Σκυλίσια ζωή; Ή εκ-παιδεύοντας έναν σκύλο;



Η συμβίωση με έναν σκύλο δεν είναι πάντα πολύ εύκολη. Όπως και με έναν φίλο ή με ένα άλλο πλάσμα γενικότερα. Ακόμα και με τον ίδιο τον εαυτό τολμώ να πω, καμιά φορά δεν τα βγάζουμε πέρα. Τι είναι όμως αυτό που δυσκολεύει την κατάσταση;

Άλλοτε, αυτό που θες να πεις γίνεται απόλυτα κατανοητό και ξεκάθαρο, ωσάν ο σκύλος να ήταν στο μυαλό σου… «Αυτό θα πει επικοινωνία», αναφωνείς. Τότε, νιώθεις το μικρό αυτό πλάσμα τόσο κοντά σου, κομμάτι του εαυτού σου, 






σάρκα από τη σάρκα σου, 


πνεύμα από την ύπαρξή σου. 


Είναι τότε, που γεμίζεις από την αγνότητα της ύπαρξης αυτού του έτερου πλάσματος, ωσάν να ήταν η δική σου η ύπαρξη, και περιλούζεσαι από κατάλευκα συναισθήματα χαράς, ικανοποίησης, από όνειρα για το αύριο. Νιώθεις, ότι δεν είσαι μόνος. Νιώθεις, ότι δεν υφίσταται διαχωριστική γραμμή των πλασμάτων. Όλα, είναι φτιαγμένα από το ίδιο αγνό και αμόλυντο (σαν χιόνι) υλικό. 




Άλλοτε, πάλι, αυτό που «εξυπονοείς» δεν εξυπονοείται με τίποτα βρε παιδί μου! Το απλό για σένα, δεν μπορεί να μεταφερθεί στο διπλανό σου πλάσμα και θεωρείται σαν κάτι το αδύνατο και αδιανόητο. Η επικοινωνία δεν υφίσταται καθόλου, φυσικά, καθώς ο καθένας εκπέμπει στη δική του συχνότητα. Τότε, νιώθεις τόσο αποξενωμένος, τόσο απομακρυσμένος, τόσο αγανακτισμένος και άδικα παρεξηγημένος. Τότε, τραβάς σε μια γωνιά και κατεβάζεις ρολά για να μην βλέπεις κανέναν... 



Αν σου περάσει αυτή η φάση, τραβάς σε μια άλλη γωνιά και αγναντεύεις τη ζωή που δεν έζησες πίσω από το θολό τζάμι της καθημερινότητάς σου... Και κατά έναν περίεργο τρόπο τότε, πάλι δεν θες κανέναν!




Αναρωτιέσαι: "μα για το τόσο απλό να γίνεται τέτοιο ζήτημα"; Δεν μπορεί να είναι ο δικός σου σκύλος αυτός. Θες να τον πετάξεις στο νερό και να τον πνίξεις που να πάρει ο διάολος…! 





Κάτι όμως συμβαίνει εδώ. Ανάμεσα σε αυτές τις δυο ακραίες καταστάσεις, έχουμε να αντιμετωπίσουμε δυο φυσικές υπάρξεις, η κάθε μια από τις οποίες έχει τις δικές της ρίζες, τη δική της διαμόρφωση, τη δική της διαδρομή. Το πρόβλημα αρχίζει, όταν τίθεται το ίδιο πλαίσιο συμβίωσης για δυο διαφορετικά πλάσματα. Έλα όμως που τα πλάσματα πάντοτε θα είναι διαφορετικά, και το πλαίσιο πάντοτε θα είναι μόνο ένα…! Τοιουτοτρόπως, θα αναπαράγεται πάντα το ίδιο αντιφατικό φαινόμενο: ενώ οι δυο σάρκες θα έσονται εις σάρκα μίαν, τα πνεύματα θα παραμένουν δυο. 




Και ενώ οι ανάγκες του σώματος, της ύλης, της καθημερινότητας, θα έσονται από κοινού, οι προτεινόμενες απαντήσεις για την ταυτόσημη ανάγκη θα παραμένουν πάντα δυο. 


Συμπέρασμα: σε κάθε ερώτημα μόνο μία απάντηση χωρά… Άρα, άτοπο; Όχι. Μάλλον, λάθος διατυπωμένο. Διότι, γιατί πρέπει να θεωρηθούν τα δυο διαφορετικά πλάσματα, ως ένα συσσωμάτωμα; Πρόκειται για δυο, αυτοτελή, ξεχωριστά πλάσματα, που συνυπάρχουν. Κάποιες ανάγκες του ενός θα περιοριστούν, κάποιες ανάγκες του άλλου θα ποδοπατηθούν, κάποιες τρίτες ανάγκες και των δυο θα δημιουργηθούν. Και πάει λέγοντας το παιχνίδι… Το λάθος είναι αν δεν το δεις σαν παιχνίδι, αλλά σαν ανταγωνισμό για το ποιος θα ικανοποιήσει περισσότερες ανάγκες. Τότε, έχεις χάσει το παιχνίδι και μαζί τον εαυτό σου, μα και τον σύντροφο (Μαρξ) σκύλο. Θα μου αντιτείνετε βέβαια, και θα έχετε δίκιο, πώς παλεύεται η κραυγή από τις ανάγκες που καταπνίγεις; Πώς ξεπικραίνεσαι από τις φορές που δεν θα γίνει το δικό σου, όταν ολόψυχα θεωρείς ότι αυτό είναι το δίκαιο και το πρέπον; Ερωτήματα, στα οποία δεν υπάρχει συγκεκριμένη απάντηση, καθώς ο καθείς, βάζει τα όριά του και δρα με βάσει τις αντοχές του. Το περίεργο είναι ότι όσο θεωρείς ότι καταπατάται η φύση σου και οι ανάγκες σου, τόσο αντιτείνει και το έτερο πλάσμα δίπλα σου ότι πρώτα εσύ έχεις καταπατήσει τη δική του τη φύση και τις δικές του τις ανάγκες… Κοινώς, πιάσ’ το αυγό και κούρεφ’ το! Κάπου εδώ όμως σταματά η ανάλυση και η φιλοσοφία, και αρχίζει η πραγματική συμβιωτική ζωή… 

Η κάθε σχέση με σκύλο λοιπόν, έχει και τα καλά της, έχει και τα κακά της. Πίσω της, αυτή η σχέση, κρύβει τη σύγκρουση των διαφορετικών φύσεων, η οποία δεν μπαίνει σε καλούπια, δεν ερμηνεύεται με κανόνες, παρά μόνο κατευνάζεται από τις ένθεν και ένθεν προσφερόμενες αντοχές. 

Το κέρδος είναι οι κρυμμένες χαρές που μπορεί να σου ξετρυπώσει και να σου χαρίσει. Είναι ο νέος κόσμος που μπορεί να σου υποδείξει μέσα από τα μάτια του.




Το κόστος είναι ο κρυμμένος σου εαυτός που μπορεί να σου φιμώσει και από εσένα να χωρίσει. Είναι ο παλαιός σου κόσμος που μπορεί να σου σβήσει από τα μάτια σου.


Καταλήγεις στο ότι παλεύεις για το σήμερα. Και η αυριανή μέρα, ίσως κάτι καλύτερο φέρει και για τα δυο ζωντανά…












Παραλίμνιο σουβλάκι...



Λοιπόν, απόψε το βράδυ βρήκα τα φυσικά ντοκουμέντα για μια θεωρία που χρόνια τώρα έχω αναπτύξει, για να εξηγήσω ένα μεγάλο πρόβλημα -ακανθώδες και μυτερό!- που διχάζει βορειοελλαδίτες και νοτιοελλαδίτες: 

είναι το "καλαμάκι" σουβλάκι...


Αν πας στη Θεσσαλονίκη σε σουβλατζίδικο και πεις "θέλω 2 καλαμάκια", περιγελώντας σε, θα σου δώσουν δυο καλαμάκια τέτοιου είδους






και αν τολμήσεις να πεις "θέλω 2 καλαμάκια σε πίτα" πολύ πιθανόν να λάβεις κάτι τέτοιο (έχει γίνει στην πραγματικότητα, πιστέψτε με...)





Η άποψή μου για το θέμα, που είχε πρωτοκαταγραφεί σε μια εργασία γλωσσολογίας στο Παν/μιο Αιγαίου, προκαλώντας την εντύπωση του καθηγητή, είναι η εξής:

Η διαφορά δεν είναι στη λέξη, καθώς και οι δυο πλευρές έχουν στην ουσία δίκαιο, αλλά στις ίδιες τις κοινωνίες, ή πιο απλά αν θέλετε, πίσω από την λεκτική αντιπαράθεση, φωλιάζει μια βαθύτερη κοινωνικοϊστορική -κατά την άποψή μου, πάντα- αντιπαράθεση βορείων και νοτίων. Και οι δυο πλευρές έχουν δίκαιο ξαναλέω, απλά τονίζουν διαφορετικό χαρακτηριστικό που έχει το σουβλάκι, σκόπιμα -αν και υποσυνείδητα πλέον για τους περισσότερους-, με αποτέλεσμα να διατηρείται μια μακρόχρονη διαμάχη, η οποία πηγάζει από άλλου είδους αντιπαραθέσεις.

Επί της ουσίας: το "καλαμάκι" για τους νότιους, είναι προσδιορισμός για το σουβλάκι, καθώς το υλικό για να φτιαχτεί το ξύλο από το σουβλάκι, ήταν παλιά και αρχικά... οι καλαμιές, και μάλιστα οι μικρές και λεπτές καλαμιές, δηλαδή τα καλαμάκια! Άρα, λέγοντας "καλαμάκι" κάποιος Αθηναίος, εννοεί το καλαμάκι, γιατί τονίζει το υλικό του ξύλου παρασκευής.

Αξίζει να πούμε βέβαια, ως αρχική συμφωνία βορείων και νοτίων, ότι όλα όσα είναι σουβλιστά, λέγοντα σουβλάκια, για να υποδηλώσουν τον τρόπο παρασκευής, από τη σούβλα που απαιτείται. Οι βόρειοι όμως, εμμένουν σε αυτό το χαρακτηριστικό, αδυνατώντας να δουν αυτό που τους λένε οι νότιοι περί του υλικού παρασκευής. Και εδώ ακριβώς κρύβεται η σκοπιμότητα του μπερδέματος.

Έτσι, έχουμε για τους βόρειους, σουβλάκι πίτα, να δηλώνει το σουβλιστό κρέας που το τυλίγουμε σε πίτα, ή το σουβλάκι σε ψωμάκι κλπ. Με την ίδια ακριβώς λογική, οι νότιοι, λένε πίτα καλαμάκι, για να δηλώσουν ακριβώς το σουβλιστό κρέας σε καλαμάκι, που το τυλίγεις σε πίτα.

Και κάτι όμως ακόμα, που απαιτεί εξήγηση. Εκτός, από το καλαμάκι, υπάρχει και ο γύρος, για να δηλώσει τη μεγάλη τη σούβλα με το κρέας, που φέρνει γύρους και ψήνεται ομοιόμορφα. Και αυτό σουβλιστό είναι, καθώς σουβλίζεται, δηλαδή καρφώνεται. Οπότε, άλλο το καλαμάκι σουβλάκι, και άλλο ο γύρος σουβλάκι. Είπαμε και τα δυο σουβλιστά είναι, άρα σουβλάκια, μόνο που το πρώτο είναι σε μικρή σούβλα από ξύλο καλαμιάς, άρα σουβλάκι καλαμάκι, και το δεύτερο από σούβλα που γυρίζει γύρω-γύρω, οπότε μιλάμε για σουβλάκι γύρο.


Συνοψίζοντας:

Σουβλάκι=όλα τα σουβλιστά κρέατα (χοιρινό, κοτόπουλο, λουκάνικο κλπ)
Σουβλάκι καλαμάκι=το σουβλιστό κρέας σε μικρό ξυλάκι
Σουβλάκι γύρος=το κρέας που τεμαχίζεις σε μικρά κομμάτια από ένα μεγαλύτερο που φέρνει γύρους
Σουβλάκι πίτα=το κρέας (είτε καλαμάκι είτε γύρο) που το τυλίγεις σε πίτα (λαδωμένη ή μη)
Σουβλάκι ψωμάκι=το κρέας που τυλίγεις σε ψωμί για σάντουιτς


Αν δεν σας πείθει η θεωρία μου αυτή, απόψε βρήκα και τα ανάλογα υποστηρικτικά ντοκουμέντα, προς μεγάλη μου έκπληξη αλλά και ικανοποίηση!

Ιδού (από τη λίμνη της Καστοριάς):







Αν δεν είναι αυτές οι εικόνες, η τρανταχτή απόδειξη στους βορείους του τί εστί σουβλάκι καλαμάκι, (δηλαδή ο τρόπος που ένα μικρό καλάμι, ένα καλαμάκι, σουβλίζει το κρέας), τότε αναρωτιέμαι τι άλλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να τους μεταπείσει; Αν το γεγονός ότι η ίδια η φύση, στις ίδιες τις καλαμιές της λίμνης, βάζει τον ανθό να φαίνεται ωσάν ένα γευστικότατο κρέας και μάλιστα σουβλιστό, τότε πείτε μου, ποιά άλλη εικόνα μπορεί να επιβεβαιώσει καλύτερα τον συλλογισμό μου;


Και τώρα, πάμε στην ουσία της αντιπαράθεσης. 

Νομίζω λοιπόν, ότι αυτό το γεγονός της λεκτικής αντίθεσης και της κοροϊδίας που θα δεχτεί ένας νότιος αν βρεθεί στη Θεσσαλονίκη ή σε άλλη βόρεια πόλη, εξορμάται από το γεγονός ότι πρώτοι οι νότιοι έχουν παίξει -και έχουν μπλέξει- με τις λέξεις, δημιουργώντας παραποιημένα νοήματα. Για παράδειγμα,  Βούλγαρος χαρακτηρίστηκε ο οπαδός του ΠΑΟΚ, γεννώντας αιχμές για το τι εστί ελληνικό, τι εστί ορθό και όλα αυτά τα εθνικιστικά συναφή... Και μιας και μιλάμε για εθνικιστικά ένστικτα, το πρώτο και καλύτερο όργανο για να υπηρετήσει τους σκοπούς του έθνους, είναι φυσικά η -πολύπαθη γλώσσα- η οποία αναγκάζεται να υπομένει τις όποιες κακοποιήσεις και εξευτελισμούς προς χάριν κάθε σκοτεινού, ύποπτου, βλακώδους ή υπόγειου, περισσότερο ή λιγότερο πολιτικού, σκοπού... Έτσι, ρίξαν πρώτοι οι νότιοι την ντουφεκιά, υπονοώντας με το όρο "Βούλγαροι" ότι αμφισβητείται η ελληνικότητα των βορείων, με σκοπό να τους εξυβρίσουν, και κατόπιν απάντησαν οι βόρειοι με το "καλαμάκι", υπονοώντας ότι αμφισβητείται η νοημοσύνη των νοτίων που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν ένα σουβλάκι από ένα καλαμάκι που χρησιμοποιούμε για να πιούμε τον καφέ μας...

Έτσι, μια γηπεδική διαμάχη (όπως πολύ συχνά συμβαίνει εξάλλου), μεταφέρθηκε εκτός γηπέδων, έγινε διαμάχη ιστορικότητας βορείων vs νοημοσύνης νοτίων και αποτυπώθηκε πού αλλού; στη γλώσσα, σε αυτό το ανεξάντλητο πεδίο προστριβής, που χωρά τους πάντες και τα πάντα στους κόλπους της.


Αυτή, είναι τελικά η μοίρα της γλώσσας, αγαπητοί μου. Να είναι ο καθαρότερος καθρέφτης της κοινωνίας μας, της καθημερινής μας δραστηριότητας, της παραμικρής μας σκέψης. Για αυτό η γλώσσα δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι είναι ή δεν είναι καλή από μόνη της, αφού αντικατοπτρίζει τη σκέψη μας, και φέρει ενσωματωμένη τη δυναμική της ουσιαστικής και συνεχούς αλλαγής, όπως ακριβώς κάθε ώρα και κάθε λεπτό, αλλάζει η σκέψη μας ή η διάθεσή μας...




Πόσο απέχει το 5700 πΧ από το σήμερα;


Ας ξεκινήσουμε με την άποψη ότι κάθε απόσταση είναι σχετική, οπότε κάθε προσπάθεια μέτρησής της, υπόκειται στις απαιτήσεις του εκάστοτε ατόμου που μετρά.

Και επειδή σε τούτη τη διαδικτυακή γωνιά, ίσως έχετε καταλάβει ότι πάνω από όλα μετρά αυτό που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά, αλλά αυτό που κρύβεται στο βυθό μας και αυτό που απαιτεί καταδυτικές και ενδοσκοπικές ικανότητες διαφώτισής του..., θα καταθέσω ότι η δική μου μονάδα μέτρησης της απόστασης είναι το πόσο συναισθηματικά κοντά ή μακρυά είναι ένα ερέθισμα από τον δέκτη, υπονοώντας το πόσο συναισθηματικά κοντά ή μακρυά είναι τελικά ο πομπός από τον δέκτη.

Στο ερώτημα του τίτλου, λοιπόν, η απάντησή μου είναι ξεκάθαρη: δεν απέχει καθόλου!

Εξηγούμαι. 

Παρακολουθώντας σήμερα μια όμορφη ομιλία της κυρίας Στρατούλη (τυχαία η ομοιότητα του επιθέτου της με το μικρό μου όνομα), σχετικά με τον προσφάτως ανακαλυφθέντα και αποκαλυφθέντα νεολιθικό οικισμό της Αυγής, έναν οικισμό σε πολύ κοντινή απόσταση από την Καστοριά, κράτησα τα εξής σημεία: η διαμονή στον συγκεκριμένο χώρο θα μπορούσε να χωριστεί αδρά σε τρεις μεγάλες χρονικές περιόδους, 5650-4900, 4900-4700 και 4700-4500 πΧ, κατά τις οποίες χτίζονταν σπίτια ουσιαστικά πάνω στα ερείπια των προγενέστερων σε μια μικρή γεωγραφική έκταση. Μάλιστα, κατά τη δεύτερη περίοδο θεωρείται από τους ειδικούς, ότι η περιοχή βίωνε αναρίθμητες και εντονότατες βροχοπτώσεις, με αποτέλεσμα συνεχώς να καταφτάνει νέο χωμάτινο υλικό από άλλα μέρη, και να σκεπάζει τα μέχρι εκείνη την εποχή δημιουργηθέντα. Τελικό αποτέλεσμα, ήταν οι άνθρωποι να χτίζουν κάθε φορά πιο ψηλά σπίτια, για να αντιμετωπίσουν τις πλημμύρες και τις εν δυνάμει καταστροφικές συνέπειες της βροχόπτωσης. Οι άνθρωποι, παρ' ότι πνίγονταν, συνέχιζαν και χτίζοντας εκεί που άλλοι είχαν ζήσει, και βαδίζοντας εκεί που άλλοι είχαν βαδίσει... Αυτή, η εμμονή να στεριώσουν στον "τόπο" τους, είναι που μετρά ίσως περισσότερο από όλα εκείνη την περίοδο, καθώς διαφαίνεται -παρά τις λάσπες και το κάρβουνο- η ανάγκη να στεριώσουν εκεί που ήταν παλαιότερα οι πρόγονοί τους... Συγκίνηση μόνο μπορεί να πηγάζει από αυτή τη διαπίστωση, καθώς εξυψώνει την αξία της συνέχειας, την ανάγκη της συνύπαρξης, την ιδέα του μαζί... έναντι του αποτελέσματος του μόνου... 


Γυρίζοντας σπίτι, και έχοντας όλες αυτές τις σκέψεις κατά νου, βλέπω το κάτωθι βιντεάκι που μου υπέδειξε με τόση συγκίνηση η γοργόνα των γλυκών νερών, ένα πλάσμα που γνωρίζει καλά από πνίξιμο συναισθημάτων και σκέψεων, από πλημμύρα και καταστροφές, από ανάγκη συνέχισης μαζί... και για αυτό την ευχαριστώ (για μια ακόμη φορά).





Το χτίσιμο πάνω από το πνίξιμο... Η επιβίωση πάνω από την πλημμύρα... Μα και η σύνδεση με το κάθετο παρελθόν μας, αυτό που ενταφιάζεται στο βάθος του εαυτού μας, μόνο δάκρυα συγκίνησης μπορεί να μας γεμίσει, και να μας δηλώσει, ότι -τουλάχιστον- 7500 χρόνια τώρα, οι άνθρωποι ακολουθούν ίδιο τρόπο αντίστασης στο ξέπλυμα του πόνου...



Η ακίνητη πολιτεία...



Επισκέπτομαι το supermarket πρόσφατα και αποθανατίζω την παρακάτω εικόνα:




Προσπάθησα να καταλάβω ποιος από τους δυο τους είναι ο πιο ακινητοποιημένος, ο πιο ακούνητος, ο πιο αποσβολωμένος, ο πιο ανίκανος να ξεκουνηθεί από τη θέση του...

Ίσως όμως αυτό το ερώτημα να κολλά με ένα άλλο ερώτημα που πολλές φορές το τελευταίο διάστημα με έχει απασχολήσει: πώς γίνεται και έχουμε αντιστρέψει τους όρους και τις ερμηνείες;


Παράδειγμα 1: ο πραγματικά κοκαλωμένος της εικόνας, βλέπει τον μίμο και προβληματίζεται, ενώ ο μίμος -καθρέφτης του κόσμου που τον προσπερνά- με αυτήν την πράξη ακινησίας, δια-δηλώνει ότι μέσα του κοχλάζουν τα σωθικά του για τον κόσμο γύρω του...


Παράδειγμα 2: (πάλι από μια πρόσφατη περιήγησή μου στην πόλη της Καστοριάς)



Πώς γίνεται κάτι να το επισκευάζεις και αυτό να μην λειτουργεί, και μάλιστα να εξηγείς ότι δεν λειτουργεί επειδή ακριβώς το έφτιαξες;;; Είναι σαν να ακούω τους βουλευτές μας, που μας λένε: η χώρα δεν λειτουργεί -και δεν θα λειτουργεί για πολλά χρόνια ακόμα- επειδή την φτιάχνουμε και την ωραιοποιούμε!! Δηλαδή, επειδή τη "φτιάχνουμε", είμαστε στη φάση που τη χαλάμε... Μα πόσο αστείο έως γελοίο;


Παράδειγμα 3: (πάλι από μια βόλτα σε κεντρικό δρόμο της Καστοριάς)




Το αστείο στην περίπτωση και το τραγελαφικό, δεν είναι η λέξη "κηδεία" ή "ευρώ", αλλά η λέξη "ΜΟΝΟ"... που τονίζεται με στόμφο! Σαν να μας λέει: πέθανε εσύ, και τα υπόλοιπα μεγάλε, τα κανονίζω εγώ, μείνε ήσυχος... Μα, όταν πεθάνεις, έτσι και αλλιώς, ήσυχος δεν μένεις πια...;! 


Αγαπητοί μου, πόσο αστείοι είναι μερικοί άνθρωποι; Πόσο γελοίοι και πόσο μικροί; 

Το πρόβλημα όμως, είναι ότι μαζί με την μικρότητά τους, είναι μικρή και η όρασή τους, καθώς αν μπορούσαν να δουν δίπλα τους, θα έβλεπαν ότι ακόμα και τα υλικά και άψυχα, γελούν μαζί τους...



(φωτό από Καστοριά)


Και αυτό, είναι το ακόμα πιο αστείο και παράλογο στις μέρες μας: να γελούν τα άψυχα με τις παπατιές (όπου "τ" βάλε "ρ") των έμψυχων...


Υγιαίνετε!


Υ.Γ.: Τι αναρωτιέμαι όμως άδικα, όταν ακόμα και οι έξυπνοι ξένοι, έχουν χάσει τα αβγά και τα καλάθια και καλούν τον ΓΑΠ να τους διδάξει τρόπους... Πόση διαστρέβλωση ακόμα και πόση μαλακία;;



Μην βγάζεις άχνα - μόνο γεύσου!



Επειδή τίποτα δεν είναι χωρίς εξηγήσεις, αλλά και τίποτα χωρίς παρ-εξηγήσεις, δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρ' εκτός της φαντασίας για να γεφυρώσει τις αποστάσεις...

Κάποιος μπορεί να βλέπει στην εικόνα που του παρουσιάζεται μια εντελώς διαφορετική εικόνα...

Κάτι τέτοιο εξάλλου δεν γίνεται και με τα σύννεφα όταν προσπαθούμε να ξεδιπλώσουμε τους σχηματισμούς τους και τις φιγούρες που σχηματοποιούν;


Εδώ, στα Βόρεια που είμαι, είναι συχνή αυτή η εικόνα ολόγυρα μου...





Όπως επίσης, πολύ συχνή είναι και αυτή η εικόνα ολούθε εδώ στα βόρεια σπιτικά...




Δεν ξέρω τι πιστεύετε, αλλά νομίζω -ανθρωπολογικά σκεπτόμενος (και δεν γίνεται αλλιώς, όσο και αν έχω προσπαθήσει)- ότι τα ανθρώπινα αναπόφευκτα εμπνέονται από τα φυσικά, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που τα πρώτα να φαίνονται ότι γεννήθηκαν προαιώνια μαζί με τα δεύτερα...


Βέβαια, υπάρχει και μια άλλη, πιο απλή εξήγηση, οφείλω να ομολογήσω:


"Ο πεινασμένος καρβέλια (με άχνη) ονειρεύεται!"


Όπως, και να έχει το πράγμα, η αναλογία της ευχαρίστησης στη θέαση και των δυο εικόνων είναι αναζωογονητική... Και μένεις άναυδος, χωρίς να βγάζεις άχν-α, καθότι τα λόγια περισσεύουν!



Πάμε σαν άλλοτε...



Ήταν κάπου στα 1993 όταν ένα παιδάκι της Δ' Δημοτικού Σχολείου Μολάων, άκουσε το κουδούνι να χτυπά σε απρόσμενη ώρα και ακολούθησε το πλήθος που μαζευόταν σε μια αίθουσα. Εκεί, έλαβε χώρα μια ομιλία από 3 Καρδιολόγους, που σκοπό είχαν να εισαγάγουν τους μικρούς μπόμπιρες στα μυστικά της Προληπτικής Καρδιολογίας... Ιδέες και προτάσεις για μια ισορροπημένη διατροφή, για άθληση, για υγεία και ευεξία. Και όλα αυτά μέσω του κυρίου "ελικαρδούλη", του cartoon δηλαδή που είχε σχεδιάσει ειδικά για αυτό το πρόγραμμα αγωγής υγείας, το ΕΛ.Ι.ΚΑΡ. 

Σήμερα, 20 χρόνια μετά, αυτό το παιδάκι, άκουσε για μια ακόμη φορά το κουδούνι να χτυπά πέρα από την προγραμματισμένη ώρα του, μόνο που τώρα, ήταν αυτός ο ομιλητής του ΕΛ.Ι.ΚΑΡ., ως ειδικευόμενος Καρδιολογίας, και έβλεπε να συγκεντρώνονται απέναντι του 80 Καστοριανοί μπόμπιρες, από την Α' ως την ΣΤ' τάξη του 4ου Δημοτικού Σχολείου Καστοριάς...

Η συγκίνηση μεγάλη από μέρους μου, η αίσθηση να έχεις παιδάκια απέναντί σου και να σε βομβαρδίζουν με ερωτήσεις, μαγευτική!

Στο τέλος, ήρθε ένα αγοράκι, μου έδειξε την κοιλίτσα του και μου είπε ότι θα προσπαθήσει όσο μπορεί για να χάσει κάποια παραπανίσια κιλά... Και αμέσως μετά, ήρθε και μια μικρή νεαρά και μου είπε ότι θα προσπαθήσει από εδώ και πέρα να τρώει υγιεινά...



Δεν νομίζω, ότι θα μπορούσα να νιώσω πιο δυνατή συγκίνηση σήμερα.
Ελπίζω να ενέπνευσα και εγώ με τη σειρά μου, μελλοντικούς Καρδιολόγους...










Η γλυκάδα του σκληρού του ύφους



Μιλήσαμε για τέχνη τις προάλλες...

Έπρεπε να φτάσει ο νευρόσπαστος βρυχηθμός του Ψαραντώνη απόψε το βράδυ εδώ στην Καστοριά, απ΄τα κάτεργα της γης, για να κωλώσουν λιγάκι τα δαιμόνιά μου... και να μαζευτούν σκυφτά κάτω από τη γης...

Και μετά, να λάμψει το γλυκοτιτίβισμα της καρδερίνας, της Νίκης Ξυλούρη, σαν πέπλο απάνεμο που αγκαλιάζει τον αγέρα... και σβήνει το δάκρυ κάθε πληγής με τους βόστρυχές της.

Αναρωτιέμαι: είναι δυνατόν, ο αγριάνθρωπος να γέννησε τέτοιο πλάσμα; Είναι δυνατόν, μετά τη μπόρα, τις αστραπές και τις βροντές να βγαίνει το σπουργίτι και να απαλύνει κάθε φόβο...; Και όμως, είναι σαν να με ρωτάτε: είναι δυνατόν η φύση (μας) που τη μια καταστρέφει, την άλλη να γεννά και να ανατρέφει; Είναι δυνατόν, τα μανιασμένα δέντρα που ριγούν και τα σκυλιασμένα φύλλα τους που τραντάζονται, να φωλιάζουν τα αδύναμα πουλιά; Κι όμως, αυτή είναι η πραγματικότητα!

Ψαραντώνης και Νίκη Ξυλούρη, είναι τρανή απόδειξη ότι η πέτρα θρέφει το λουλούδι... 



"Γι' αυτό ζηλεύω τα πουλιά"
Νίκη Ξυλούρη



Στη γκρεμισμένη τους φωλιά 
 απάνω κελαηδούνε 
γι’ αυτό ζηλεύω τα πουλιά 
όχι γιατί πετούνε




Η θερμότητα του ψύχους

Επειδή μερικές φορές, είναι καλό να διαβάζεις τα πράγματα ανάποδα και να τα ερμηνεύεις από πίσω προς τα εμπρός, επειδή κάθε τι κρύβει και ενέχει (ίσως και για αυτό ενοχοποιεί) το ακριβώς αντίθετό του, επειδή χρειάζεται κάμποσο ψύχος για να επαναθερμανθούν κάποιες σχέσεις, επειδή η έλλειψη πετρελαίου κάνει τους ανθρώπους να αγγίζονται και να αγκαλιάζονται, ας πάρουμε μια γεύση από μια διάλεξη της κυρίας Γεωργοπούλου Παναγιώτας, Επίκουρης Καθηγήτριας στο Πάντειο Παν/μιο:


"Για τον Borgmann, η ευτυχία και η χαρά της ζωής που υποσχόταν η σύγχρονη τεχνολογία δεν έχουν επιτευχθεί, παρά τις γιγάντιες προσπάθειες δύο αιώνων. Προκειμένου να ερμηνεύσει τα εστιακά πράγματα έναντι του παραδείγματος της συσκευής, ως δύο διαφορετικά πρότυπα ανθρώπινων πράξεων ή κόσμων, συγκρίνει την παραδοσιακή πυροστιά με το σύγχρονο σύστημα της κεντρικής θέρμανσης. 

Η πυροστιά ανήκει σ’ ένα είδος κόσμου όπου συγκεντρώνει γύρω από έναν χώρο-επίκεντρο ένα ολόκληρο σύνολο πράξεων: τις δραστηριότητες της σπιτονοικοκυράς, του αγρότη, του κτηνοτρόφου, της κοπής δέντρων, προετοιμασίας της φωτιάς και του μαγειρέματος, θέρμανσης του σπιτιού κ.λπ. Η πυροστιά συνιστά έναν τρόπο ζωής καθώς βρίσκεται στο επίκεντρο ενός συνόλου εστιακών πρακτικών. Όπως περιγράφεται από τον ίδιο: «Η χρησιμότητα μιας θερμάστρας δεν περιοριζόταν στην παροχή θερμότητας. Η θερμάστρα ήταν εστία, πυροστιά, ένας τόπος γύρω από τον οποίο συγκεντρώνονταν οι ασχολίες και η σχόλη μιας οικογένειας, κι έτσι έδινε στο σπίτι ένα κέντρο. Η ψυχρότητά της συμβόλιζε το πρωινό, και η αναθέρμανσή της ήταν σημάδι ότι η ημέρα άρχιζε. Ανέθετε καθήκοντα σε κάθε μέλος της οικογένειας, τα οποία καθόριζαν τη θέση του μέλους μέσα στο νοικοκυριό. Η μητέρα άναβε τη φωτιά, τα παιδιά φρόντιζαν να μην σβήσει, ο πατέρας έκοβε καυσόξυλα. Η θερμάστρα παρείχε σε όλη την οικογένεια έναν κανονικά επαναλαμβανόμενο, σωματικό δεσμό με τον ρυθμό των εποχών, που ήταν συνυφασμένος με την απειλή του ψύχους και με τη θαλπωρή της ζεστασιάς». 

Στον αντίποδα του κόσμου της πυροστιάς τοποθετείται ο κόσμος της κεντρικής θέρμανσης. Βασικό γνώρισμα αυτού του κόσμου συνιστά ο αποσωματοποιημένος ή εξαϋλωμένος χαρακτήρας του. Η κεντρική θέρμανση αποτελεί έναν τύπο τεχνολογίας που έχει την τάση να συγκαλύπτει τις ιδιότητές της και να μας αποκόπτει από το σύνολο των εστιακών πρακτικών που σχετίζονταν με την πυροστιά ως εστιακό πράγμα. Στο επίκεντρο πλέον της ζωής, εξαιτίας αυτού του μηχανισμού αφαίρεσης ή συγκάλυψης της συσκευής από τα συγκεκριμένα περιεχόμενά της βρίσκονται μόνο τα καταναλωτικά αγαθά με την επιπόλαιη και επιφανειακή ικανοποίηση. Ο Borgmann γράφει χαρακτηριστικά: «Ένα μηχάνημα όπως το σύστημα κεντρικής θέρμανσης παρέχει απλώς θερμότητα και μας απαλλάσσει από όλα τα συναφή καθήκοντα. Αυτά τα έχει αναλάβει ο μηχανισμός της συσκευής. Ο μηχανισμός δεν απαιτεί ούτε την επιδεξιότητά μας ούτε την σωματική μας ρώμη ούτε καν την προσοχή μας, ενώ όσο περισσότερο ανεπαίσθητη είναι η παρουσία του τόσο λιγότερες είναι οι απαιτήσεις του. Με την πρόοδο της τεχνολογίας, επομένως, ο μηχανισμός μιας συσκευής έχει την τάση να συγκαλύπτεται ή να συρρικνώνεται. Απ’ όλες τις φυσικές ιδιότητες του μηχανήματος, κρίσιμες και αξιοπρόσεκτες είναι μόνο εκείνες οι οποίες συγκροτούν το καταναλωτικό αγαθό που μας προμηθεύει. Μιλώντας όχι αυστηρά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το καταναλωτικό αγαθό του μηχανήματος είναι “ο λόγος για τον οποίο υπάρχει το μηχάνημα”. Στην περίπτωση του συστήματος κεντρικής θέρμανσης, το αγαθό είναι η θέρμανση, για το τηλέφωνο η επικοινωνία, για το αυτοκίνητο η μεταφορά, για το κατεψυγμένο φαγητό είναι ένα γεύμα, για το στερεοφωνικό συγκρότημα η μουσική». 

Για τον Borgmann, αν και έχουν εγκατασταθεί η ασημαντότητα και η επιπολαιότητα στον πυρήνα της ζωής, είναι δυνατόν να υπάρξει μια μεταρρύθμιση της νεωτερικής τεχνικής. Αυτή η θέση του επιτρέπει να υπερπηδήσει τις νεωτερικές εμμονές για τον αναπόδραστο χαρακτήρα (αρνητικό ή θετικό) της τεχνολογικής ανάπτυξης. Η τεχνολογία είναι αναδιαρθρώσιμη μέσω της επανεύρεσης και ενίσχυσης των εστιακών δραστηριοτήτων. Εδώ φέρνει ως παράδειγμα την κατεψυγμένη τροφή, επισημαίνοντας ότι η σύγχρονη τεχνολογία δεν αποκλείει τη δυνατότητα αναβίωσης των εστιακών πρακτικών και ενδιαφερόντων. Κατ’ αυτό τον τρόπο, μπορεί να προετοιμαστεί ένα γεύμα, όπως αυτό θα παρασκευαζόταν στο πλαίσιο εστιακών δραστηριοτήτων. Φρέσκα λαχανικά, μυρωδικά από τον κήπο ή τη γλάστρα, προετοιμασία του γεύματος, συντροφικότητα, επικοινωνία μπορούν να μετασχηματίζουν ένα γεύμα σε αισθητικό και τελετουργικό γεγονός. 

 Κλείνοντας, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η προσέγγιση του Borgmann αναμφισβήτητα απηχεί μια ρομαντική διάθεση που αντλείται από την χαϊντεγκεριανή κριτική της νεωτερικής τεχνικής. Ωστόσο ο ίδιος δεν επιθυμεί την επάνοδο σε προνεωτερικούς σχηματισμούς και δεν παγιδεύεται σε μια γενικευτική απόρριψη της τεχνολογικής ανάπτυξης. Μεγάλο μέρος της υπόσχεσης της νεωτερικής τεχνολογίας (απελευθέρωση από τον μόχθο και τον πόνο) έχει εκπληρωθεί. 

Σύμφωνα με τον Borgmann, το «ευ ζην», ο άριστος βίος, είναι αυτό που παραμένει ανεκπλήρωτο. Ένας τρόπος εύρεσης του «ευ ζην» είναι η επανάκτηση των εστιακών πρακτικών: «Όταν η ζωή μας επικεντρώνεται γύρω από κάποιο εστιακό ενδιαφέρον, τότε η τεχνολογία βαθαίνει και επεκτείνει τον κόσμο με μοναδικό τρόπο και μας επιτρέπει να γίνουμε αυθεντικοί πολίτες του»."



Η τέχνη φάρμακο (μον)ακριβό



Προσπαθώντας να βρω τι να πρωτογράψω σε αυτό το blog -άραγε υπάρχει λόγος να συνεχιστεί; αναρωτιέμαι πολλές φορές- βρήκα το παρακάτω βιντεάκι, ως δώρο εξ ουρανού, που αποτυπώνει εντέχνως αρκετές από τις σκέψεις μου τις τελευταίες ημέρες, οπότε μου δίνει λίγο χρόνο ακόμα για να παλέψω με τα δαιμόνιά μου.

Βλέπετε, η τέχνη μπορεί να εκφράζει τη ζωή πιο γλαφυρά από ό,τι κάνει η ίδια η ζωή από μόνη της. Αυτό, εξάλλου δεν είναι το μεγαλείο της τέχνης...;




"I am the Antichrist to you"






Και μιας και μιλάμε για τέχνη, σήμερα με συνεπήρε και με φύσηξε αργεντίνικος αγέρας...



"Tango de Los Exilados" - by Vanessa Mae





Η Ιατρική σημαίνει ευθύνη



(Όποιος με νομίζει καλό παιδί, παρακαλώ να μην προχωρήσει στο διάβασμα αυτής της ανάρτησης. Πρώτον, γιατί ΔΕΝ είμαι και δεύτερον γιατί αν τολμήσει να προχωρήσει θα το συνειδητοποιήσει στα σίγουρα ότι δεν είμαι…)


Εφημερεύω. Προκύπτει άνδρας 63 ετών (κοντά στην ηλικία των πατεράδων μας, αγαπητοί κύριοι της γενιάς μου), με βαρύτατο όπως φαινόταν από την πρώτη προσέγγιση, αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο και σε κωματώδη κατάσταση. Τι κάνω;

Ακολουθώντας πιστά τον αλγόριθμο A(irways) B(rithing) C(irculation) D(isability), φτάνω στο Ε(xpert) που σημαίνει φώναξε τον ειδικό! Τηλέφωνο λοιπόν, να κατέβει ο αναισθησιολόγος για να διασωλώσει. Μου απαντά μια φωνή: "Θα σας καλέσουμε εμείς σε λίγο γιατί ο κύριος τάδε δεν είναι στο νοσοκομείο...". Ανταπαντώ: "Κάντε μόνο γρήγορα σας παρακαλώ γιατί είναι υπερεπείγον!". Μετά από 2-3 λεπτά, και αφού ξανάτρεξα κάμποσες φορές τον αλγόριθμο από το Α μέχρι το D, και έχοντας κολλήσει στο facken E, με παίρνει στο τηλέφωνο ο e-φημερεύων αναισθησιολόγος (όπως λέμε e-diagnosis ή e-syntagographisi ένα πράγμα, για να υποδηλώσουμε το eξ αποστάσεως φαινόμενο παροχής υπηρεσιών...). -"Τι τρέχει παιδί μου;" -"Το και το του λέω, και χρειάζεται επειγόντως διασωλήνωση, με κλίμακα Γλασκώβης 5!" -"Τι είπαμε ότι είσαι;", με ρωτά. -"Ειδικευόμενος Καρδιολογίας κύριε", του απαντώ. - "Ο επιμελητής σου τον έχει δει;", -"Όχι, του λέω, κανείς άλλος πλην από εμένα!". -"Πρώτα θα τον δει ο εφημερεύων Διευθυντής των ΤΕΠ, μετά ο εφημερεύων Παθολόγος, μετά ο εφημερεύων Καρδιολόγος και μετά αν χρειαστεί θα με καλέσουν, κατάλαβες πώς πάει; Δεν θα ερχόμαστε για ψύλλου πήδημα συνέχεια, άντε πια!". -"Καλά, άντε, γεια!" του λέω στα μούτρα και το κλείνω, «γαμώ τον αντί-θεό σου εσύ και οι επιμελητές μου, μουνόπανα!...» συμπληρώνω. Ο Διευθυντής των ΤΕΠ, παρότι εφημέρευε ήταν σπίτι, όπως επίσης και ο Διευθυντής της Καρδιολογικής Κλινικής που επίσης εφημέρευε από το σπίτι του. Τώρα, όσο για τον ειδικό Παθολόγο, τι να κάνει αναρωτήθηκα; Και ξαναπάω στον άρρωστο, μήπως μπορέσω να κάνω κάτι... Έβλεπα τα σύνεργα της διασωλήνωσης αλλά η αδελφή νοσηλεύτρια δεν άφηνε κανέναν να τα πειράξει αν δεν ερχόταν ο αδελφή αναισθησιολόγος για να τα χρησιμοποιήσει. Είπα σε κάποια φάση να της τα βουτήξω... αλλά ήμουν σίγουρος ότι μάλλον στο δικό της στόμα θα τα έβαζα για να της βγάλω το λαρύγγι, παρά στον άνθρωπο που τα είχε ανάγκη. Οπότε απέφυγα την εγκληματική ενέργεια.

Κάποια στιγμή για να μην τα πολυλογούμε, μαζεύτηκαν και οι μέλισσες, δηλαδή οι ειδικοί! Μπράβο, θαύμασα! Αλλά το μπράβο δεν πήγαινε σε όλους αυτούς που μαζεύτηκαν, μα στις αντοχές της Φύσης και του ανθρώπινου σώματος, που παρότι σε κώμα, α-κό(ώ)μα άντεχε η καρδιά και η αναπνοή... Κάπου εδώ μου ήρθε και στο μυαλό η λαϊκή παροιμία που λέγαν στο χωριό μου: "Άλλος αγκομαχάει και άλλος καυλομαχάει...".

Στο δια ταύτα: ο άνθρωπος είχε κάποιο σοβαρό πρόβλημα και υποψιαζόμασταν βαρύ αιμορραγικό εγκεφαλικό... Τι κάνουμε; 

Επειδή το νοσοκομείο Καστοριάς δεν έχει νευρολόγο, συνηθίζουν να καλούν ιδιώτη νευρολόγο και να τον πληρώνουν επί τόπου οι συγγενείς. Έτσι και έγινε. Ήρθε το παιδί, μίλησε και αυτός για κατά πάσα πιθανότητα βαρύτατο αιμορραγικό εγκεφαλικό, αλλά χρειαζόταν άμεσα αξονική εγκεφάλου για να δούμε την έκταση και τις πιθανότητες για επιβίωση (εν τω μεταξύ είχε περάσει κανά 40 λεπτο από την έλευση του ασθενούς). Ωραία, μας τα είπε ο νευρολόγος! Μόνο που αυτός που το είπε σε 1 λεπτό πληρώθηκε αμέσως, ενώ εμείς που το είπαμε από πριν θα πληρωθούμε -και αν!- σε κανά 3μηνο-4μηνο... Δε βαριέσαι. Τώρα τι κάνουμε; Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα. Δεν εφημερεύει γιατρός του αξονικού για να κάνει την αξονική στο νοσοκομείο, οπότε αρχίζουμε και παίρνουμε αμπάριζα τους ιδιώτες αξονιστές στη γνωστή γνώριμη διαδικασία, όπως και με τους νευρολόγους... Έλα, όμως που δεν απαντά κανείς τους! Φτου, γκαντεμιά γαμώ το κέρατό μου! Και τώρα τι κάνουμε; Τώρα, πάρτε τηλέφωνο τα νοσοκομεία από τους γύρω νομούς μήπως μπορούν να βοηθήσουν. Και ξεκινάμε με τη σειρά... αλλά τζίφος! Για καλή μας τύχη βέβαια ένας ιδιώτης απάντησε και δέχτηκε να ανοίξει να μας κάνει την αξονική εγκεφάλου (εν τω μεταξύ είχε περάσει γύρω στη μιάμιση ώρα από την αρχή). Ένας συνάδελφος μου λέει: "Αφού πάτε σε αυτόν, γράψε ηλεκτρονικά και το παραπεμπτικό για την αξονική, αλλιώς δεν θα σας την κάνει, είναι φραγκοφονιάς". "Οκ, του λέω". Έλα όμως που ξέχασα το χαρτί καθώς φεύγαμε από το νοσοκομείο; Φτάνουμε εκεί, παρκαρισμένο αμάξι μπροστά στη ράμπα του εργαστηρίου, κουβαλάμε το φορείο με τον κωματώδη και διασωληνομένο άρρωστο, στον αέρα... Τσίρκο Medrano που ακροβατεί πάνω σε τεντωμένο σχοινί με όλον τον εξοπλισμό… Μπαίνουμε τελικά μέσα, -"το παραπεμπτικό το έχουμε;" με ρωτάει ο ακτινολόγος. -"Εεε.. το ξέχασα στο νοσοκομείο, αλλά θα πω στους συγγενείς αύριο να το φέρουν" του λέω. -"Αύριο, οι συγγενείς θα τρέχουν με άλλα και δεν θα το φέρουν" μου απαντά ψυχρά, και είχε μια όψη λες και δεν είχε καθόλου αίμα μέσα στο σώμα του. 

Στο δια ταύτα: ο άνθρωπος είχε τεράστιο αιμορραγικό εγκεφαλικό, αλλά χρειαζόταν νευροχειρουργική εκτίμηση για να δούμε αν υπήρχε περίπτωση να γλιτώσουμε κάτι από τον εγκέφαλό του... Τι μπορούσαμε να κάνουμε; Πάλι από την αρχή τα τηλέφωνα για να βρούμε πού υπάρχει νευροχειρουργός στη Δυτική, την Κεντρική και γιατί όχι και στην Ανατολική Μακεδονία;; Στη Δυτική Μακεδονία, τρώμε άκυρο… Ουδείς νευροχειρουργός εν ενεργεία και εν εφημερία! Δεν γαμιέται; Έχει άλλους 45 νομούς η Ελλάδα, κάπου θα βρούμε, όσο ο άρρωστος είναι διασωληνωμένος και αντέχει, οι ιατροί ελπίζουν! Βρήκαμε νευροχειρουργό στο Παπαγεωργίου της Θεσσαλονίκης, έλα όμως που δεν έχουν θέση στη μονάδα εντατικής θεραπείας, για να τον νοσηλεύσει; Και τώρα τι κάνουμε; 

Οι 7 σοφοί των επειγόντων (Διευθύντρια ΤΕΠ, επιμελητής Αναισθησιολόγος, επιμελητής Παθολόγος, ιδιώτης Νευρολόγος, μια επιμελήτρια ΩΡΛ που περνούσε από εκεί για να πει μια καλησπέρα, η καθαρίστρια της βάρδιας και ο νοσοκόμος που μόλις γύρισε από το κολατσιό του), αποφάσισαν να ξεκινήσει η διακομιδή και στην πορεία κάπου θα βρεθεί μια ΜΕΘ να φιλοξενήσει τον άνθρωπο… Και ο κλήρος πέφτει στο καράβι, και ο κλήρος πέφτει δηλαδή σε μένα για να συνοδεύσω τον ασθενή στο ταξίδι αυτό. Άντε, να πάμε, σκέφτομαι και βλέπουμε. Και μπαίνουμε λοιπόν, στο ασθενοφόρο και ζητάω να συνδέσουμε το μόνιτορ και τον απινιδωτή. -«Α, γιατρέ, έχει χαλάσει εδώ και 6 μήνες και δεν μας εγκρίνει το γραφείο προμηθειών κονδύλι για το ανταλλακτικό». -«Παιδιά, δεν γίνεται να φύγουμε χωρίς απινιδωτή» λέω εγώ, «φέρτε έναν από τα επείγοντα». -«Στα επείγοντα, υπάρχει μόνο ένας απινιδωτής, δεν μπορούμε να τον πάρουμε, γιατρέ, πάμε όπως είμαστε…». Μια νοσηλεύτρια που παρακολουθούσε τη σκηνή και τους μορφασμούς στο πρόσωπό μου, πιάνει στα χέρια της το σταυρουδάκι που είχε στο λαιμό της, και εγώ πιάνω το βλέμμα της το τρομαγμένο. Αναλογίζομαι «τι να κάνει και ο Ύψιστος που να πάρει ο διάολος;» και φωνάζω «ξεκινάμε παίδες, γρήγορα». 

Στο δρόμο, το μόνιτορ, αντικαταστάθηκε από τα δυο μου δάχτυλα που ήταν κολλημένα στον καρπό του αρρώστου. Αυτοί οι χτύποι της καρδιάς του, ήταν κάτι σαν μυστικά σήματα μορς που έστελνε ο άνθρωπος… Σε κάθε αρρυθμία ή έκτακτη συστολή, νόμιζα ότι έμπαινε και η τελευταία τελεία μετά την τελευταία λέξη… 

Κάπου στα μισά της διαδρομής, δέχομαι τηλέφωνο. Οι νέες οδηγίες της αποστολής: -«Θα πας πρώτα στο Παπαγεωργίου για νευροχειρουργική εκτίμηση και αν δεν χρειαστεί χειρουργείο, θα πας στο ΑΧΕΠΑ, όπου βρήκαμε κρεβάτι σε ΜΕΘ, για να πάει ο άρρωστος…». -«Οκ» απαντώ. Και ανοίγω τα βλέφαρα του αρρώστου, οπότε διαπιστώνω ότι η ανισοκορία με την οποία ξεκινήσαμε, είχε γίνει μυδρίαση άμφω… 

Κάποια στιγμή, φτάνουμε, στο Παπαγεωργίου. «Είσαστε από Καστοριά;» ρωτούν στην υποδοχή. «Μάλιστα» απαντώ. Και έρχεται η νευροχειρουργός, η οποία αφού εξετάζει τον άρρωστο, και της λέω το ιστορικό του, μου λέει χαμηλόφωνα «γιατί πάντα το ίδιο σενάριο; Γιατί 16 χρόνια που είμαι εδώ, ποτέ στην επαρχία δεν παίρνει κανείς ευθύνη; Γιατί δεν αφήνετε τον κόσμο να πεθάνει με την ησυχία του και τους τυραννάτε με διακομιδές σε μεγαλύτερα νοσοκομεία;». – «Γιατί ρωτάτε εμένα;» της λέω με όση δύναμη φωνής είχα. «Αναισθησιολόγος;» με ρωτά. «Ειδικευόμενος Καρδιολογίας» της λέω κοφτά. «Α! Ούτε καν νευρολόγος!» μου ανταπαντά ξαφνιασμένη. «Πώς γίνεται αυτό;» με ρωτά. «Κι όμως γίνεται» της λέω… Πού να της έλεγα, ότι ήμουν ένας Καρδιολόγος διακομιστής χωρίς καν έναν απινιδωτή ή ένα μόνιτορ… Δεν ήθελα να την συγχύσω περισσότερο, οπότε δεν το είπα. 

Σε 10 λεπτά, είχαμε τελειώσει, αφού κάναμε νέα αξονική, για τη διαπίστωση του εγκεφαλικού θανάτου του ασθενούς και αφού είπαμε ό,τι είπαμε. Μάλλον, αυτή έλεγε, εγώ άκουγα και αναλογιζόμουν… 

Ξαναφορτώνουμε τον άρρωστο και βουρ για το ΑΧΕΠΑ, το οποίο δεν εφημέρευε. Παρκάρει απέξω ο οδηγός, φεύγει για κανά 20λεπτο και ψάχνει να βρει κάποιον να του ανοίξει, για να μπούμε μέσα. Μετά, ω! του θαύματος, ξεπροβάλλει σαν οπτασία μπροστά μου. «Εντάξει γιατρέ! Τα κανόνισα όλα!» Και μπαίνουμε μέσα. Μετά από ένα δαιδαλώδες διάδρομο, φτάνουμε στη ΜΕΘ. Και εκεί, η εντατικολόγος επιμελήτρια που είχε μιλήσει με την παθολόγο επιμελήτρια της Καστοριάς, με πιάνει και με στήνει στη γωνία: «Και δεν μου είπατε ότι έχει τόσο σοβαρή αιμορραγία, η οποία είναι ασύμβατη με τη ζωή, και τι να τον κάνω εγώ τώρα που είναι εγκεφαλικά νεκρός;» και είπε, είπε, είπε… Αφού καταλάγιασε της είπα και εγώ: «Με συγχωρείτε, αλλά δεν μιλήσαμε μαζί στο τηλέφωνο και δεν σας ενημέρωσα εγώ λανθασμένα. Ήταν η επιμελήτρια αν θυμάστε, οπότε γιατί τα λέτε όλα αυτά σε μένα; Γιατί δεν τα ρωτάγατε αυτά όταν συνομιλούσατε μαζί της;». «Τέλος πάντων, δώσε μου την ακτινογραφία και το καρδιογράφημα του αρρώστου». «Εεε, δεν προλάβαμε να βγάλουμε ακτινογραφία θώρακος» (διότι τον διακομίσαμε μόλις στη μιάμιση ώρα από την άφιξή του, συλλογίστηκα…) «και το καρδιογράφημα δεν μου το βάλανε στο φάκελο…». «Α! Και ελλιπής διερεύνηση;» και άρχισε νέο κύκλο υστερίας… «Χρειάζομαι άλλο;» τη ρωτώ, και στην αρνητική της απάντηση πήραμε το δρόμο του γυρισμού με τον καμικάζι οδηγό του ασθενοφόρου… 

Παίρνω τηλέφωνο πίσω στην Καστοριά. "Τελειώσαμε και φεύγουμε από ΑΧΕΠΑ. Ενημερώσατε τους συγγενείς ότι πλέον ο άνθρωπός τους βρίσκεται εδώ στο ΑΧΕΠΑ;" -"Α, έχεις δίκιο, δεν τους το είπαμε. Καλά που μας το θύμισες. Αν έχουν αφήσει τηλέφωνο θα τους ενημερώσουμε. Καλή επιστροφή".

Κάπου λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη, συνειδητοποιώ ότι διψούσα και πεινούσα, αλλά συνειδητοποιώ επίσης ότι δεν είχα πάρει ψιλά μαζί μου (δεν συνηθίζω να κουβαλάω ψιλά, μόνο τσεκ…). Για καλή μου τύχη να μια καντίνα που εφημέρευε και αυτή! Και ακόμα για πιο καλή μου τύχη, προσφέρθηκε να με κεράσει ο οδηγός. Μου έδωσε λοιπόν 1 ευρώ και πήγα στην καντίνα. «Ένα νεράκι και ό,τι άλλο μπορώ να πάρω -αν φτάνει για κάτι- με τα υπόλοιπα 50 λεπτά» λέω στον εφημερεύοντα λίγο ντροπιασμένα… «Ορίστε το νεράκι, και ορίστε αυτή η μικρή σοκοφρέτα». Μπαίνω ξανά στο όχημα. Λέω του οδηγού «σε παρακαλώ, μπορώ να βάλω λίγο μουσική και αν γίνεται να μην μιλήσουμε για λίγη ώρα, γιατί έχω πονοκέφαλο;». Και πιάνω έναν σταθμό. Τι το ήθελα; Πρώτο τραγούδι, από Γλυκερία και Παπάζογλου, (Θεσσαλονίκη ήμασταν γιαά τι θέλλλλεις να ακούσεις αν όχι Παπάζογλλλου;) «Ο Μοναχός ο Άνθρωπος» και αμέσως συνειδητοποιώ ότι μιλάει για αυτόν τον 63άχρονο που διεκόμιζα. Αν δεν ήταν αυτός, ο ορισμός του μοναχού ανθρώπου απόψε, τότε τι ήταν; Ποιοι, αλήθεια ήταν συμπαραστάτες του σε αυτό το δύσκολο ταξίδι και σε αυτή την άνιση μάχη; Μέχρι να τελειώσουν οι σκέψεις μου, μπαίνει το δεύτερο τραγούδι, ακόμα πιο βασανιστικό από το πρώτο: Μητροπάνος και «Δεν πάει άλλο». Δεν πάει άλλο, γαμημένη χώρα, να σε αγαπώ και να πονώ, να σε αγαπώ και να αμφιβάλλω αν μπορείς τελικά να στρώσεις και να ορθοποδήσεις μέσα από τέτοια σαπίλα… 

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο οδηγός του ασθενοφόρου, διακόπτει τις σκέψεις μου απότομα και μου λέει «Να την! Την είδες γιατρέ την τραβεστί; Χα… Τι θυμήθηκα τώρα. Πριν από κάμποσα χρόνια ένας αγροτικός που τώρα είναι καρδιολόγος, μια φορά που επιστρέφαμε από διακομιδή εδώ στη Θεσσαλονίκη, μου είχε ζητήσει να σταματήσουμε σε αυτό ακριβώς το σημείο που κάνουν πιάτσα οι τραβεστί, γιατί είχε δει μέσα στη νύχτα -πώς την αναγνώρισε ρε ο τύπος;- μια τραβεστί που γαμούσε! Ρε, τον ξεφτίλα, γιατρός πράμα, γαμούσε μια τραβεστί και όταν επιστρέφαμε την αναγνώρισε κιόλας και ήθελε να της μιλήσει…». -«Αδερφέ» τον διακόπτω «σου ζήτησα αν μπορείς να μη μου μιλάς μέχρι να φτάσουμε Καστοριά. Γίνεται;». -«Οκ, ντόκτορ, οβερ!». 

Και βυθίστηκα ξανά στις σκέψεις μου. Μου ήρθε στο μυαλό μια κουβέντα που μου είπε φεύγοντας από το Παπαγεωργίου η νευροχειρουργός που μας υποδέχτηκε: «Η Ιατρική σημαίνει ευθύνη, αγόρι μου, αυτό να θυμάσαι». 

Και ανατρέχοντας πίσω σε όλη τη βραδιά (είχαμε φύγει κατά τις 23.30 και είχε πάει 05.15) -αλλά και τη βάρδια τολμώ να πω- αναζητώντας να βρω μέσα σε τόσους ιατρούς και τόση ιατρική ατμόσφαιρα λίγη ευθύνη… κατέληξα (όπως δυστυχώς και ο άρρωστός μου) στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ελάχιστη έως καθόλου από δαύτη τριγύρω μου…




Υ.Γ.: Τώρα βέβαια που το ξανασκέφτομαι το πράγμα, αναρωτιέμαι αν υπάρχει γενικότερα ευθύνη τριγύρω μου...