα από τη συνεχή δημιουργία πλασματικών, άχρηστων αλλά και επιβεβλημένων προϊόντων προάγεται μια φαινομενική ευδαιμονία ή ψευδαίσθηση καλής ζωής και ευτυχίας, που ταυτόχρονα οδηγούν στην υποχώρηση των αντιπολιτευτικών τάσεων και την αποδυνάμωση του στοιχείου της άρνησης ή της κριτικής σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης ζωής. Με άλλα λόγια, στον ύστερο καπιταλισμό η τεχνολογική ανάπτυξη γίνεται αντιληπτή με μια ευρύτερη σημασία: από βοηθητικό μέσο στον τομέα της παραγωγής, πλέον «δημιουργεί ολόκληρη κουλτούρα»." 

"Στον Marcuse, το περιεχόμενο της τεχνικής είναι αδιαχώριστο από το κοινωνικοϊστορικό πλαίσιο αναφοράς της. Στην προοπτική της ιστορικότητας, ο Marcuse δεν καταδικάζει την τεχνική συλλήβδην, αλλά την καπιταλιστική εκτροπή της σε μορφή εργαλειακού λόγου. Η κριτική δεν στρέφεται στην τεχνολογία καθ’ αυτή, αλλά στην ιστορική της υπόσταση. Η κυριαρχία έρχεται στο προσκήνιο όταν η επιστημονικοτεχνική ανάπτυξη τίθεται σε χρήση για τη διατήρηση του καπιταλιστικού συστήματος και τη διαιώνιση της ταξικής κοινωνίας."

"Αν και η «τεχνοκρατική» οργάνωση των δυτικών κοινωνιών στο πλαίσιο της θετικιστικής και φιλελεύθερης αντίληψης γίνεται αποδεκτή με τυμπανοκρουσίες, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 δέχεται έντονη αμφισβήτηση. Απέναντι σε μια κοινωνία που διατείνεται ότι θεμελιώνεται στη γνώση και τον τεχνολογικό εξορθολογισμό με στόχο την κοινωνική ευημερία, η κριτική θέτει στο προσκήνιο τον ανορθολογισμό της. Καταγγέλλει την αχαλίνωτη οικονομική ανάπτυξη και τον ακόρεστο υλισμό της μαζικής κατανάλωσης, την παθητικοποίηση και αλλοτρίωση του πολίτη μέσω της μαζικής κουλτούρας, τον γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό με τις έντονες κοινωνικές ιεραρχίες και τις αυστηρές διαιρέσεις ανάμεσα σε πνευματική και χειρωνακτική εργασία –διευθυνόντων και εκτελούντων, τις αρνητικές συνέπειες της επιστημονικοτεχνικής προόδου, κυρίως με την πυρηνική απειλή και την απαξίωση της δημοκρατικής συμμετοχής στον καθορισμό των στόχων με την αντικατάσταση της πολιτικής από την επιστημονική διαχείριση."

"Αναμφίβολα, ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος (1964) είναι ένα από τα πιο σημαντικά έργα του Marcuse στο οποίο αναλύεται ο κοινωνικός και πολιτικός χαρακτήρας των ανεπτυγμένων βιομηχανικών κοινωνιών, εστιάζοντας στην τεχνοεπιστημονική ανάπτυξη. Ωστόσο, οι θέσεις του για την τεχνολογία στον ύστερο καπιταλισμό έχουν διατυπωθεί πολύ νωρίτερα, σ’ ένα άρθρο του δημοσιευμένο το 1941 με τίτλο «Μερικές κοινωνικές συνέπειες της σύγχρονης τεχνολογίας»." 

"Ωστόσο, η θεμελιώδης μαρκουζιανή πρόταση, όσον αφορά στην τεχνοεπιστημονική ανάπτυξη, συνίσταται στον ισχυρισμό του ιδεολογικού χαρακτήρα της ως συγκαλυμμένη μορφή κοινωνικού ελέγχου μέσα από την αυταπάτη της ουδετερότητας και της καθαρής εργαλειακότητας. Θεωρεί λοιπόν, ότι οι ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες χαρακτηρίζονται από το φαινόμενο της άμβλυνσης των κοινωνικών ταξικών αντιθέσεων, της παγίωσης ενός ομοιογενούς, ομοιόμορφου και άβουλου κοινωνικού συνόλου με κοινό τρόπο συμπεριφοράς και ζωής, με πανομοιότυπες επιθυμίες και ανάγκες, και τελικά από την υποχώρηση της κριτικής σκέψης, δηλαδή την αποξένωση του ανθρώπου από τη δυναμική της δημιουργικότητας και την άσκηση της αυτονομίας και της ελευθερίας. Με δυο λόγια, οι κοινωνίες στον ύστερο καπιταλισμό συνδέονται με την ανάπτυξη ενός «μονοδιάστατου τρόπου σκέψης και συμπεριφοράς», που σηματοδοτεί τη διαμόρφωση του «μονοδιάστατου ανθρώπου»."


Αγαπητοί μου, η τεχνολογία, αυτή που χρησιμοποιούμε καθημερινά, δεν φταίει σε απολύτως τίποτα. Φταίει η αχόρταγη μας συμπεριφορά, που με μαθηματική ακρίβεια μας οδηγεί σε γουρουνοποίηση και σε μαλακοποίηση. Μάλιστα, υπάρχει μια έννοια που ενώνει αυτές τις δυο καταστάσεις, και που μου άρεσε να τη χρησιμοποιώ σε μικρότερη ηλικία όταν έβλεπα κάποιον που αντιπαθούσα. Είναι η λέξη "μαλακοπίτουρας"... κοινώς, αυτός που έχει υποστεί τόση μαλακοποίηση που του μένει μόνο να τον φάνε τα γουρούνια... (Τελικά για όλα υπάρχει μια εξήγηση, έστω και υποσυνείδητη!)


Η Τεχνολογία μπήκε ανάμεσα στον Άνθρωπο και στη Φύση. Όχι από μόνη της, αλλά από τον ίδιο τον κατασκευαστή της. Αποτέλεσμα; Τα έκανε όλα ρημαδιό... Αποξένωση των πάντων, από τα πάντα και δια πάντων... Και αυτό, διότι ξεχάσαμε να λέμε την αλήθεια...

Αλήθεια, πώς θα φαινόμασταν σε έναν εξωγήινο, με μια τέτοια συμπεριφορά έναντι της Φύσης μας πρωταρχικά, αλλά και της Φύσης γενικά, όταν καθημερινά προβαίνουμε στο μεγάλο σφάλμα που είναι ο διαχωρισμός της "Φύσης" από το "μας".






Υ.Γ.: Το πιο ωραίο όμως, το πιο ανθρωπιστικά απάνθρωπο και λογικά παράλογο, σας το κρατώ για το τέλος: ο Διευθυντής της Κλινικής στην οποία υπηρετώ τώρα -ναι φίλε Κώστα, χρησιμοποιώ αυτόν τον ΚΕΕΜικό όρο- σε μια παρουσίαση ενός αρρώστου που του έκανα κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης, έκανα το σφάλμα και ανέφερα τη φράση "ο άνθρωπος ήρθε στο νοσοκομείο διότι...". Τότε, αμέσως, με κοιτά με ύφος κόρακα έτοιμου να με κατασπαράξει, με διακόπτει και μου λέει: "Τι είναι αυτές οι εκφράσεις; Όχι, άνθρωπος, αλλά ασθενής! Η λέξη άνθρωπος είναι υποτιμητική για τον άρρωστο! Ασθενής, παρακαλώ λοιπόν από εδώ και πέρα κύριε συνάδελφε"! Τι να πεις πραγματικά, σε ρωτάω αγαπητέ αναγνώστη...; Πρώτη φορά ακούω στη ζωή μου, ότι η λέξη Α Ν Θ Ρ Ω Π Ο Σ είναι υποτιμητική και η λέξη Α Σ Θ Ε Ν Η Σ τιμητική... Αλλά να μου πείτε, έτσι όπως η μαλακοποίηση μας έχει διαπεράσει μέχρι το μεδούλι και μέχρι τον πυρήνα των κυττάρων μας, πώς να μην θεωρούμε την αρρωστημένη κατάσταση ως πραγματικότητα και την εξυγιασμένη φύση ως παραφύσει... Πώς ο Άνθρωπος να μην βαπτιστεί Ασθενής, η Λογική Παραλογισμός, η Αντίσταση Ουτοπία, το Ανάστημα Μεγαλοϊδατισμός, και τέλος το Όνειρο Ρομαντισμός...;


Συν-τεχνία και Εν-τεχνία


Κάποιες φορές στα μάτια μου αναπαράγεται το ίδιο δίπολο: αυτό των εμπ(ει)ριστών και αυτών των αναζητητών. Δίνω κάποια παραδείγματα προς εξήγησιν: 


Νοσοκόμος ή νοσηλευτής τμήματος επειγόντων περιστατικών (ΤΕΠ) VS ιατρός ΤΕΠ: 

Ο πρώτος, βλέπει κόσμο μπόλικο να περιμένει απ' έξω, πιάνεται από μια κουβέντα που του λέει ο ασθενής (π.χ. το στομάχι μου) και βγάζει αμέσως συμπέρασμα: "παθολογικό περιστατικόν γιατρέ!". Η εμπειρία του, σημαντική, αλλά όχι και σημαινόμενη, καθώς αναπαράγει άκριτα ένα και μόνο μοτίβο που του έχει προσφέρει η απλή παρατήρηση και εναλλαγή των ανθρώπων-ασθενών. Βάζει εύκολα ταμπέλες διαχωρισμού (παθολογικό-χειρουργικό, επείγον-μη επείγον, υστερία ή ΝΦΔ) και είναι αυτός καλά και εμείς... χειρότερα. Διότι, το καλύτερο δεν σας το είπα. Αυτή η ράτσα, των εμπειριστών νοσοκόμων αβέβαιης προέλευσης και νοσηλευτών των ΤΕΠ, που αυτοθεωρούνται πρώτης γραμμής, άρα και πρώτης ποιότητος, μαχόμενοι πάροχοι υγείας, προτάσσουν τη δική τους πολυετή εμπειρία της καθημερινής τριβής με την ανθρώπινη αρρώστια, για να σου επιβληθούν εσένα μικρέ και ασήμαντε ειδικευόμενε, που δεν ξέρεις και τώρα ξεκινάς... Και άντε, εσύ λοιπόν, να αντισταθείς σε τόσα χρόνια εμπειρίας που κουβαλά κανείς στην πλάτη του με τις απλές θεωρητικές σου γνώσεις. "Μεγάλε", σου λέει ειρωνικά, καθώς εσύ είσαι ο μικρός της υποθεσης, "άλλο οι ιδέες και άλλο η πράξη, άκου με που σου λέω, τον παλιό!". Πώς, γίνεται όμως αυτός ο παλιός, να έχει πάντα τα ίδια χαρακτηριστικά, ήτοι μια κοιλάρα να!, βραδυκίνητος (τα ζώα μου αργά λέμε…) και το όνομά του να ξεκινάει από "Σ"; (Στη Μυτιλήνη λεγόνταν κυρ-Σπύρος, στην Κέρκυρα κυρ-Σαββανής και στην Καστοριά κυρ-Σταύρος... Ομολογώ ότι τα κριτήριά επιλογής τους είναι πολύ αυστηρά και πρωτυποποιημένα. Αυτό θα πει σύστημα!). 

Ο δεύτερος, βλέπει τον κόσμο πίσω από το προφανές (π.χ. το στομάχι που δείχνει ο άρρωστος, μπορεί να είναι από μια σκωληκοειδίτιδα, ή μια προστατίτιδα, μέχρι ένα έμφραγμα), δεν μένει σε μια μόνο έκφραση, σε μια μόνο εικόνα, σε μια μόνο λέξη. Οφείλει να αναζητήσει την άκρη του κουβαριού και κατόπιν να το ξετυλίξει προσεκτικά για να μην σπάσει. Για αυτό, ο ιατρός οφείλει να είναι και ολίγον τι από ανθρωπολόγος, ενώ ο νοσοκόμος το μόνο που οφείλει να είναι, είναι νταβραντισμένος… 


Επιμελητής ιατρός (ειδικευμένος δηλαδή) VS ειδικευόμενος ιατρός: 

Ο πρώτος, διατυμπανίζει ότι έχει τεράστια εμπειρία. Την εξαργυρώνει για να δίνει οδηγίες και θεραπείες από το σπίτι του ή στην καλύτερη των περιπτώσεων από το τηλέφωνο. Έτσι, αφήνει με τεράστια «εμπειρική» ευκολία κάποιον ασθενή να φύγει και να πάει σπίτι του και… ο Θεός βοηθός, απολαμβάνοντας τον τίτλο τιμής του ικανού και του ειδικού.

Ο δεύτερος, διατυμπανίζει ότι δεν έχει καθόλου εμπειρία και ότι θέλει να μάθει. Προσκρούει όμως στις τηλε-φωνικές οδηγίες και εξ αποστάσεως (τηλε-) κρίσεις (κάθε είδους) και διαγνώσεις. Κοινώς, πέφτει πάνω σε τηλε-μαλακίες… Υπάρχει όμως κάτι ακόμα χειρότερο! Να ακούει και να βλέπει αυτές τις εμπειρικές μαλακίες να σκάνε ακριβώς δίπλα του, όταν για παράδειγμα ο επιμελητής ιατρός εξετάζει τον ασθενή και αποφασίζει μέσα σε τρία λεπτά για το πρόβλημα που τον έκανε να αναζητήσει ιατρική βοήθεια. Μιλάμε για γέλια, για να μην πω για κλάματα (και μας πουν και ευσυγκίνητους ή ρομαντικούς…). Έτσι, μένεις μόνος να απολαμβάνεις το ανατριχιαστικό θέαμα του αβοήθητου ασθενούς, που δεν καταλαβαίνει τίποτα (ποιά γλώσσα του μιλάνε;) και που είναι να απορεί πού έμπλεξε ρε γαμώτο...


Αστρολόγος VS Αστρονόμος: 

Ο πρώτος μένει στην εμπειρική και βιωματική επαφή με τα φαινόμενα, πιστεύει όλα όσα τα μάτια του βλέπουν, αγνοώντας και -πολύ περισσότερο- αδιαφορώντας για όσα δεν βλέπει. Καταπιάνεται μόνο με το αποτέλεσμα, χωρίς να εννοεί τη διαδικασία και το μηχανισμό. Φαντάζεται πράγματα και καταστάσεις αναπόδεικτες, μυστικές, που δεν μπορούν να μοιραστούν και έτσι να διαδοθούν, που δεν μπορούν να εξηγηθούν με τη λογική. 

Ο δεύτερος δεν μένει στις τρεις διαστάσεις που αντιλαμβάνονται οι πεπερασμένες αισθήσεις μας, αλλά αναζητούν τον τρόπο, το γιατί και το πώς, κάθε φαινομένου. Δεν στέκονται μόνο σε αυτά που βλέπουν, αλλά προσπαθούν να χτίσουν έναν κόσμο αόρατο, εννοώντας ότι υπάρχουν και πολλά άλλα που δεν φτάνουν τα μάτια μας. Είναι οι λεγόμενες κοσμοθεωρίες, είναι η 4η διάσταση και πολλά άλλα συναρπαστικά. Είναι τελικά, αυτή η πραγματική μαγεία (με την έννοια της αποκάλυψης των απόκρυφων και όχι της απόκρυψης των φανερών) που ενθουσιάζει τον ανθρώπινο νου και ωθεί παραπέρα, που παραδειγματίζει και που εμπνέει. 


Ιστορικογράφοι VS Ιστορικοί: 

Οι πρώτοι, οι Ιστορικογράφοι, απλά γράφουν με σκοπό να κατευθύνουν. Εξιστορούν ωσάν να παραθέτουν, αδιαφορώντας για τη φυσική σύνδεση και έτσι επεξήγηση των γεγονότων, αδυνατώντας να ερμηνεύσουν τις αιτίες και τα αποτελέσματα. Αρκούνται σε αυτά που θέλουν να πετύχουν και χρησιμοποιούν την Ιστορία ως μέσον για πραγμάτωση των συγχρονικών τους σκοπών, εξυψώνοντας στη συνείδησή τους, την αξία του παρόντος. Χρησιμοποιούν τα πάντα παραλλάσσοντάς τα, κατά το δοκούν, για να φτιάξουν το ψευδεπίγραφο του δικού τους παρόντος. Μόνο αυτό μετράει, το τώρα. 

Οι δεύτεροι, οι Ιστορικοί, διαβάζουν αυτά που οι άλλοι γράφουν. Και όταν λέμε οι άλλοι, εννοούμε εκείνοι (οι παλιοί έως πανάρχαιοι) για τους οποίους γίνεται η ιστορική αναφορά. Συνεπώς, βουτούν βαθειά στα νερά της Ιστορίας, γυρίζουν πίσω, αναδιφούν, ξεσκονίζουν όσα η άχρονη σκόνη έχει αγκαλιάσει στο διάβα των αιώνων. Μα το κυριότερο είναι άλλο. Προσπαθούν ασταμάτητα να εξηγήσουν αυτά που διαβάζουν, να τα τοποθετήσουν στο κοσμικό παζλ, να ερμηνεύσουν την αλληλουχία των γεγονότων, τις αιτίες των φαινομένων και κυρίως τα αποτελέσματα των πράξεων. Μέσα από αυτά, θα αφήσουν την παρακαταθήκη τους για το μέλλον, θυσιάζοντας ολόκληρο το παρόν τους. Αυτό που μετράει είναι το αύριο. 




Εκκλησιάζοντες VS Θυσιάζοντες: 

Οι πρώτοι, φέρονται και αυτοπαρουσιάζονται ως οι θυσιαζόμενοι για το δικό μας καλό. Στερούνται, νηστεύουν, τιθασεύουν τα πάθη τους, αυτομαστιγώνονται, για να καταδυναστεύσουν το κακό και να μας δηλωθούν ως οι κοινωνοί του παραδείσου. Φορούν τα μαύρα, για να μη φαίνεται το λαμπρό φαγοπότι και πανηγύρι της σάρκας τους. Θέλουν να δείξουν ότι περνούν μόνοι τους και αβοήθητοι από το δύσκολο μονοπάτι. 

Οι δεύτεροι, φέρνουν και σου παρουσιάζουν ολόκληρη την περιουσία τους και στην αραδιάζουν εμπρός σου για να διαλέξεις ό,τι καλύτερο έχουν και να το πάρεις αγκαλιά στον κόρφο σου ωσάν φυλαχτό να σε φυλάει (αλλά και να σε φιλάει) στους δύσκολους καιρούς. Ξέρουν από δύσκολους καιρούς και αυτοί, ξέρουν από στερήσεις, από πείνα (ή αλλιώς αναγκαστική νηστεία), ξέρουν από παθη-ματα μεγάλα. Ξέρουν όμως και από το καλό και αυτό εκφράζουν όχι με ψεύτικες δηλώσεις αλλά με τις πράξεις τους. Δεν είναι κοινωνοί του παραδείσου, αλλά πολίτες μιας κοινωνίας που θέλει να γίνει παράδεισος. Δεν φορούν μαύρα, όσο χαροκαμένη και αν είναι η καρδιά, αλλά ενδύονται τα χρώματα της φύσης, της χαράς, του χορού των αστεριών. Θέλουν να κρύψουν τον καημό, ως προσωπική μάχη, και θέλουν να φωτίσουν το χορό, ως προσωπική συμμετοχή. Μα το καλύτερο και το κυριότερο είναι άλλο. Σε καλούν και εσένα μαζί.




Αν υπάρχει μια κομβική διαφορά μεταξύ των εμπειριστών λοιπόν και των αναζητητών, είναι ότι οι πρώτοι (οι οποίοι έρχονται πάντα πρώτοι) αποτελούν μια συντεχνία, ενώ οι δεύτεροι (οι οποίοι έρχονται πάντα δεύτεροι, και αυτό μας το έμαθε ο δεύτερος Θερμοδυναμικός νόμος της Εντροπίας, δηλαδή της ενέχουσας ντροπής που διακατέχει αυτούς τους ανθρώπους και τους αποτρέπει από το να γίνουν εμπρηστές των ψυχών, αλλά τους διατάζει να σκύβουν το κεφάλι και να προχωρούν μπροστά ό,τι και αν αφήνουν πίσω τους), μια εν-τεχνία, δηλαδή ενέχουν μια τέχνη: αυτήν της Ζωής. Οι πρώτοι, απέξω και γύρω-γύρω όλοι, ενώνονται σε ένα σώμα που τους προφυλάσσει και τους απαλλάσσει από τις ευθύνες, ενώ οι δεύτεροι γυμνώνονται, ξεστήθωτοι βουτούν μέχρι τον πάτο, εν-τρυφούν στα μυστικά και παραχωρούν απλόχερα το ίδιο τους το σώμα για να χαρακώσει ο χρόνος με βαθειές χαράδρες τα μηνύματά του και να χαράξει αγέρωχα τα άχρονα νοήματά του...




Σούπερ τυπάκια...


"Εδώ είναι Βαλκάνια δεν είναι παίξε γέλασε..." 

Μωρέ, είναι και παραείναι παίξε και γέλασε, αφού ο κόσμος, πραγματικά "εκπέμπει αλλού" και έχει μια άλλη θεώρηση των φαινομένων που τον περιβάλλουν...



Πώς να μην γελάς λοιπόν, και -αυτομάτως προεκτείνοντας- να μην χαμογελάς με όλα όσα σου συμβαίνουν, όταν έχεις για εξομολογητή σου και πνευματικό σου τα πιο όμορφα μυστικά από το περιβάλλον το φυσικό σου;

Όταν, οι χτύποι της γης που πάτησαν οι πρόγονοι γίνονται κουδούνια και καμπάνες, και όταν οι προβιές τους και τα δέρματά τους, γίνονται η τροφή για τις νέες φυλλωσιές που ανθίζουν σήμερα;





Φίλοι μου, όσο και αν λένε ότι "δεν κάνει κρύο στην Ελλάδα, (διότι) κρύο δεν έκανε ποτέ", μην τους πιστεύετε. Και κρύο κάνει, και παγετούς έχει, ειδικά στις μέρες μας που όλα λειτουργούν χωρίς πετρ-έλαιο(ς)...




Αν όμως, είναι κάτι που ανθίσταται σε τόση ψυχρότητα καιρική (δηλαδή των καιρών...), είναι οι καρδιές των ανθρώπων που παρότι ως "καρδιές μπαλόνια, πετούν στο πουθενά", κάνουν αυτό το πέταγμα φαντασμαγορικό, χρωματιστό ωσάν ουράνιου τόξου πετάρισμα, και κυρίως ομαδικό και ω!μαγικό!



Βέβαια, κάποιες φορές, μπερδεύεσαι και δεν ξέρεις τι είναι πραγματικό ή τι σαρκαστικό, καθώς τα όρια της σάτιρας και της πολιτικής πράξης πολλάκις δυσδιάκριτα...


Όπως και να έχει πάντως, σε τέτοια βαροχειμωνιά (σήμερα -8 οC), μόνο μια πηγή ζεστασιάς έχει αποδειχτεί μακραίωνα αξιόπιστη, με την καλύτερη απόδοση και με άμεση σχεδόν απόσβεση κόστους:  είναι η θέρμη των ανθρώπων και το πείσμα τους να συνεχίζουν να ζουν αδιάκοπα στην απέραντη -μα πανέμορφη- γη.

Διότι, σε τούτα εδώ τα μέρη αγαπητοί μου, οι άνθρωποι ό,τι και αν τους συμβαίνει, δε μασούν! Το λένε και το εννοούν μα κυρίως... το δείχνουν εμπράκτως ότι δε μασούν!



(όλες οι φωτό είναι σημερινές, ολόφρεσκιες, απο το κατάψυκτο iphone μου...)


Τα χειμερινά Στράτια...


Είναι κάποιοι ζητιάνοι, που κυκλοφορούν στους δρόμους αυτές τις μέρες, διαφορετικοί από τους συνηθισμένους, ή πιο σωστά, ίδιοι σε όλα με τους γνωστούς μας ζητιάνους, παρεκτός από ένα σημείο: οι πρώτοι δίνουν, ενώ οι δεύτεροι ζητούν. 

Ονομάζονται Rogatores, και έχουν ξεκινήσει να ζητιανεύουν (υπενθυμίζω δίνοντας), από πολύ παλιά, ήδη από τα αρχαιοελληνικά χειμερινά Διονύσια. Με της κάθε εποχής τις προσθήκες και αφαιρέσεις, φτάνουν μέχρι σήμερα και ανα-βιούν στους δρόμους της Καστοριάς, χορεύοντας όμως πάντα στους ίδιους ρυθμούς: αυτούς των χτύπων της καρδιάς, των χτύπων της μάνας γης. 

Είναι βλέπετε αυτοί οι χτύποι της καρδιάς που κλωτσούν, που αναζητούν διέξοδο, που θέλουν να ενωθούν και κραυγάζουν έντονα με ταμπούρλα και τρομπέτες. 

Φωνάζουν… 

Τι φωνάζουν, άραγε…; 

Ίσως, ότι το μεγαλύτερο πράγμα που μπορείς να πάρεις σε τούτη τη ζωή, είναι το να δώσεις… 

Τι να δώσεις, όμως…; 

Να δώσεις ενέργεια, έμπνευση, ρυθμό, χορό, παλμό… Και μέσα από τον κάθε σου παλμό να δώσεις όλους σου τους παλμούς, και μέσα από όλους τους παλμούς ολάκερη την καρδιά σου και τελικά μέσα από την καρδιά σου να δώσεις ολόκαυτη τη ψυχή σου… 

Τα Ραγκουτσάρια, αν έχουν επιβιώσει, παρά τις αμέτρητες λαογραφικές προσμίξεις, τολμώ να εικάσω ότι το χρωστούν στην καθαρότητα του σκοπού τους: στη συμπόρευση των ψυχών! Δεν ζητούν λοιπόν, τίποτε άλλο οι συγκεκριμένοι ζητιάνοι, παρά να ενωθούν με τους υπόλοιπους ανθρώπους.


Υ.Γ.: Προς το αγόρι της Νέας Ορλεάνης: αγαπητέ Κώστα, αντιγράφω από το δεύτερο link που παρέθεσα ανωτέρω: «Η αναλογία με τις μεγάλες μπάντες πνευστών της Νέας Ορλεάνης στις Η.Π.Α., που δημιούργησαν την ορολογία και το παγκόσμια καθιερωμένο μουσικό είδος της τζαζ, είναι εμφανής». Βλέπεις λοιπόν, φίλε μου ότι μερικές φορές στη Δύση ενυπάρχει η Ανατολή και τανάπαλιν… σαν να λέμε -ή πιο σωστά, σαν να ξαναλέμε- ότι «φυσάει βοριάς απ’ το νοτιά…» και άντε να το ξεμπλέξεις το πράγμα…









Ξανά ευχές!


Είναι αυτά τα μικρά μηνυματάκια που μοιράζονται και ανταλλάσονται αυτές τις μέρες, που σου δίνουν μια μικρή γεύση, (μια μικρή ανθρωπολογική έρευνα θα την ονόμαζα ή με ακρωνύμιο sms - short message survey και οχι service) των ανθρώπινων σκέψεων. Θα μπορούσε να είναι τα μεγαλύτερα φιλοσοφήματα.

Το καλύτερο που δέχτηκα αυτές τις γιορτές:

"Η ζωή δεν είναι πρόβα, είναι κατευθείαν παράσταση..."


Καλή χρονιά σε όλους!


Ευχές!


Τρεις ευχές για το νέο έτος, που πήρε το αυτί μου από μια πανάρχαια φιλοσοφία πολεμικής τέχνης, η οποία γεννήθηκε στα βάθη της ανατολής, και η οποία τις θεωρεί ως τα τρία πιο δύσκολα πράγματα που έχει να αντιμετωπίσει ένας άνθρωπος:

1. Να κρατάς ένα μυστικό.
2. Να ξεχνάς μια προσβολή που σου έγινε.
3. Να αξιοποιείς αποτελεσματικά τον ελεύθερό σου χρόνο.


Υγεία και αντοχές σε όλους.



Τη στερνή κουβέντα σου τη θυμάμαι ακόμα Διγενή!



Είναι κάποιες φορές, συνήθως τυγχάνει να είναι Σάββατο ξημερώματα, που αναφωνείς «δεν μπορεί, κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει εδώ…», και όσο από τη μια σε φοβίζει, τόσο από την άλλη σε ενθουσιάζει και σε ερεθίζει η υποψία για το τί μπορεί να αποτελεί το υποσυνείδητα υποκινούμενο. Υποκινούμενο τίνος και υποκινούμενο από ποιόν; Δύσκολες ερωτήσεις, οπότε ας τις αφήσουμε να βράζουν στα σκοτεινά τους καζάνια… Ας κρατήσουμε μόνο ότι εκεί που λες «χαράσσω ένα νέο δρόμο στη ζωή μου», συνειδητοποιείς πως βαδίζεις σε μονοπάτια που κάποια χρόνια πίσω, άλλοι -ίσως με το ίδιο όνομα, αλλά σε άλλο σώμα- να είχαν πρωτοχαράξει τις ξερολιθιές με το τακούνι της βαριάς τους αρβύλας, αφήνοντας πίσω εκεί τις αναμνήσεις από παλιές, όμορφες εικόνες αρχαγγέλων.  Σκληρή η πρώτη στην άγονη γης, φτυαριά, χάδι η πρώτη στη γόνιμη κόρη, καλεστική ματιά... Καλείσαι λοιπόν και εσύ χρόνια μετά, σε μια μυστική αποστολή, να βρεις τον χαμένο σύνδεσμο που ενώνει προαιώνια τις γενεές των ανθρώπων, που μεταδίδεται σα σαράκι της ψυχής, από τον παππού, στον πατέρα και τελικά στον εαυτό, που κρύβει σαν καταφύγιο σε αυτή τη βαροχειμωνιά, το υπέρτατο: τον έρωτα.

Εδώ και περίπου 2 χρόνια, στην Κέρκυρα, είχα χάσει το άστρο που με ακολουθούσε και έτσι όλα μου πήγαιναν ανάποδα. Το άστρο αυτό, είχε γκρεμοτσακιστεί από το στερέωμα και είχε βυθιστεί στα σκότη του πελάγους, πάντα όμως εξακολουθούσε να λάμπει. Κατόρθωσα λοιπόν, να το βρω ξανά, μόνο που τώρα είχε γυναικεία μορφή με δυο φανταχτερώς λαμπερά μάτια, και γοργονίσιο κορμί. Μαζί, τη μεταφέρω πλέον στα γλυκά νερά μιας λίμνης, μακριά από την αρμύρα του πελάγους που σου τρώγει τους ιστούς. Το αστέρι αυτό, συνεχίζει να εκπέμπει, γιατί πυροδοτείται από ένα και μοναδικό συμπαντικό στοιχείο: τον έρωτα. 

Κάποτε, οι παλιές εικόνες, ο χορός του κόσμου και οι αρμοί που ραγίζουν, αντιπροσωπεύοντας ίσως τρεις γενιές που εναλλάσσονται (με αναπάντητο φυσικά το ερώτημα αν οδηγούνται σε κάτι διαφορετικό ή απλά παραλλάσσονται), μπορούν να συνυπάρξουν ως στίχοι στο ίδιο τραγούδι που εξυμνεί τί άλλο; τον έρωτα.




"Έρωτας Αρχάγγελος"
Στίχοι: Δημήτρης Λέντζος
Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Ερμηνεία: Δημήτρης Μητροπάνος



Σάββατο χαράματα μπρος στην Αχερουσία 
χόρεψα ζεϊμπέκικο πάνω στην φωτιά 
βήματα γενέθλια για την αθανασία
κι όλες οι αγάπες μου μία ξενιτιά 

Πήρα από τα μάτια σου λίγο μαύρο χρώμα 
κι έβαψα τα ρούχα μου μάνα μη με δεις 
την στερνή κουβέντα σου την θυμάμαι ακόμα 
σαν χορεύεις μου ’λεγες, να `σαι ο Διγενής 

Βλέμματα χαράξανε στις μαύρες τις οθόνες 
κι οι τυφλοί προφήτες προδίδουν τους χρησμούς 
έρωτας αρχάγγελος σαν τις παλιές εικόνες 
κι ο χορός του κόσμου ραγίζει τους αρμούς 

Πήρα από τα μάτια σου λίγο μαύρο χρώμα 
κι έβαψα τα ρούχα μου μάνα μη με δεις 
την στερνή κουβέντα σου την θυμάμαι ακόμα 
σαν χορεύεις μου ’λεγες, να `σαι ο Διγενής 

Είναι τα τραγούδια μας ηφαίστεια που καίνε 
σώματα κι αγάλματα βγάζουνε φτερά 
τα αρχαία πάθη μας και τα φιλιά σου φταίνε 
κοίτα αναστήθηκα για δεύτερη φορά 

Πήρα από τα μάτια σου λίγο μαύρο χρώμα 
κι έβαψα τα ρούχα μου μάνα μη με δεις 
την στερνή κουβέντα σου την θυμάμαι ακόμα 
σαν χορεύεις μου ’λεγες, να `σαι ο Διγενής

Μια προ-Χριστου(γεννιάτικη) ευχή!



Ένεκα της ημέρας, θα αναδημοσιεύσω ένα εισαγωγικό σημείωμα της Η.Ε. Κορμπέτη, στην 7η Επιστολή του Πλάτωνος, από το περιοδικό ΕΠΟΠΤΕΙΑ, τεύχος 109, 1986.

"Όταν πρωτοήρθε ο Πλάτων στη Σικελία, το 388 πΧ, κυβερνήτης του κράτους των Συρακουσών ήταν ο Διονύσιος ο πρεσβύτερος. Ο Διονύσιος, που άρχισε τη σταδιοδρομία του ως απλός αξιωματικός του στρατού των Συρακουσών, κατόρθωσε, µε τη στρατιωτική ικανότητα που έδειξε στον Καρχηδονιακό πόλεµο του 410-405 πΧ και µε την πολιτική του επιτηδειότητα, να αναδειχθεί και να γίνει πρώτα ένας από τους δέκα στρατηγούς και λίγο αργότερα, όταν οι συστράτηγοί του, κατηγορούμενοι απ’ τον ίδιον ως υπεύθυνοι για κάποια αποτυχία των Συρακουσίων στον Καρχηδονιακό πόλεµο, καθαιρέθηκαν απ’ την εκκλησία του δήµου, να του ανατεθεί η διεξαγωγή του πολέµου και η διακυβέρνηση του κράτους. Έτσι ο Διονύσιος έγινε ουσιαστικά δικτάτωρ, αν και τυπικά απέφευγε ν’ αλλάξει τη µορφή του πολιτεύματος, αφού ούτε ο ίδιος πήρε τον τίτλο του τυράννου ή του βασιλέως, ούτε την εκκλησία του δήµου και τη βουλή κατήργησε. 

Ο Διονύσιος, ικανότατος στρατηγός και επιτήδειος πολιτικός (η λέξη φυσικά µε τη στενή έννοια που έχει και σήµερα και όχι εκείνη που θέλει να της δώσει ο Πλάτων), κατόρθωσε µε επανειλημμένους πολέµους εναντίον των Καρχηδονίων της Σικελίας και των πόλεων της Κάτω Ιταλίας, µε την ίδρυση αποικιών στα παράλια της Αδριατικής και µε τη σύναψη ευνοϊκών γι’ αυτόν συνθηκών, να επεκτείνει εδαφικώς και να ενισχύσει το κράτος του τόσο, ώστε να το καταστήσει µια απ’ τις µεγάλες δυνάµεις, ίσως μάλιστα τη µεγαλύτερη ελληνική δύναµη της εποχής του. Η σηµασία του έγκειται κυρίως στο ότι απέτρεψε από τον ελληνισµό της Δύσεως τον Καρχηδονιακό κίνδυνο, που τον απείλησε στην τελευταία δεκαετία του 5ου αιώνος. Με τον εξαιρετικά δυνατό και ικανό αυτόν πολιτικό, (που όµως τη δύναµη και την ικανότητα του χρησιµοποίησε για καθαρά εξωτερικά επιτεύγματα και που ήταν, για να χρησιμοποιήσω όρους και διακρίσεις πλατωνικές, µόνον πολιτικός, όχι και φιλόσοφος), δεν ήταν δυνατόν να έρθει σε ουσιαστική και γόνιµη επαφή ο Πλάτων. Γνώρισε όµως κατά τη διάρκεια της πρώτης του διαµονής στις Συρακούσες και συνδέθηκε στενά µε το Δίωνα, και η γνωριµία αυτή υπήρξε εξαιρετικά σηµαντική και για την ατοµική του ζωή, και για την κατοπινή παιδαγωγική και πολιτική του δράση. 

Ο Δίων ανήκε σε µια από τις µεγαλύτερες και ισχυρότερες οικογένειες των Συρακουσών ήταν γιος του πολιτικού συνεργάτη και φίλου του Διονυσίου του πρεσβυτέρου Ιππαρίνου και είχε συνδεθεί µε στενούς συγγενικούς δεσµούς προς το Διονύσιο. Ό Δίων υπήρξε ο πρώτος µαθητής του Πλάτωνος, αληθινά άξιος µαθητής και όχι απλώς θαυμαστής του. Η γνωριμία του µε τον Πλάτωνα και τη φιλοσοφία του τον έκανε να θέσει ως σκοπό της ζωής του την πραγµατοποίηση µέσα στο κράτος των Συρακουσών του πλατωνικού πολιτικού ιδεώδους, που πρώτη του αρχή είναι η ανάγκη της συνδέσεως πολιτικής εξουσίας και πνευµατικής και ηθικής αρετής (αυτή είναι η αρετή του φιλοσόφου) στο ίδιο πρόσωπο. Το ιδεώδες αυτό ζήτησε να πραγματοποιήσει ο Δίων µε τη βοήθεια του Πλάτωνος, πρώτα στο πρόσωπο του Διονυσίου του νεωτέρου (γιου και διαδόχου του πρεσβυτέρου Διονυσίου) προσπαθώντας να ξυπνήσει στον θέσει πολιτικό αρχηγό τη φιλοσοφική φύση που νόµιζε πως είχε (αυτό είναι το νόηµα και αυτή την αποστολή έχουν τα δύο τελευταία ταξίδια του Πλάτωνος στη Σικελία), κι έπειτα, όταν είδε την αδυναµία του Διονυσίου, ζητώντας να γίνει ο ίδιος, (που ήταν µε την πλατωνική σηµασία του όρου φιλόσοφος), πολιτικός αρχηγός (κι αυτό είναι το νόηµα της εκστρατείας και του κινήµατος του Δίωνος εναντίον του Διονυσίου). 

Το 367 πέθανε ο Διονύσιος ο πρεσβύτερος και ανέλαβε την εξουσία ο νεώτερος Διονύσιος, γιος του από τη δεύτερη γυναίκα του, τη Δωρίδα. Ο Διονύσιος ο νεώτερος είχε σε µεγαλύτερο βαθµό τα ελαττώµατα του πατέρα του, χωρίς να έχει και τα προτερήµατα εκείνου, και τις φυσικές του αδυναµίες είχε ενισχύσει σκόπιµα η ανατροφή του από το Διονύσιο τον πρεσβύτερο, που φοβούµενος µήπως στο πρόσωπο του γιου του γεννηθεί ένας επικίνδυνος πολιτικός αντίπαλος, και θέλοντας να προλάβει ένα παρόµοιο κίνδυνο, αποµόνωσε το Διονύσιο και τον κράτησε µακρυά από την πολιτική ζωή και από κάθε τι που θα µπορούσε να αναπτύξει το πνεύµα και το χαρακτήρα του. Τη µεγαλύτερη επιρροή στο Διονύσιο, που, εντελώς άπειρος καθώς ήταν στα πολιτικά πράγµατα, είχε απόλυτη ανάγκη ενός συµβούλου και οδηγού, είχε στην αρχή ο Δίων. Αµέσως µετά την ανάληψη της πολιτικής εξουσίας από το νέο τύραννο, ο Δίων, ελπίζοντας πως θα ήταν δυνατόν στο πρόσωπο του ανώριµου και γι’ αυτό ακριβώς εύπλαστου Διονυσίου να πραγµατοποιηθεί µε την κατάλληλη καθοδήγηση και διαπαιδαγώγηση το ιδεώδες του φιλοσόφου βασιλέως, και πιστεύοντας πως ο καταλληλότερος για το έργο της φιλοσοφικής διαπαιδαγωγήσεως του νεαρού ηγεµόνος ήταν ο Πλάτων, (την παιδαγωγική του δύναµη είχε δοκιµάσει ο ίδιος ο Δίων στον εαυτό του), έπεισε το Διονύσιο να τον καλέσει στιςς Συρακούσες. Και ο Πλάτων, που είδε, καθώς λέει στην 7η Επιστολή (328 b.c.), ότι δεν ήταν δυνατόν να παρουσιασθεί καταλληλότερη ευκαιρία για την πραγµατοποίηση του πολιτικού του ιδεώδους, και η 7η Επιστολή δείχνει αρκετά πόση σηµασία έδινε ο Πλάτων στην πραγµατοποίηση αυτή και πόσο φοβούνταν τον τίτλο του αποµακρυσµένου από την πραγµατικότητα και ανίκανου για δράση θεωρητικού. 

Ο Πλάτων λοιπόν, επεχείρησε έτσι το 367 πΧ, σε ηλικία 60 ετών, το δεύτερο του ταξίδι στη Σικελία. Ο Διονύσιος δέχθηκε και συναναστράφηκε στην αρχή τον Πλάτωνα µε υπερβολικές εκδηλώσεις θαυµασµού και πίστεως σ’ αυτόν και τις ιδέες τους. Αλλά οι πολιτικοί αντίπαλοι του Δίωνος, που ήταν αρκετά έξυπνοι, ώστε να δουν την πολιτικότητα των σκοπών του Δίωνος και του Πλάτωνος και εποµένως τον κίνδυνο που διέτρεχε η δική τους πολιτική υπόσταση, κατόρθωσαν να εµπνεύσουν στο Διονύσιο δυσπιστία και προς τους δύο. Κι. έτσι, λίγους µήνες µετά την άφιξη του Πλάτωνος στις Συρακούσες, ο Διονύσιος εξόρισε το Δίωνα, που έφυγε τότε για την Ελλάδα, και αιχμαλώτισε ουσιαστικά τον Πλάτωνα, εγκαθιστώντας τον µέσα στην ακρόπολη των Συρακουσών, οπού ζούσε και ο ίδιος, µόνος του, φρουρούµενος από τους σωµατοφυλακές του. Υπό τέτοιους ορούς δεν µπορούσε φυσικά να γίνεται πλέον λόγος για ουσιαστική πνευµατική επαφή και επίδραση του φιλοσόφου στο Διονύσιο. Λίγο αργότερα, ο Πλάτων κατόρθωσε να τον πείσει να τον αφήσει να φύγει. 

Μια τελευταία προσπάθεια επαφής προς το Διονύσιο, που αντιπροσωπεύει το τρίτο ταξίδι του Πλάτωνος στη Σικελία (361-360), ταξίδι πού επεχείρησε περισσότερο χάρις στην παρακίνηση του Δίωνος και των Πυθαγορείων της Κάτω Ιταλίας, παρά από προσωπική του πίστη στη δυνατότητα της πραγματοποιήσεως των πολιτικών σχεδίων, απέτυχε όπως η προηγούμενη. Η αδυναµία του Διονυσίου να ενσαρκώσει το ιδεώδες του φιλοσόφου βασιλέως έγινε πλέον και στον υπερβολικά αισιόδοξο Δίωνα φανερή. Με τη βοήθεια φίλων του από την Ακαδηµία και άλλων, ο Δίων οργανώνει και επιχειρεί το 357 πΧ εκστρατεία εναντίον του Διονυσίου µε το σκοπό να του αφαιρέσει την αρχή και ν’ αναλάβει ο ίδιος τη διαρρύθμιση της πολιτείας και την κυβέρνηση του κράτους των Συρακουσών. Η εκστρατεία πέτυχε και ο Δίων ανέλαβε την εξουσία, αλλά προτού προφθάσει να πραγµατοποιήσει ολοκληρωτικά το πολιτικό του ιδεώδες, δολοφονήθηκε: ένας από τους φίλους του που τον βοήθησαν στην επιστροφή του στη Σικελία και στον αγώνα του εναντίον του Διονυσίου, ο Κάλλιπος, οργάνωσε εναντίον του συνωμοσία και τον σκότωσε το 354 πΧ• ο ίδιος ανέλαβε την κυβέρνηση του κράτους. Οι οπαδοί του Δίωνος κατέφυγαν τότε στους Λεοντίνους και αρχηγός τους έγινε ο Ιππαρίνος, γιος του Διονυσίου του πρεσβυτέρου και της Αριστοµάχης. Ενώ ο Κάλιππος πολεµούσε στην Κατάνη, ο Ίππαρίνος κατέλαβε τις Συρακούσες (353 πΧ) και πήρε στα χέρια του την αρχή. Τότε οι οπαδοί του Δίωνος, που για πρώτη φορά µετά το θάνατο του ανέλαβαν την πολιτική εξουσία, απευθύνθηκαν στον Πλάτωνα, το φυσικό αρχηγό τους, ζητώντας να τους καθοδηγήσει στην πολιτική τους δράση• Σ’αυτή την παράκληση απαντώντας, γράφει ο Πλάτων την 7η Επιστολή. Αλλά ή πολιτική συµβουλή προς τους οπαδούς του Δίωνος δεν είναι ουσιαστικά ο µόνος, ούτε ίσως ο κύριος σκοπός της 7ης Επιστολής. 

Είναι γνωστό από υπαινιγµούς πού γίνονται στην ίδια την Επιστολή, ότι τα ταξίδια του Πλάτωνος στη Σικελία και οι οπαδοί που τα προκάλεσαν δεν κατανοήθηκαν καθόλου ή παρεξηγήθηκαν απ’ τους συγχρόνους του. Με την 7η Επιστολή, που το τυπικό θέµα της, η εξωτερική αφορµή της συγγραφής της, δίνει ευκαιρία στο συγγραφέα να µιλήσει για τα ζητήµατα αυτά, θέλησε ο Πλάτων, µέσα στο πλαίσιο πάντοτε της πολιτικής προς τους Συρακοσίους συµβουλής και χωρίς να διασπάται η ενότητα της επιστολής και η αλληλουχία των µερών της, να δώσει στους συγχρόνους του τη σωστή ερµηνεία της δράσεως του στη Σικελία. Και για το σκοπό αυτό διηγείται την ιστορία της πνευµατικής και πρακτικής του ζωής, µιλεί για τον λόγον και τον βίον του. Έτσι η 7η Επιστολή έχει τον τύπο πολιτικής συµβουλής προς τους οπαδούς του Δίωνος, είναι όµως ουσιαστικά µια ανοιχτή επιστολή που απευθύνεται στους συγχρόνους του Πλάτωνος και κυρίως στους Αθηναίους, για να ερμηνεύσει και να δικαιώσει την πολιτική του δράση στις Συρακούσες, και ο σκοπός αυτός επιτελείται κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η 7η Επιστολή θα µπορούσε να ονοµασθεί η πνευµατική και πολιτική αυτοβιογραφία του Πλάτωνος."


Θα με ρωτήσετε βέβαια, και εύλογα, πού κολλάει αυτή η ανασκόπηση της Ιστορίας, σήμερα Χριστούγεννα; Η απάντηση, είναι απλή: αν έχω μια ευχή που πραγματικά την πιστεύω και για αυτό θέλω να την μοιράσω σε φίλους και γνωστούς (και όχι να επαναλάβω τα τετριμένα χρόνια πολλά, ό,τι καλύτερο, υγεία, και τα τοιαύτα...) είναι ακριβώς ότι θεωρώ πως σήμερα, είναι η καλύτερη συγκυρία, μέσα σε αυτόν τον γενικό χαμό και παράκρουση, να ανασκουμπωθούμε και να ανασυγκροτηθούμε. Τώρα που σχεδόν όλα έχουν κατεδαφιστεί (μιλάω για τα ηθικά και τις αξίες), μοιάζουμε όσο ποτέ σε εκείνη την κατάσταση που προσπάθησε ο γερο-Πλάτωνας να αξιοποιήσει για να διδάξει και να επαναφέρει τον κόσμο στην ηθική του πορεία, θεωρώντας αυτήν την ευκαιρία μοναδική ιστορικά. Απέναντι σε ένα παρθένο μέρος, έχεις όλη την ευχέρεια να το διαμορφώσεις όπως θέλεις. Έτσι, λοιπόν, και εμείς σήμερα, απέναντι σε ένα χιλιοβιασμένο μέρος, που έχει τερματίσει το κοντέρ, άρα μάλλον έχει πλησιάσει αρκετά σε εκείνη την κατάσταση της πρωταρχικής παρθενίας, είναι χρεία να εφαρμόσουμε το πολιτικό μας ιδεώδες, που είμαι σίγουρος, ότι οι περισσότεροι από εμάς έχουμε. Ήρθε και η ευκαιρία. 

Τί περιμένουμε λοιπόν για να βγούμε από τη φυλακή μας;








To know how του... how to know!



Ευτυχώς πρόλαβα! 

Πριν έλθει (και παρέλθει) η καταστροφή του κόσμου, αντίκρυσα επιτέλους ένα ειλικρινές άρθρο, που με ιδιαίτερη ζέση και αγάπη αντανακλά την πραγματική ανθρωπιά: διαβάστε το εδώ.

Ειλικρινά συγκινήθηκα από την ομολογία:

"Αλλά το πιο σημαντικό, ότι θα δώσουν στους νέους μια διέξοδο από τη θλίψη που τους φορτώσαμε."

Πρώτη φορά ακούω ή διαβάζω κάποιον ευθέως να μιλά στο α' πληθυντικό για τους υπαίτιους της κατάστασης που βιώνουμε. Μπράβο, λοιπόν στην συντάκτρια του άρθρου.

Και τώρα, μπορώ πλέον να περιμένω την καταστροφή του κόσμου... η οποία ξέρω ότι με τέτοιες αληθινές ομολογίες, θα αργήσει πολύ ακόμα να φανεί μπροστά μας!

Εξάλλου, είναι η μουσική, που όλα τα χωρά και τα συγκεράζει, όλα τα συγ-χωρά αλλά και ταυτόχρονα όλα τα κράζει...


Καλή μας αυτο-καταστροφή αδέλφια!



Η νίκη του Χρόνου, δεν θα'ρθει του χρόνου. Είναι ήδη εδώ...



Κάποιοι που με ξέρουν καλά, θα έχουν καταλάβει ίσως ότι έχω ένα θέμα με τον κύριο... Χρόνο! Προσπαθώ όσο τίποτε άλλο να κατανοήσω, να προσεγγίσω, να αγγίξω (;) αυτή την οντότητα... Όσο και αν έχω προσπαθήσει, δεν του έχω καταφέρει του μάγκα ούτε μία τόσο δα γραντζουνιά!

Προχτές όμως, σε ένα αφιέρωμα, από έναν μονάκριβο μαθητή του, τον Δημήτρη Ζερβουδάκη που τον απόλαυσα ξανά επί σκηνής, αντιλήφθηκα (και αναλήφθηκα ως εκείνοι που ανασταίνονται...) ότι υπήρξε ένας που έχει κατορθώσει όχι απλώς να καταφέρει γραντζουνιά, αλλά ολόκληρη ρωγμή στο κρανίο του Χρόνου: είναι ο Νίκος Παπάζογλου.

Δεν έχω ξανανοιώσει τέτοια έκρηξη μέσα μου και συνάμα τέτοια ανακούφιση για το γεγονός της φθοράς του χρόνου, το οποίο έρχεται ως αντίποινο στις ασταμάτητες φθορές που ο ίδιος ο χρόνος προκαλεί... Είναι η ρωγμή του χρόνου που προκαλεί αυτό το τραγούδι, που τελικά έρχεται να αποτυπωθεί στον τίτλο και όχι το ανάποδο. Το τραγούδι ρηγνύει, διαλύει, ξεσκίζει κυριολεκτικά σε ένα ξέσπασμα αγανάκτησης, το χρόνο, και το φαινόμενο φτάνει τελικά εκεί ψηλά στην κορυφή, στον τίτλο του τραγουδιού και ξαπλώνει για ανάπαψη...

Είναι αυτή η ρωγμή και η ρήξη με τα πάντα, ακόμα και με εκείνα που μοιάζουν να μην ξεχωρίζονται με τίποτα, όπως ο ίδιος ο εαυτός... Έτσι, η σκιά μας μερικές φορές, μπορεί να φοβηθεί και να λακίσει, αφήνοντας περίτρανο να διαχυθεί εκείνο το πρώτο-πρώτο εμβρυικό φως, το φως της χαραυγής.

Είναι η ρωγμή και η ρήξη με τη διαφορά, αλλά και τη διαφθορά. Με τη γαλήνη αλλά και τη γαϊδουριά. Με το θάνατο, μα και τον έρωτα. Είναι η ρήξη με το παρελθόν και η ακόμα μεγαλύτερη ρήξη με το μέλλον. Για το παρόν, ούτε λόγος, καθότι ανύπαρκτο.



"Στη ρωγμή του Χρόνου"
Στίχοι: Μανώλης Ρασούλης
Μουσική: Νίκος Ξυδάκης
Ερμηνεία: Νίκος Παπάζογλου




Εδώ στη ρωγμή του χρόνου 
Κρύβομαι για να γλιτώσω, 
 απ΄ του Ηρώδη το μαχαίρι 
Μισολειωμένος στη Χιροσίμα σου 
Κάτι προγόνων ξύδι και χολή 
σ΄ αυτήν την άδεια πόλη 

Εδώ στη ρωγμή του χρόνου 
Θάβομαι για να μεστώσω 
μες του Διογένη το πιθάρι 
Στον όγδοο μήνα της, είναι η ελπίδα μου 
Σχεδόν το βρέφος γύρω περπατά 
καθώς εσύ κουρνιάζεις

Εδώ στη γιορτή του πόνου 
Ντύνομαι να μην κρυώνω 
του Ουλιάνωφ το μειδίαμα 
Σαντάλια του Χριστού, φορώ στα πόδια μου 
Πραίτορες, βράχοι πάνω μου σωρό 
μα `γω θα αναστηθώ.